Δευτέρα, 31 Μαρτίου 2008

Τζαίημς Ντάγκλας Μόρρισον: ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΑΣΗ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΑΣΗ

(αποσπάσματα)

«Κοίτα πού τελετουργούμε.

Όλοι ζούμε στην πόλη.

Η πόλη σχηματίζει –τις περισσότερες φορές οργανικά, αλλά παρ’ όλα αυτά αναπόφευκτα– έναν κλοιό. Ένα παιγνίδι. Έναν κλοιό θανάτου που έχει σεξ στο κέντρο του. Πάρε το αμάξι και πήγαινε στα περίχωρα, στα προάστια. Στις άκρες τους θ’ ανακαλύψεις ζώνες διαστροφής και πλήξης, ζώνες παιδικής πορνείας. Όμως σ’ αυτόν το βρώμικο δακτύλιο, που μόλις βγει ο ήλιος περικλείει τη βιομηχανική περιοχή, υπάρχει η μόνη πραγματική ζωή του πλήθους στον πλανήτη μας, η μόνη ζωή του δρόμου, η ζωή της νύχτας. Δειγματολόγια ασθενειών σε ξενοδοχεία του ενός δολαρίου, φθηνές πανσιόν, μπαρ, ενεχυροδανειστήρια, πορνεία και λαϊκά θεάματα, σε στοές που διαρκώς ξεψυχάνε αλλά δεν πεθαίνουν ποτέ, σε δρόμους και σε κινηματογράφους που παίζουν όλη τη νύχτα.

Όταν πεθαίνει το παιγνίδι, γίνεται αγώνας.
Όταν πεθαίνει ο έρωτας, γίνεται οργασμός.

Όλα τα παιγνίδια περιέχουν την ιδέα του θανάτου».

(...)

«Η κάμερα, ο θεός που τα βλέπει όλα, ικανοποιεί τον πόθο μας για την παντογνωσία. Να κατασκοπεύεις τους άλλους απ’ αυτό το ύψος και από αυτήν την γωνία: οι πεζοί μπαινοβγαίνουν στο φακό μας σαν σπάνια υδρόβια ζωϋφια.

Το όπλο της γιόγκα. Να γίνεσαι αόρατος ή μικροσκοπικός. Να γίνεσαι γίγαντας και να φθάνεις τα πιο μακρινά πράγματα. Να αλλάζεις την πορεία της Φύσης. Να ταξιδεύεις παντού στον χώρο και τον χρόνο. Να καλείς τους νεκρούς. Μα προεκτείνεις τις αισθήσεις και να συλλαμβάνεις απρόσιτες εικόνες γεγονότων από άλλους κόσμους, ή από το πιο βαθύ κομμάτι του μυαλού σου, ή από το μυαλό των άλλων.

Το όπλο του σκοπευτή είναι η προέκταση του ματιού του. Σκοτώνει με θανατηφόρα όραση».

(...)

«Γιάτρεψε την τύφλα με το σάλιο μιας πουτάνας»

(...)

«Οι ταινίες είναι μια αλυσίδα από νεκρές εικόνες που τους γίνεται τεχνητή γονιμοποίηση.

Οι θεατές του κινηματογράφου είναι ήρεμοι βρικόλακες.

Ο κινηματογράφος είναι η πιο ολοκληρωτική απ’ τις τέχνες. Όλη η ενέργεια και η αίσθηση απορροφιούνται μέσα στο κρανίο σε μια εγκεφαλική στύση, το κρανίο γεμίζει με αίμα. Ο Καλιγούλας ήθελε να έχουν όλοι οι υπήκοοί του έναν μόνο σβέρκο, ώστε ν’ αποκεφαλίσει μ’ ένα κτύπημα ολόκληρο το βασίλειό του. Ο κινηματογράφος πετυχαίνει αυτήν την μεταμόρφωση. Το σώμα υπάρχει μόνο για χάρη των ματιών. Γίνεται ένα ξερό κοτσάνι για να στηρίξει αυτά τα δύο τρομερά αχόρταγα πετράδια.

Το φιλμ προσφέρει ένα είδος ψεύτικης αιωνιότητας.

Η έλξη για τον κινηματογράφο προέρχεται από τον φόβο του θανάτου».

(...)

«Φαντασμαγορία, παραστάσεις του μαγικού λυχναριού, θεάματα χωρίς υπόσταση. Πετύχαιναν μια απόλυτη αισθητική εμπειρία με θόρυβο, λιβάνι, αστραπή και νερό. Μπορεί να έλθει κάποτε η ημέρα που θα πηγαίνουμε στο Μετεωρολογικό Θέατρο για να θυμηθούμε πώς ήταν η βροχή».

(...)

«Ο θεατής είναι ένα ζώο που πεθαίνει.

Επικαλέσου, εξευμένισε, διώξε τους νεκρούς. Διώξε την νύκτα».

(...)

«Οι Κύριοι διαθέτουν κρυφές εισόδους και ξέρουν να μεταμφιέζονται. Ωστόσο τους προδίδουν τα πιο απλά πράγματα. Πολύ φως που ανακλά στο μάτι, μια λανθασμένη χειρονομία, ένα βλέμμα πολύ απόμακρο και παράξενο.

Οι Κύριοι μάς κατευνάζουν με εικόνες. Μας δίνουν βιβλία, συναυλίες, γκαλερί, σώου και κινηματογράφο. Ιδιαίτερα κινηματογράφο. Με την τέχνη θολώνουν τα νερά και μας κάνουν να μη βλέπουμε την σκλαβιά μας. Η τέχνη στολίζει τους τοίχους της φυλακής μας, μας κρατάει αμίλητους, απασχολημένους και αδιάφορους».

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

Αρχηγός Σηάτλ: ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΛΕΥΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ

«Ο λευκός δεν καταλαβαίνει τους τρόπους μας. Ένα κομμάτι γης μοιάζει σ’ αυτόν μ’ ένα οποιοδήποτε κομμάτι, γιατί είναι ένας ξένος που έρχεται μέσα στην νύχτα και παίρνει ό,τι έχει ανάγκη. Η γη δεν είναι σύντροφός του, αλλά εχθρός του. Με την απληστία του θα την καταβροχθίσει και δε θ’ αφήσει πίσω του τίποτα παρά μόνο ερημιά…

Το πεντακάθαρο νερό που κυλά στα ρυάκια και τα ποτάμια, μεταφέρει στο διάβα του και το αίμα των προγόνων μας. Το μουρμουρητό του είναι η φωνή τους. Κάθε φευγαλέα αντανάκλαση του φωτός επάνω στο διάφανο νερό των λιμνών εξιστορεί γεγονότα και παραδόσεις από την ζωή του λαού μας. Τα ποτάμια είναι αδέλφια μας. Σβήνουν τη δίψα μας. Μεταφέρουν τις πιρόγες μας και θρέφουν τα παιδιά μας. Αν σας πουλήσουμε την γη μας, μη ξεχάσετε να μάθετε και στα δικά σας παιδιά πως τα ποτάμια είναι αδέλφια όλων μας…

Δεν καταλαβαίνω... οι τρόποι μας είναι διαφορετικοί από τους δικούς σας. Η όψη των πόλεων σας κάνει κακό στα μάτια του ερυθρόδερμου. Ο θόρυβος ταράζει τα αυτιά μας. Αλλά αυτό μπορεί να συμβαίνει επειδή είμαι ένας άγριος και δεν καταλαβαίνω… Την αδικαιολόγητη απαίτηση να αγοράσετε τη γη μας, θα την σκεφθούμε όμως προσεκτικά...

Αν δεχτούμε, θα βάλω έναν όρο… Ο λευκός άνθρωπος θα πρέπει να συμπεριφέρεται στα ζώα σαν να είναι αδέλφια του. Είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω γιατί ο λευκός αφήνει πίσω του χιλιάδες νεκρούς βίσωνες, πυροβολώντας τους μόνο για το κέφι του μέσα από το σιδερένιο άλογο που καπνίζει, ενώ εμείς δεν σκοτώνουμε παρά μόνο για να τραφούμε…

Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τα ζώα; Εάν εξαφανίζονταν όλα τα ζώα, ο άνθρωπος θα πέθαινε από μεγάλη πνευματική ερημιά. Ό,τι συμβεί στα ζώα θα συμβεί σύντομα και στον άνθρωπο. Ξέρουμε τουλάχιστον αυτό: η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος ανήκει στην γη. Κι ακόμα ξέρουμε πως εμείς δεν δημιουργήσαμε τον ιστό της ζωής, αλλά αποτελούμε μόνο μια απλή κλωστή του. Εάν προκαλέσουμε κάποια καταστροφή στον ιστό, οι συνέπειες θα έρθουν και σε εμάς τους ίδιους... Πρέπει να το πάρουμε απόφαση: η νύχτα και η ημέρα δεν μπορούν να υπάρξουν μαζί, την ίδια στιγμή...

Θα την σκεφθούμε ωστόσο την πρόταση σας. Δεν έχει σημασία πού θα περάσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας. Τα παιδιά μας είδαν τους πατεράδες τους ταπεινωμένους. Οι πολεμιστές μας ντροπιάστηκαν. Μετά τις ήττες περνούν τις ημέρες τους άσκοπα και δηλητηριάζουν τα κορμιά τους με δυνατό ποτό. Μετά από λίγους χειμώνες, μετά από λίγα φεγγάρια, κανένα παιδί των μεγάλων φυλών δε θα μείνει για να πενθήσει ένα λαό, που κάποτε ήταν δυνατός και με πολλές ελπίδες, όπως ο δικός σας σήμερα. Τι να πενθήσω; Τι να πενθήσω απ’ τον αφανισμό του λαού μου; Οι λαοί αποτελούνται από ανθρώπους και οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν όπως τα κύματα της θάλασσας.

Ο καιρός της δικής σας παρακμής είναι ακόμα μακριά αλλά κι αυτός θα’ ρθει. Κανείς δεν ξεφεύγει από το γραφτό του. Μολύνετε το κρεβάτι σας και μια νύχτα θα πάθετε ασφυξία από τα ίδια σας τα απορρίμματα. Αν ξέραμε τα όνειρα του λευκού…

Ο Θεός σας προσφέρει κυριαρχία στα ζώα, τα δάση και τους ερυθρόδερμους για τον δικό του προφανώς λόγο. Όμως αυτός ο λόγος είναι ένα αίνιγμα για μας. Είναι κάτι που δεν καταλαβαίνουμε, όταν όλοι οι βίσωνες εξοντώνονται, τα άγρια άλογα δαμάζονται, οι απόκρυφες γωνιές του δάσους μολύνονται από τους ανθρώπους και η όψη των λόφων που είναι γεμάτη από λουλούδια γεμίζει από τα καλώδια του τηλεγράφου.

Πού είναι η λόχμη; Εξαφανισμένη.
Πού είναι ο αετός; Εξαφανισμένος.
Αυτό είναι το τέλος της ζωής και η αρχή του θανάτου.

Όταν ο τελευταίος Ινδιάνος λείψει από τη γη κι ο λευκός θα φέρνει στην μνήμη του τον λαό μου μόνο σαν έναν αρχαίο θρύλο, οι ψυχές των νεκρών μας θα ταξιδεύουν σαν το σύννεφο επάνω από τον κάμπο, θα γεμίζουν τις ακρογιαλιές και θα φιλοξενούνται στα δάση που αγάπησαν, όπως το μωρό που αγαπά τον χτύπο της μητρικής καρδιάς. Ο λευκός δε θα ’ναι ποτέ μόνος σ’ αυτόν τον τόπο. Ας μεταχειριστεί λοιπόν τον λαό μου με δικαιοσύνη και ειλικρίνεια, γιατί στους νεκρούς δεν λείπει η δύναμη.

Μίλησα για θάνατο. Δεν υπάρχει όμως θάνατος, παρά μόνο αλλαγή κόσμων».

(Αποσπάσματα από την συγκλονιστική απάντηση του Σηάτλ, αρχηγού των Ινδιάνων Ντουάμις, στον πρόεδρο των Η.Π.Α. το έτος 1854)

Κορνήλιος Καστοριάδης: Η ΑΝΤΙΦΑΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ

«…Τα κεντρικά στοιχεία του Ελληνικού δράµατος είναι, από τη µια µεριά, η τριπλή αναφορά που περιέχει για µας η παράδοση: αναφορά στους αρχαίους Έλληνες, αναφορά στο Βυζάντιο, αναφορά στην λαϊκή ζωή και κουλτούρα, όπως αυτή δηµιουργήθηκε στους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κάτω από την Τουρκοκρατία. Από την άλλη µεριά, η αντιφατική και, θα µπορούσε να πει κανείς, ψυχοπαθολογική σχέση µας µε τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισµό, που περιπλέκεται ακόµα περισσότερο από το γεγονός ότι ο πολιτισµός αυτός έχει µπει εδώ και δεκαετίες σε µία φάση έντονης κρίσης και υποβόσκουσας αποσύνθεσης.

Η διπλή και ταυτόχρονη αναφορά στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, που αποτέλεσε το επίσηµο «πιστεύω» του νεοελληνικού κράτους και του πολιτιστικού κατεστηµένου της χώρας, οδήγησε και οδηγεί σε αδιέξοδο, κατά πρώτο και κύριο λόγο διότι οι δυο αυθεντίες που επικαλείται βρίσκονται σε διαµετρική αντίθεση µεταξύ τους. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισµός είναι πολιτισµός ελευθερίας και αυτονοµίας, που εκφράζεται στο πολιτικό επίπεδο στην πολιτεία ελεύθερων πολιτών που συλλογικά αυτοκυβερνώνται και στο πνευµατικό επίπεδο µε την ακατάπαυστη επαναστατική ανανέωση και αναζήτηση. Ο βυζαντινός πολιτισµός από την άλλη, είναι πολιτισµός θεοκρατικής ετερονοµίας, αυτοκρατορικού αυταρχισµού και πνευµατικού δογµατισµού. Στο Βυζάντιο δεν υπάρχουν πολίτες, αλλά υπήκοοι του αυτοκράτορα, ούτε στοχαστές, µόνο σχολιαστές ιερών κειµένων.

Η προσπάθεια συνδυασµού και συµφιλίωσης αυτών των δύο αυθεντιών λοιπόν, δεν µπορούσε παρά να νεκρώσει κάθε δηµιουργική προσπάθεια και να οδηγήσει σε ένα στείρο σχολαστικισµό, όπως αυτός που χαρακτήριζε το πνευµατικό κατεστηµένο της χώρας επί ενάµισυ σχεδόν αιώνα µετά την ανεξαρτησία και που επαναλάµβανε τα χειρότερα µιµητικά στοιχεία του Βυζαντίου. Καθ’ όσο ξέρω, είµαστε ο µόνος λαός µε µεγάλο πολιτιστικό παρελθόν που πρόσφερε στον κόσµο το γελοίο και θλιβερό θέαµα προσπάθειας τεχνητής επαναφοράς της γλώσσας που µιλιόταν πριν από 25 αιώνες. Ούτε οι Ιταλοί προσπάθησαν να ξαναζωντανέψουν τα λατινικά, ούτε οι Ινδοί τα σανσκριτικά. Και είναι εξίσου χαρακτηριστικό ότι ενώ η ∆υτική Ευρώπη, στους δυο περασµένους αιώνες εγέννησε δεκάδες λαµπρούς ελληνιστές, µόνο τρία ονόµατα έχουµε που µπορούν να σταθούν αχνά στο ίδιο επίπεδο µε αυτούς: Τον Κοραή, τον Βερναρδάκη και τον Συκουτρή -τον οποίο Συκουτρή οδήγησε χαρακτηριστικά σε αυτοκτονία ο φθόνος και το µίσος των κηφήνων τού εν Αθήνησι Πανεπιστηµίου. Περηφανευόµαστε ότι είµαστε απόγονοι των αρχαίων, αλλά για να µάθουµε τι έλεγαν και τι ήταν οι αρχαίοι πρέπει να προσφύγουµε σε ξένες εκδόσεις και σε ξένες µελέτες.

Αυτή η ίδια στάση έκανε ασφαλώς επίσης αδύνατη τη γονιµοποίηση της λαϊκής παράδοσης και την µεταφορά της στο χώρο της έντεχνης παιδείας, µε εµφατική εξαίρεση την ποίηση. Αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ο τεράστιος µουσικός πλούτος της λαϊκής µουσικής σε µελωδίες, ρυθµούς, κλίµακες και όργανα, έµεινε νεκρός στα χέρια των νεοελλήνων συνθετών, όπως έµεινε άχρηστος και ο αρχιτεκτονικός και διακοσµητικός πλούτος της λαϊκής παράδοσης.

Τέλος, αυτή η αναφορά στα δύο µεγάλα παρελθόντα, µε τον αποστειρωτικό τρόπο που ετέθη, είναι στη ρίζα της σχιζοφρενικής µας σχέσης µε τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισµό, του συνδυασµού ενός κακοµοιριασµένου αισθήµατος κατωτερότητας και µιας ψωροπερήφανης και αστήρικτης αυθάδειας. Έτσι παίρνουµε από τους ξένους τις BMW, τις τηλεοράσεις, τα κατεψυγµένα, κλπ, κλπ, χωρίς να µιλήσω για τα πακέτα Ντελόρ, και τους βρίζουµε για την υποδούλωσή τους στην τεχνική και στον ορθολογισµό τους. Πράγµατα που η ∆ύση βέβαια δεν περίµενε τους νεοφώτιστους ελληνοορθόδοξους για να τα κριτικάρει και να τα καταγγείλει η ίδια, και που δεν απαλείφονται µε µια ετήσια εκδροµή στο Άγιο Όρος».

(Κορνήλιος Καστοριάδης, ∆ιάλεξη στον Τριπόταµο Τήνου στις 20 Aυγούστου 1994)

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2008

YIPPIE!

ΟΙ YIPPIES ΤΟY 1968

Πιοτρ Κροπότκιν: ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ

«Τι να πω, επίσης στον δάσκαλο, όχι στον άνθρωπο εκείνον που θεωρεί το επάγγελμά του βαρετό, αλλά σε αυτόν ο οποίος, όταν περιβάλλεται από μια χαρούμενη παρέα νέων, αισθάνεται αγαλλίαση από τα εύθυμα πρόσωπα και το χαριτωμένο τους χαμόγελο. Σ’ εκείνον που προσπαθεί να φυτέψει στο μικρό τους κεφάλι τις ιδέες εκείνες του ανθρωπισμού που και ο ίδιος αγάπησε όταν ήταν νέος.

Συχνά σε βλέπω λυπημένο και ξέρω τι είναι εκείνο που σε κάνει να κατσουφιάζεις. Σήμερα ο πιο αγαπημένος σου μαθητής που, αλήθεια, δεν είναι και πολύ καλός στα Λατινικά, αλλά που, παρ’ όλα αυτά, διαθέτει μια θαυμάσια καρδιά, διηγείτο με ενθουσιασμό την ιστορία του Γουλιέλμου Τέλλου. Τα μάτια του βούρκωσαν, φαινόταν σαν να ήθελα να μαχαιρώσει όλους τους τυράννους που υπήρξαν ποτέ. Απέδωσε με τέτοιο πάθος τους φλογερούς στίχους του Σίλερ:

“Μπροστά στο σκλάβο όταν σπάζει τα δεσμά του

και όχι μπροστά στον ελεύθερο να τρέμει”.


Αλλά όταν γύρισε σπίτι του, οι γονείς του και ο θείος του τον κατσάδιασαν άγρια για την έλλειψη σεβασμού που επέδειξε απέναντι στον υπουργό ή τον τοπικό χωροφύλακα. Τον έψελναν επί ώρες, μιλώντας του για «σύνεση, σεβασμό απέναντι στην εξουσία, υποταγή στους καλυτέρους του», ώσπου άφησε παράμερα τον Σίλερ για να μελετήσει την τέχνη με την οποία θα προοδεύσει ο κόσμος.

Κι έπειτα, χθες ακόμα έμαθες ότι οι καλύτεροι μαθητές σου έχουν πάρει τον κακό δρόμο. Ο ένας δεν κάνει τίποτε άλλο από το ονειρεύεται τα γαλόνια του αξιωματικού, ο άλλος μαζί με το αφεντικό του κλέβει τον τιποτένιο μισθό των εργατών και εσύ, που έτρεφες τόσες ελπίδες γι’ αυτούς τους νέους, συλλογιέσαι τώρα τη θλιβερή αντίφαση που υπάρχει ανάμεσα στη ζωή σου και στο ιδανικό σου.

Ακόμα συλλογίζεσαι αυτή την αντίφαση, αλλά προμαντεύω ότι το πολύ σε δύο χρόνια, αφού θα έχεις υποστεί την μια απογοήτευση μετά την άλλη, θα βάλεις τους αγαπημένους σου συγγραφείς στο ράφι και θα καταλήξεις να πεις ότι ο Τέλλος ήταν αληθινά ένας πολύ τίμιος άνθρωπος, αλλά πέρα από αυτό τίποτε άλλο: ότι η ποίηση αποτελεί μια πρώτης τάξεως απασχόληση για τις ώρες της ανάπαυσης, ιδιαίτερα όταν ένας άνθρωπος διδάσκει την μέθοδο των τριών όλη την ημέρα, αλλά, παρ’ όλα αυτά, οι ποιητές αεροβατούν πάντα και οι στίχοι τους δεν έχουν καμία σχέση με τη σημερινή ζωή ούτε με την επόμενη επίσκεψη του σχολικού επιθεωρητή.

Ή, από την άλλη μεριά, τα όνειρα της νιότης σου θα γίνουν οι ακλόνητες πεποιθήσεις της ώριμης ηλικίας σου. Θα θέλεις να υπάρχει μια πλατιά, ανθρώπινη εκπαίδευση για όλους, μέσα στο σχολείο και έξω από αυτό και βλέποντας ότι αυτό είναι αδύνατο μέσα στις συνθήκες που επικρατούν, θα χτυπήσεις τα ίδια ακριβώς τα θεμέλια της αστικής κοινωνίας.

Τότε, διωγμένος καθώς θα είσαι από το Υπουργείο Παιδείας, θα εγκαταλείψεις το σχολείο σου και, προσχωρώντας στο στρατόπεδό μας, θα γίνεις ένας από μας. Θα πεις σε ανθρώπους, που είναι μεγαλύτεροι από σένα αλλά που έχουν πετύχει λιγότερα στη ζωή τους, πόσο δελεαστική είναι η γνώση, πώς όφειλε να είναι η ανθρωπότητα, αλλά και τι θα μπορούσαμε να είμαστε. Θα έρθεις και θα εργαστείς με τους επαναστάτες για τον ολοκληρωτικό μετασχηματισμό του επικρατούντος συστήματος. Θα αγωνιστείς δίπλα μας, για να πετύχουμε την αληθινή ισότητα, αδελφότητα και την ατελείωτη ελευθερία για όλο τον κόσμο».

Πηγή: «Πολιτικό Καφενείο»

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

ΙΣΠΑΝΙΑ 1936: ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΙΑΣ


ΙΣΠΑΝΙΑ 1936: ΤΟ ΣΥΝΤΟΜΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΙΑΣ

ΜΑΡΙ ΖΟΖΕΦ ΣΑΛΙΕ (Marie Joseph Chalier, 1747 - 1793)

Μαρί Ζοζέφ Σαλιέ (Marie Joseph Chalier, 1747 - 1793)

Ιακωβίνος Γάλλος επαναστάτης, μάρτυρας στα χέρια των αντεπαναστατών της Λυών. Προοριζόμενος από την οικογένειά του να γίνει μοναχός, εγκατέλειψε σύντομα τον χριστιανικό βίο και επί πολλά χρόνια ασχολήθηκε με εμπόριο σε διάφορα λιμάνια της Μεσογείου. Συμμετείχε στην εξέγερση της 14ης Ιουλίου 1789 στο Παρίσι και στην κατεδάφιση της Βαστίλης, της οποίας κουβάλησε πεζός έναν ογκόλιθο μέχρι την πατρίδα του Λυών, όπου τον έστησε ως βωμό της Ελευθερίας.

Όντας καλός ρήτορας, δραστηριοποιήθηκε έντονα στην εκεί πολιτική σκηνή, ηγήθηκε της τοπικής Λέσχης των Ιακωβίνων και θήτευσε δήμαρχος επί αρκετούς μήνες, με αποτέλεσμα να γίνει ο πρώτος στόχος των αντεπαναστατών μοναρχικών και χριστιανών, όταν στασίασαν ένοπλα και κατέλαβαν την πόλη στα τέλη του Μαϊου 1793. Συνελήφθη με το ξέσπασμα της ανταρσίας, φυλακίστηκε και καρατομήθηκε δημόσια στα μέσα του Ιουλίου με απάνθρωπο και φρικτό τρόπο (σε γκιλοτίνα με στομωμένη λεπίδα, η οποία χρειάστηκε να πέσει πολλές φορές επάνω στον τράχηλό του προτού κοπεί εντελώς το κεφάλι του).

Τιμήθηκε από τους Ιακωβίνους ως μάρτυρας της Ελευθερίας και όταν τελικά κατελήφθη τον μήνα Οκτώβριο η Λυών, οι στάχτες του μεταφέρθηκαν σε τιμητική πομπή και τού στήθηκε προτομή στην κεντρική πλατεία. Υπήρξε προσωπικός φίλος του Μαξιμιλιανού Ροβεσπιέρου και στην μνήμη του έδρασε στην Λυών επί πολλούς μήνες η οργάνωση «Φίλοι του Σαλιέ», την οποία προσπαθώντας να προστατέψει τον Μάρτιο 1794 ο Ροβεσπιέρος, προκάλεσε την θανάσιμη έχθρα του εκεί εντεταλμένου αντιπρόσωπου τής Συμβατικής Ζoζέφ Φουσέ.

......................................Βιβλιογραφία..............................

Τσβάϊχ Στέφαν, «Ιωσήφ Φουσέ», Αθήνα, 1958
Ρασσιάς Βλάσης, «Λαιμητόμος Αρετή», Αθήνα, 2007

Πηγή: Ελεύθερη Εγκυκλοπαίδεια «Γνώσις» http://www.gnwsis.gr

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

ΜΠΟΥΕΝΑΒΕΝΤΟΥΡΑ ΝΤΟΥΡΡΟΥΤΙ

Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι (Buenaventura Durruti, Λεόν, 14 Ιουλίου 1896 – Μαδρίτη, 20 Νοεμβρίου 1936).

Ισπανός αναρχικός επαναστάτης και στρατηγός του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου, κεντρικό, σχεδόν μυθικό, πρόσωπο του Αναρχισμού της Ιβηρικής στις αρχές του 20ου αιώνα.

Γεννήθηκε από φτωχή οικογένεια ενός σοσιαλιστή εργάτη σιδηροδρόμων το καλοκαίρι του 1896 στο ορεινό Λεόν (Leon) της κεντρικής Ισπανίας, δεύτερος από τα 9 εν συνόλω αγόρια της οικογένειας (ο ένας αδελφός του σκοτώθηκε τον Οκτώβριο του 1934 στην διάρκεια ενός ξεσηκωμού στις Αστούριες, ένας άλλος σκοτώθηκε το 1936 πολεμώντας του φασίστες στην Μαδρίτη και οι υπόλοιποι δολοφονήθηκαν από τους φασίστες). Σε ηλικία 14 ετών ο Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι σταμάτησε το σχολείο και εργάστηκε αρχικά ως σιδεράς δίπλα σε έναν σοσιαλιστή θείο του και στην συνέχεια ως μηχανικός στον σιδηροδρομικό σταθμό του Λεόν. Από την τελευταία θέση συμμετείχε ενεργά στην μεγάλη απεργία των σιδηροδρομικών, η οποία είχε διοργανωθεί από την σοσιαλιστική «Γενική Ένωση Εργαζομένων» («Union General de Trabajadores», UGT) τον Αύγουστο του 1917 και κατέληξε τελικά σε 3ήμερη γενική απεργία, που κατεστάλη με τρομερή αγριότητα από τον στρατό, με τελικό απολογισμό 70 νεκρούς διαδηλωτές, 500 τραυματίες και 2.000 φυλακισμένους χωρίς δίκη ή άλλες τυπικά νόμιμες διαδικασίες.

Για να μην συλληφθεί, ο Ντουρρούτι διέφυγε στην Γαλλία, όπου για δύο περίπου χρόνια εργάστηκε στο Παρίσι ως μηχανικός. Τον Ιανουάριο του 1919 επέστρεψε στην πατρίδα του, εγκαταστάθηκε προσωρινά στις Αστούριες, γράφτηκε στην τοπική αναρχοσυνδικαλιστική «Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας» («Confederacion Nacional del Trabajo», CNT), συνελήφθη τον Μάρτιο του 1919 για την οργανωτική του δράση ανάμεσα στους εργάτες των αστουριανών ορυχείων. Δραπέτευσε μετά από λίγους μήνες και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους έφθασε στο Σαν Σεμπαστιάν της Βασκικής, όπου εργάστηκε ως μεταλλουργός και δραστηριοποιήθηκε στους κόλπους της τοπικής αναρχικής αυτό-αμυντικής ομάδας «Λος Ζουστισιέρος» («Los Justicieros») που σε αντίποινα για τις αλλεπάλληλες δολοφονίες τοπικών αγωνιστών σχεδίαζε να εκτελέσει κατά την εκεί επίσκεψή του τον Αύγουστο του 1920 τον βασιλιά Αλφόνσο τον 13ο. Τα σχέδια της εκτέλεσης έγιναν όμως γνωστά στην αστυνομία και τα μέλη της ομάδας έφυγαν σε διάφορες πόλεις.

Ο Ντουρρούτι κατέληξε τελικά τον Αύγουστο του 1922 στην Καταλωνία, όπου με τους Ολιβέρ (Juan Garcia Oliver), Ασκάσο (Francisco Ascaso) και άλλους ομοϊδεάτες τους ίδρυσαν την ομάδα «Crisol», που σε λίγο εξελίχθηκε στην περίφημη οργάνωση των «Αλληλέγγυων» («Los Solidarios»). Απαντώντας στην κτηνώδη εκείνον τον καιρό καταστολή του αναρχικού κινήματος της Καταλωνίας (στην διάρκεια της οποίας όλοι σχεδόν οι γνωστοί αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές είχαν εκτελεστεί από δολοφόνους «pistoleros» που είχαν προσλάβει οι τοπικοί εργοδότες ή βρίσκονταν στις φυλακές), οι «Αλληλέγγυοι» προσπάθησαν ανεπιτυχώς να ανατινάξουν τα θερινά βασιλικά ανάκτορα και το 1923 συμμετείχαν στην εκτέλεση του καρδινάλιου της Σαραγόσας Χουάν Σολντεβίγια Ρομέρο (Juan Soldevilla y Romero, που υποστήριζε ηθικά και οικονομικά την εξόντωση των αγωνιστών) ως αντίποινα για την δολοφονία καταμεσής του δρόμου του προέδρου της CNT Σαλβαδόρ Σεγκύ (Salvador Segui)

Τον Σεπτέμβριο του 1923 ο στρατηγός Πρίμο ντε Ριβέρα (Primo de Rivera) κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία με την ανοχή του ισπανικού θρόνου και εξαπέλυσε άγριο διωγμό ενάντια σε όλους όσους αγωνίζονταν για την κοινωνική αλλαγή. Εκατοντάδες αγωνιστές δολοφονήθηκαν ή συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ή καταδικάστηκαν σε πολυετείς φυλακίσεις, εξοντώθηκαν όλοι σχεδόν οι «Αλληλέγγυοι» (που ανάμεσα σε άλλες πράξεις αντίστασης είχαν αποτολμήσει και ένοπλη επίθεση κατά των στρατώνων της Βαρκελώνης) και οι ελάχιστοι επιζήσαντες, ανάμεσα στους οποίους και οι Ασκάσο, Ντουρρούτι και Ολιβέρ διέφυγαν τον Δεκέμβριο του 1924 στην Λατινική Αμερική, περιπλανήθηκαν επί 15 μήνες σε διάφορες χώρες της (κυρίως στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, την Χιλή, το Μεξικό και την Κούβα) με την αστυνομία συνεχώς επί τα ίχνη τους και στο τέλος επέστρεψαν στην Ευρώπη και τελικά τον Απρίλιο του 1926 ζήτησαν καταφύγιο στο Παρίσι, όπου ήδη ζούσαν και οργανώνονταν εκατοντάδες εξόριστοι Ισπανοί αναρχικοί.

Στο Παρίσι ο Ντουρρούτι άνοιξε ένα βιβλιοπωλείο και γνωρίστηκε με τον εξόριστο Ρώσο αναρχικό Νέστορα Μάχνο. Τον Ιούλιο του 1926 ο βασιλιάς της Ισπανίας και ο δικτάτορας ντε Ριβέρα θα έκαναν επίσκεψη στην πόλη και οι αναρχικοί αποφάσισαν να τους απαγάγουν, όμως τα σχέδιά τους προδόθηκαν και οι Ντουρρούτι και Ασκάσο πιάστηκαν από την αστυνομία, φυλακίστηκαν και μετά από μία θυελλώδη πολιτική δίκη, στην οποία στάθηκε υπέρ των κατηγορουμένων όλη σχεδόν η Γαλλική Αριστερά, απελάθηκαν τελικά τον Ιούλιο του 1927 (γιατί η Αργεντινή, όπου είχαν καταδικαστεί ερήμην σε θάνατο, είχε ήδη ζητήσει επισήμως την έκδοσή τους). Καθώς οι κοντινές χώρες Βέλγιο, Λουξεμβούργο και Γερμανία τούς αρνήθηκαν την χορήγηση πολιτικού ασύλου, μέχρι την πτώση του Αλφόνσου του 13ου τον Απρίλιο του 1931 έζησαν την συνεχή περιπλάνηση σε καθεστώς πότε ημιπαρανομίας και πότε πλήρους παρανομίας. Φοβούμενοι να δεχθούν το πολιτικό άσυλο που τους είχε χορηγήσει επιδεικτικά η Σοβιετική Ρωσία (η οποία είχε εξοντώσει αμέτρητους Ρώσους αναρχικούς), για ένα διάστημα επέστρεψαν στο Παρίσι και την Λυών, πιάστηκαν από την αστυνομία και εξέτισαν 6μηνη ποινή φυλάκισης, διέφυγαν μετά στο Βέλγιο, κυνηγήθηκαν και από εκεί και ο Ντουρρούτι έζησε κρυφά για λίγους μήνες στο Βερολίνο, στο σπίτι του ομοϊδεάτη του Αουγκουστίν Σούχι (Augustin Souchy) και στην συνέχεια νόμιμα στο Βέλγιο, όπου υπό τις πιέσεις της Αριστεράς δόθηκε τελικά άδεια παραμονής τόσο στον ίδιο όσο και τον Ασκάσο.

Με την πτώση της ισπανικής μοναρχίας το 1931, ο Ντουρρούτι επέστρεψε στην Βαρκελώνη μαζί με την γαλλίδα σύντροφό του Εμιλιέν (Emilienne), ήδη έγκυο στην κόρη τους Κολέτ (Colette) και εντάχθηκε στην πανίσχυρη τότε «Ιβηρική Αναρχική Ομοσπονδία» («Federacion Anarquista Iberica», FAI, που είχε ιδρυθεί μυστικά τον Ιούλιο του 1927 στην Βαλένθια, ως συντονιστικό όργανο όλων των ανά την Ισπανία ομάδων και οργανώσεων), ιδρύοντας παράλληλα την «ομάδα συγγένειας» («grupo de afinidad») «Εμείς» («Nosotros») με αδιάλλακτους αγωνιστές της CNT, που δεν έτρεφαν ψευδαισθήσεις για τα όρια της δημοκρατικής κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τις κοινωνικές αλλαγές και ενίσχυαν με κάθε μέσο τις άγριες απεργίες και την εργατική αυτό-οργάνωση, ακόμα και με χρηματοδότηση από ληστείες τραπεζών. Την πρωτομαγιά του 1931 πραγματοποιήθηκε από την CNT Βαρκελώνης μία τεράστια επαναστατική διαδήλωση 100.000 ανθρώπων με αίτημα άμεσες κοινωνικές αλλαγές και απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων. Η διαδήλωση διαλύθηκε βίαια από την «Guardia Civil» (δηλαδή την πολιτοφυλακή) και τον στρατό, με νεκρούς και τραυματίες, ωστόσο σε κάποια στιγμή ο Ντουρρούτι κατόρθωσε να πείσει στρατιώτες να στρέψουν τα όπλα τους κατά της πολιτοφυλακής.

Τον Ιούλιο του 1931 έγινε στην Μαδρίτη ένα συνέδριο για ανασυγκρότηση της CNT, αποτέλεσμα του οποίου ήταν να αποχωρήσουν οι «μετριοπαθείς» και να ιδρύσουν το θνησιγενές «Συνδικαλιστικό Κόμμα», ενώ σε όλη την χώρα ξεσπούσαν μία μετά την άλλη άγριες απεργίες, τις οποίες η δημοκρατική κυβέρνηση αντιμετώπιζε όπως ακριβώς η δικτατορία: μόνο στην Σεβίλλη σκοτώθηκαν από την αστυνομία 30 απεργοί και τραυματίστηκαν 300.
Τον Δεκέμβριο του 1931 γεννήθηκε η κόρη του Κολέτ, την οποία δεν πρόλαβε να χαρεί, καθώς τον Ιανουάριο του 1932 συνελήφθηκε μαζί με άλλους 120 περίπου Καταλανούς συντρόφους του και στάλθηκε σε κάτεργα στις Κανάριες Νήσους, στο Πουέρτο Κάμπρα και το νησί του Φουερτεβεντούρα. Οι κινητοποιήσεις της CNT και της υπόλοιπης επαναστατικής Αριστεράς (κυρίως του τροτσκιστικού «Εργατικού Κόμματος Μαρξιστικής Ενοποίησης», ΡΟUM) πέτυχαν την απελευθέρωσή τους τον Σεπτέμβριο, αλλά σχεδόν αμέσως ο Ντουρρούτι συνελήφθη ξανά και φυλακίστηκε για 2 ακόμα μήνες στην προσπάθεια της κυβέρνησης να διαλυθεί η CNT. Εργάστηκε για λίγο σε εργοστάσιο της Βαρκελώνης, οργανώθηκε στο συνδικάτο των εργατών υφαντουργίας, έκανε δημόσιες ομιλίες σε εργατικές συγκεντρώσεις, όμως τον Ιανουάριο του 1933 επιχειρήθηκε εξέγερση των αναρχικών, η οποία για μία ακόμα φορά έφερε τον Ντουρρούτι στην παρανομία: Συνελήφθη τελικά στα τέλη του Μαρτίου, έμεινε στην φυλακή μέχρι τον Ιούλιο και επέστρεψε ξανά στην φυλακή του Μπούρχος μετά από μία ακόμα απόπειρα γενικής απεργίας και εξέγερσης τον Δεκέμβριο. Τον Μάϊο του 1934 δόθηκε αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους, ακολούθησε μία ακόμα φυλάκιση από τις 5 Οκτωβρίου 1934 έως τα μέσα του 1935, ενώ στα μεσοδιαστήματα ο Ντουρρούτι ασκούσε απτόητος διαρκή και πολύπλευρη επαναστατική δράση, ανώτερη στιγμή της οποίας ήταν η «μεταφορά αλληλεγγύης» χιλιάδων πεινασμένων παιδιών απεργών της Αραγωνίας στην Βαρκελώνη για να ζήσουν με την φροντίδα οργανωμένων στην κοινωνική αντίσταση εργατικών οικογενειών.
Σε αρκετές περιοχές της Ισπανίας, όπου οι αναρχικοί και το ΡΟUM είχαν μεγάλη ισχύ, ο παλαιός κόσμος δεχόταν αλλεπάλληλες επιθέσεις, τις οποίες όμως πάντοτε τιμωρούσε η «δημοκρατική» κυβέρνηση με την βία των όπλων: τουλάχιστον 1.300 εργάτες και ανθρακωρύχοι είχαν σκοτωθεί, 4.000 είχαν τραυματιστεί σοβαρά από τους στρατιώτες του στρατηγού Φράνκο (του ίδιου που αργότερα θα ξεκινήσει τον εμφύλιο πόλεμο και μετά θα εγκαθιδρύσει φασιστική κυβέρνηση έως την δεκαετία του 1970) ενώ μόνο το δίμηνο Οκτωβρίου – Νοεμβρίου 1934 είχαν φυλακιστεί στις Αστούριες 30.000 εργάτες. Από την πλευρά τους οι επαναστάτες κτυπούσαν σχεδόν καθημερινά στόχους που ανήκαν στο παλιό καθεστώς, κυρίως στην χριστιανική θεοκρατία: αρκετοί θεοκράτες είχαν πυροβοληθεί και δεκάδες εκκλησίες και επισκοπικά ανάκτορα είχαν πυρποληθεί. Εκείνη ακριβώς την εποχή οργανώθηκε το φασιστικό κόμμα «Η Φάλαγγα», κυρίως από γόνους πλούσιων οικογενειών, χρηματοδοτημένο αφειδώς από τους θεοκράτες και την αριστοκρατία.

Τον Σεπτέμβριο του 1935 ο Ντουρρούτι φυλακίστηκε για μία ακόμα φορά στις φυλακές «El Puerto de Santa Maria» του Καντίζ, ωστόσο η κουραστική εναλλαγή των ημερών φυλακής με ημέρες επαναστατικής δράσης τελείωσε για τον Ντουρρούτι τον Φεβρουάριο του 1936, όταν ο πολιτικός συνασπισμός «Λαϊκό Μέτωπο» («Frente Popular»), που υποστηρίχθηκε και με την ψήφο των αναρχικών της CNT, θριάμβευσε στις κοινοβουλευτικές εκλογές. Την πρωτομαγιά του 1936 άρχισαν στην Σαραγόσα (Zaragoza, Saragossa) οι εργασίες του 4ου συνεδρίου της CNT με συμμετοχή 700 αντιπροσώπων, στο οποίο καταγγέλθηκε η συνωμοσία των φασιστών και των στρατιωτικών ενάντια στην εκλεγμένη κυβέρνηση του «Λαϊκού Μετώπου» που όμως έδειχνε ανίκανη να τους πατάξει. Οι Ντουρρούτι και Ασκάσο συμμετείχαν σε ειδική επιτροπή που ζήτησε από την κυβέρνηση άδεια για να οπλιστεί ο λαός κατά των φασιστών, όμως δεν κατάφερε παρά να αποσπάσει ανούσια λόγια, εγκώμια και ευχολόγια. Μετά από αυτό, οι Ντουρρούτι και Ασκάσο εισηγήθηκαν στην CNT να οπλίσει μόνη της τον λαό με κάθε τρόπο, ακόμα και με αρπαγές όπλων από εμπορικά πλοία που ήσαν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Βαρκελώνης.
Στις 11 Ιουλίου 1936 άρχισε ο Ισπανικός Εμφύλιος Πόλεμος όταν μία ένοπλη ομάδα «φαλαγγιτών» κατέλαβε τον ραδιοφωνικό σταθμό της Βαλένθια και μετέδωσε την εμπρηστική ανακοίνωση «Εδώ Ράδιο Βαλένθια! Η Ισπανική Φάλαγγα κατέλαβε τον ραδιοφωνικό σταθμό με τη δύναμη των όπλων της και αύριο θα συμβεί το ίδιο σε όλους τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της Ισπανίας». Έξι ημέρες αργότερα, στις 17 Ιουλίου 1936 και με την υποστήριξη της Φάλαγγας, της Εκκλησίας, των γαιοκτημόνων, των αριστοκρατών και των κεφαλαιούχων, ο στρατηγός Φράνκο ανέλαβε την ηγεσία της στρατιάς του ισπανικού Μαρόκου και της εκεί Λεγεώνας των Ξένων και κάλεσε «τον στρατό και το έθνος» να συνταχθούν στο πλευρό του για την εγκαθίδρυση εθνικιστικού κράτους στην Ισπανία, προκαλώντας τις επόμενες ημέρες την ανταρσία 50 στρατιωτικών σωμάτων κατά της δημοκρατικής κυβέρνησης.


Στη Βαρκελώνη η στρατιωτική ανταρσία ξέσπασε την Κυριακή 19 Ιουλίου, αλλά εξουδετερώθηκε σχεδόν ακαριαία από τον ήδη οπλισμένο λαό που βγήκε στους δρόμους στις 5 το πρωϊ (μη έχοντας ακόμα αναρρώσει από μία εγχείριση κήλης, ο Ντουρρούτι χρειάστηκε να φύγει από τον νοσοκομείο και να ενωθεί με τους ένοπλους εργάτες στα οδοφράγματα). Την ίδια κιόλας νύκτα οι αναρχικοί της CNT – FAI και οι τροτσκιστές του POUM επιτάξανε κρατικά οχήματα, λεηλάτησαν στρατιωτικές αποθήκες και οπλίστηκαν με τουφέκια και δυναμίτες και στις 20 Ιουλίου οι πρώτοι, με επικεφαλής τους Ντουρρούτι και Ασκάσο επετέθηκαν στον στρατώνα Αταρανθάρας (Ataranzaras) και στο οχυρωμένο από τους φασίστες ξενοδοχείο Κολόν (Colon) και μετά από σφοδρή μάχη υποχρέωσαν τους φασίστες να παραδοθούν. Η ανταρσία των φασιστών εξουδετερώθηκε, όμως στην επίθεση κατά του στρατώνα Αταρανθάρας έχασε την ζωή του ο Ασκάσο, επί σειρά ετών αδελφικός φίλος, συναγωνιστής και εν όπλοις σύντροφος του Ντουρρούτι.

Στις 21 Ιουλίου ο πρόεδρος της Καταλωνίας Κομπάνυς (Companys) κάλεσε τον γραμματέα της CNT Γκαρθία Ολιβέρ και τον Ντουρρούτι («που κάθισαν απέναντί του με τα τουφέκια ανάμεσα στα γόνατά τους, με τα ρούχα τους ακόμα σκονισμένα από τις μάχες και με τις καρδιές τους βαριές από τον θάνατο του Ασκάσο» σύμφωνα με τα λόγια του Hugh Thomas), παραδέχθηκε το ότι οι αναρχικοί ήσαν πλέον οι νόμιμοι κύριοι όχι μόνο της Βαρκελώνης αλά και ολόκληρης της επαρχίας και τους παρακάλεσε να συμμετάσχουν στην νέα καταλανική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα ο Ολιβέρ να γίνει παγκοσμίως ο πρώτος αναρχικός υπουργός Δικαιοσύνης. Πέρα από την κυβέρνηση όμως, τον ουσιαστικό έλεγχο των πραγμάτων είχε η «Αντιφασιστική Επιτροπή Πολιτοφυλακής», στελεχωμένη από μέλη της CNT - FΑΙ, της UGT και του ΡΟUΜ, η οποία ανέθεσε στον Ντουρρούτι να οργανώσει ένα ένοπλο αντιφασιστικό σώμα, την περίφημη «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» δύναμης χιλίων εθελοντών μαχητών, που όμως αργότερα σχεδόν δεκαπλασιάστηκαν. Ο Ντουρρούτι δήλωνε τότε: «Υπήρξα αναρχικός σε όλη μου την ζωή και ελπίζω ότι είμαι και τώρα, αφού θα το θεωρούσα πράγματι πολύ θλιβερό να καταντούσα ένας στρατηγός που εξουσιάζει ανθρώπους με στρατιωτική πυγμή... Πιστεύω όπως πάντα στην ελευθερία, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά στην αίσθηση ευθύνης. Θεωρώ την πειθαρχία απαραίτητη, αλλά θα πρέπει αυτή να είναι μία αυτοπειθαρχία, μία αυτοπειθαρχία την οποία θα εμπνέει ένας κοινός σκοπός και ένα ισχυρό αίσθημα συντροφικότητας».

Στις 23 Ιουλίου 1936 η «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» εξαπέλυσε επίθεση κατά των φασιστών της Αραγωνίας και μέσα σε λίγες ημέρες βρισκόταν έξω από τη Σαραγόσα, όμως ανέκοψε την προέλαση της όταν ο διορισμένος από την Μαδρίτη αρχηγός των δημοκρατικών δυνάμεων στο μέτωπο της Αραγωνίας Βιλάλμπα (Villalba) έπεισε τον Ντουρρούτι ότι υπήρχε κίνδυνος να αποκοπεί απ' τις άλλες ταξιαρχίες. Η «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» επανέλαβε ωστόσο αργότερα την επίθεσή της κατά της πόλης, στην διάρκεια της οποίας έγινε στάχτη ο καθεδρικός της ναός. Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει εκείνες τις μέρες στην Έμμα Γκόλντμαν, ο Ντουρρούτι είχε πει: «ίσως επιζήσουν μόνο 100 από εμάς, αλλά ακόμα και τόσο λίγοι θα μπούμε στη Σαραγόσα, θα καταστρέψουμε τον Φασισμό και θα ανακηρύξουμε τον Ελευθεριακό Κομμουνισμό. Θα είμαι ο πρώτος που θα μπει. Θα ανακηρύξουμε την ελεύθερη κομμούνα, δεν θα υποταχθούμε ούτε στην Μαδρίτη ,ούτε στην Βαρκελώνη, ούτε στον Αθάνια, ούτε στον Κομπάνυς και επίσης θα δείξουμε σε σας τους μπολσεβίκους πώς γίνεται μια πραγματική επανάσταση».

Η Σαραγόσα τελικά απελευθερώθηκε στις αρχές του Σεπτεμβρίου και η «Ταξιαρχία Ντουρρούτι» καθάρισε όλη την Αραγωνία από τους φασιστικούς θύλακες και οργάνωσε παντού την αυτοδιεύθυνση των εργατών και τον κολλεκτιβισμό των αγροτών (τουλάχιστον τα τρία τέταρτα της αραγωνέζικης γης ελέγχονταν τώρα από 450 περίπου κολλεκτίβες). Σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Pierre van Paasen της εφημερίδας «Toronto Star», ο Ντουρρούτι δήλωσε: «Θέλουμε να τσακίσουμε τον Φασισμό διαπαντός και μάλιστα παρά την θέληση της κυβέρνησης... Καμμία κυβέρνηση σε όλον τον κόσμο δεν είναι διατεθειμένη να πολεμήσει μέχρι θανάτου τον Φασισμό. Κάθε φορά που οι κρατούντες βλέπουν την εξουσία να γλιστράει από τα χέρια τους, καταφεύγουν στον Φασισμό για να την διατηρήσουν. Η φιλελεύθερη κυβέρνηση της Ισπανίας θα μπορούσε προ πολλού να είχε αχρηστέψει τα φασιστικά στοιχεία, όμως αντί να το πράξει συμβιβάστηκε και ακόμα και αυτή την στιγμή υπάρχουν στελέχη της που προσπαθούν να τα βρουν με τους στασιαστές… Εμείς θέλουμε την επανάσταση εδώ και τώρα, όχι μετά από τον επόμενο ευρωπαϊκό πόλεμο. Τρομάζουμε τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι πολύ περισσότερο από όσο ολόκληρος ο Κόκκινος Στρατός της Ρωσίας, γιατί δείχνουμε στην εργατική τάξη της Γερμανίας και της Ιταλίας πώς πρέπει να απαντήσει στον Φασισμό… Δεν περιμένουμε βοήθεια από καμμία κυβέρνηση στον κόσμο ολόκληρο… καμμία βοήθεια, ούτε καν από την δική μας… Πάντοτε ζήσαμε σε άθλιους οικισμούς και σε τρύπες, άρα ξέρουμε πώς μπορούμε να επιβιώσουμε για κάποιον καιρό. Δεν πρέπει να ξεχνιέται ότι μόνο εμείς μπορούμε και κτίζουμε, εμείς οι εργάτες κτίσαμε τα παλάτια και τις πόλεις στην Ισπανία και στην Αμερική και παντού. Εμείς λοιπόν οι εργάτες μπορούμε να κτίσουμε άλλα στην θέση τους. Και ακόμα καλύτερα! Σε κάθε περίπτωση εμείς δεν φοβόμαστε τα ερείπια... κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο εδώ, στις καρδιές μας. Είναι αυτός ο κόσμος που μεγαλώνει αυτήν εδώ την στιγμή».

Στις αρχές Νοεμβρίου του 1936 ο Φράνκο εξαπέλυσε την μεγάλη του επίθεση εναντίον της Μαδρίτης με 4 φασιστικές στρατιές που καλύπτονταν από γερμανικά και ιταλικά βομβαρδιστικά, τα οποία είχαν στείλει τα όμοιας ιδεολογίας καθεστώτα των δύο χωρών. Αποκομμένη από την υπόλοιπη Ισπανία, η πόλη βομβαρδιζόταν νυχθημερόν από τις 16 του μηνός, με 300 νεκρούς κατά μέσον όρο ανά ημέρα, ο Φράνκο δήλωνε κυνικά ότι προτιμά να την εξαφανίσει από τον χάρτη από το να την αφήσει «στα χέρια των μαρξιστών», ενώ η ναζιστική «Λεγεώνα Κόνδωρ» είχε προσφερθεί να εισχωρήσει στην Μαδρίτη, να κυριεύει το ένα οικοδομικό τετράγωνο μετά το άλλο και να το πυρπολεί. Για να ενισχύσει λοιπόν την άμυνα της Μαδρίτης, ο Ντουρρούτι αποφάσισε μετά από εισήγηση των ομοϊδεατών του Ολιβέρ και Φεντερίκα Μοντσένυ (Federica Montseny) να αποσπάσει από την Αραγωνία 4.000 άνδρες του και να τους οδηγήσει ο ίδιος στην πολιορκημένη πόλη, στην οποία εισήλθε τελικά στις 15 Νοεμβρίου.

Μόλις τέσσερις ημέρες μετά, γύρω στις 2 το μεσημέρι της 19ης Νοεμβρίου 1936, ενώ ο Ντουρρούτι συντόνιζε μία επιχείρηση κατά των φασιστών που κρατούσαν το Κλινικό Νοσοκομείο, κτυπήθηκε στο στήθος από μία σφαίρα φρανκιστών (κατά την έγκυρη αφήγηση του Abel Paz) και μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε ένα πρόχειρο νοσοκομείο, όπου εξέπνευσε από «πλευρική αιμορραγία» πριν την αυγή της επόμενης ημέρας. Άλλες εκδοχές για τον θάνατό του ήταν ότι η σφαίρα προερχόταν από το όπλο ενός αναρχικού που εκπυρσοκρότησε από λάθος χειρισμό ή ότι προερχόταν από το όπλο του Γάλλου σταλινικού κομμουνιστή Αντρέ Μαρτύ της κομμουνιστικής «Διεθνούς Ταξιαρχίας».

Το νεκρό σώμα του μεγάλου, αδιάφθορου και ακούραστου επαναστάτη, τον οποίο η Μοντσένυ περιέγραψε ως «άνδρα με σώμα Ηρακλή, με μάτια μικρού παιδιού και ημιάγριο πρόσωπο», στάλθηκε στην Βαρκελώνη, για να ταφεί στο νεκροταφείο Montjuich, δίπλα στον συναγωνιστή του Ασκάσο και τον παλαιότερο μάρτυρα του ελευθέρου πνεύματος και του Αναρχισμού Φραντσέσκο Φερρέρ. Την ημέρα της κηδείας του, στις 23 Νοεμβρίου 1936, περίπου 300.000 (κατ’ άλλους 500.000) άνθρωποι όλων των ηλικιών με υψωμένη την γροθιά αποχαιρέτησαν τον αγνό και σχεδόν μυθικό καθοδηγητή τους με ένα πρωτοφανές για την συγκεκριμένη εποχή και την συγκεκριμένη χώρα λαϊκό προσκύνημα. Όταν ξεκίνησε η νεκρική πομπή από τα γραφεία της τοπικής επιτροπής της CNT – FAI, η μπάντα έπαιξε τον ύμνο των αναρχικών «Παιδιά του λαού» και πάνω από τον τάφο εκφώνησε έναν συγκλονιστικό επικήδειο ο Γκαρθία Ολιβέρ, επί πολλά χρόνια σύντροφος και συμμαχητής του και, εκείνη την εποχή, υπουργός Δικαιοσύνης μίας κυβέρνησης που σε λίγο θα διαλυόταν από τα όπλα των φασιστών.


.........................ΣΧΕΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.........................................

Thomas Hugh, «La Guerra Civil Espanola», Madrid, 1979
Paz Abel, «Ντουρρούτι: Κοινωνική επανάσταση στην Ισπανία 1896 - 1936», 2 τόμοι, Αθήνα, 1978
Μόρροου Φέλιξ, «Επανάσταση και αντεπανάσταση στην Ισπανία», Αθήνα, 1977
Enzensberger Hans Magnus, «Το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας», Αθήνα, 1992

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2008

Επίκουρος: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΜΕΝΟΙΚΕΑ


Όσο είναι κανείς νέος ας μην αναβάλλει για το μέλλον τη φιλοσοφία, μα κι όταν γεράσει ας μην βαριέται να φιλοσοφεί. Γιατί για κανέναν δεν είναι ποτέ νωρίς και ποτέ αργά για ότι έχει να κάνει με την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα για φιλοσοφία ή ότι πέρασε πια ο καιρός, μοιάζει με άνθρωπο που λέει πως δεν είναι ώρα τώρα για την ευτυχία ή πως δεν έμεινε πια καιρός γι' αυτήν. Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος: ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του προσφέρει η χάρη των περασμένων ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, αφού δεν θα 'χει αγωνία για το αύριο. Χρειάζεται, λοιπόν, να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν τη στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.

Να πράττεις και να μελετάς αυτά που συνεχώς σου παράγγελνα, θεωρώντας τα ως βασικές αρχές του καλώς ζην.

Πρέπει να 'χουμε κατά νου ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές και άλλες μάταιες. Από τις φυσικές, πάλι, άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές. Τέλος, ορισμένες από τις αναγκαίες επιθυμίες μας είναι δεμένες με την ευδαιμονία μας, άλλες με την ευεξία του σώματος μας κι άλλες με την ίδια μας την επιβίωση. Αν τα μελετήσουμε αυτά χωρίς ψευδαισθήσεις, θα είμαστε σε θέση να ανάγουμε κάθε επιλογή και κάθε αποφυγή μας στην υγεία του σώματος και στην γαλήνη της ψυχής, μιας και αυτά είναι ότι έχει να σου προσφέρει μια ευτυχισμένη ζωή.

Γιατί όλα γι' αυτό τα κάνουμε: για να μη πονούμε και για να μη μας ταράζει τίποτα. Απαξ και το εξασφαλίσουμε αυτό, κοπάζει η φουρτούνα της ψυχής, αφού το έμψυχο ον δεν έχει λόγο να περιπλανηθεί αναζητώντας κάτι άλλο, αναγκαίο για να συμπληρώσει την ευεξία της ψυχής και του σώματος. Γιατί τότε μόνο έχουμε ανάγκη από την ηδονή, όταν η απουσία της μας κάνει να υποφέρουμε. Ενώ όταν τίποτα δεν ζορίζει την ψυχή μας, δεν έχουμε ανάγκη να την επιδιώξουμε.

Και γι' αυτό λέω πως η ηδονή είναι αρχή και σκοπός του μακαρίως ζην: γιατί αναγνώρισα ότι είναι το πρωταρχικό και συγγενικό με τη φύση μας αγαθό και ότι αυτή είναι η αφετηρία για κάθε επιλογή και για κάθε αποφυγή μας, και ότι σ' αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε το κάθε αγαθό, έχοντας ως κριτήριο το τι αισθανόμαστε. Κι ακριβώς επειδή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο μ' εμάς αγαθό, για τούτο δεν επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή, αλλά συμβαίνει ορισμένες φορές να γυρίζουμε την πλάτη μας σε πολλές ηδονές, όταν τα προβλήματα που προκαλούν αυτές οι ηδονές είναι για μας μεγαλύτερα και υπάρχουν, από την άλλη, πολλοί πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που θα ακολουθήσει άμα τους υπομείνουμε για κάμποσο θα είναι για μας μεγαλύτερη. Κάθε ηδονή λοιπόν, ακριβώς επειδή η φύση της μας είναι συγγενική, είναι καλό πράγμα δεν συμβαίνει όμως να επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή. Ακριβώς όπως κάθε πόνος είναι κακό πράγμα κι ωστόσο δεν είναι όλοι οι πόνοι τέτοιοι που να μπορούμε να τους αποφεύγουμε.

Είναι καθήκον μας, εντούτοις, να τα κρίνουμε όλα αυτά παραβάλλοντας και συγκρίνοντας το ένα με το άλλο και εξετάζοντας προσεκτικά τι συμφέρει και τι όχι. Γιατί ορισμένες φορές μεταχειριζόμαστε το αγαθό ως κακό και αντιστρόφως.

Το να αρκείται κανείς σ' αυτά που έχει, το θεωρώ πολύ σπουδαίο αγαθό: όχι για να περιοριζόμαστε σώνει και καλά στα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν μας λείπουν τα πολλά με τη γνήσια πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν πολύ καλύτερα οι άνθρωποι που δεν την έχουν και τόσο ανάγκη, και ότι τα φυσικά πράγματα, όλα, μπορεί εύκολα να τα αποκτά κανείς, ενώ το περιττό το απο­κτάς δύσκολα" ότι μια σκέτη σούπα θα σου δώσει ίση ευχαρίστηση με ένα πολυτελές γεύμα, όταν έχει φύγει όλο το δυσά­ρεστο αίσθημα από την έλλειψη τροφής και ότι το ψωμί και το νερό δίνουν τη μεγαλύτερη ηδονή όταν προσφέρονται σε κάποιον που τα έχει ανάγκη. Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στον απλό τρόπο ζωής κι όχι στην πολυτέλεια, δεν βοηθά μόνο την υγεία αλλά κάνει επίσης τον άνθρωπο ικανό να αντεπεξέρχεται με αποφασιστικότητα στις αναγκαίες ενασχολήσεις της ζωής' μας κάνει να το ευχαριστιόμαστε περισσότερο όταν, αραιά και πού, παίρνουμε μέρος σε πολυτελή γεύματα και μας προετοιμάζει να σταθούμε άφοβοι μπρος στα παιχνίδια της τύχης.

Όταν λοιπόν υποστηρίζουμε ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και των αισθησιακών απο­λαύσεων, όπως νομίζουν κάποιοι από άγνοια κι επειδή διαφωνούν μαζί μας ή παίρνουν στραβά τα λόγια μας, αλλά εν­νοούμε το να μην υποφέρει κανείς σωματικούς πόνους και το να μην είναι η ψυχή του ταραγμένη. Γιατί τη γλυκιά ζωή δε μας την προσφέρουν τα φαγοπότια κι οι διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις με αγόρια και γυναίκες, ούτε τα ψάρια και τα άλλα εδέσματα που προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, αυτός που ερευνά τα αίτια κάθε προτίμησης μας ή κάθε αποφυγής μας, και αποδιώχνει τις δοξασίες που με τόση σύγχυση γεμίζουν την ψυχή μας.

Αφετηρία για όλα αυτά, και μέγιστο αγαθό συνάμα, είναι η φρόνηση. Γι' αυτό και είναι πολυτιμότερη η φρόνηση κι από τη φιλοσοφία ακόμα, γιατί απ' αυτήν απορρέουν όλες οι αρετές: η φρόνηση που μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς χαρούμενα αν η ζωή του δεν έχει γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη, κι ούτε πάλι μπορεί να 'χει η ζωή του γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη αν δεν έχει και χαρά. Γιατί οι αρετές αυτές είναι σύμφυτες με το να ζει κανείς ευτυχισμένα, κι η ευτυχισμένη ζωή είναι αξεχώριστη από τις αρετές.

Ποιον άραγε θεωρείς καλύτερο από εκείνον που έχει αγνή και καθάρια γνώμη για τους θεούς και που 'χει ξεπεράσει τελείως το φόβο του θανάτου; Που έχει αναλογιστεί το σκοπό που έθεσε η φύση, που έχει αντιληφθεί πόσο εύκολα αγγίζει κανείς και κατακτά το όριο των καλών πραγμάτων και πόσο μικρή είναι η διάρκεια ή η ένταση των κακών. Εκείνον που κοροϊδεύει την Αναγκαιότητα -που κάποιοι την παρουσιάζουν ως την απόλυτη εξουσιάστρια των πάντων-, και βεβαιώνει ότι άλλα πράγματα συμβαίνουν αναγκαστικά, άλλα οφείλονται στην τύχη, άλλα όμως περνούν από το χέρι μας γιατί το βλέπει ότι η αναγκαιότητα δεν φέρει ουδεμία ευθύνη κι η τύχη είναι άστατη, όμως εκείνο που εξαρτάται από εμάς είναι ελεύθερο και φυσικά επιδέχεται τη μομφή όσο και τον έπαινο.

Αλλά και την Τύχη, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν τη θεωρεί θεά όπως κάνουν οι πολλοί αφού από ένα θεό τίποτα δεν γί­νεται άτακτα. Ούτε την θεωρεί ως αστάθμητη αιτία όλων των πραγμάτων γιατί δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται στους ανθρώπους το καλό ή το κακό ως προς την ευτυχία τους. Πιστεύει ότι η τύχη είναι απλώς μια αφετηρία για με­γάλα καλά ή μεγάλα δεινά. Πιστεύει πως είναι καλύτερα να ατυχήσει μετά από σωστή σκέψη παρά να σταθεί τυχερός όντας παράλογος. Γιατί στις ανθρώπινες πράξεις καλύτερα να πάει στραβά κάτι το οποίο βασίστηκε σε σωστή κρίση παρά να πετύχει ένας σκοπός που δεν τέθηκε με σωστή κρίση.

Αυτά λοιπόν, κι όσα σχετίζονται μαζί τους, να τα στοχάζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου ή με κάποιον σαν και σένα, και ποτέ σου δεν πρόκειται να ταραχτείς, είτε στον ύπνο σου είτε στον ξύπνιο σου και θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί δεν μοιάζει με θνητό ζώο ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά.

Πρώτα-πρώτα, το θεό να τον θεωρείς ως ένα ον άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους τους ανθρώπους παράσταση του. Μην του προσάπτεις τίποτα το ά­σχετο με την αφθαρσία και αταίριαστο με τη μακαριότητα του. Πίστευε, αντίθετα, σε οτιδήποτε μπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του.

Οι θεοί υπάρχουν, μιας και η γνώση που έχουμε γι' αυτούς είναι ολοκάθαρη. Δεν είναι όμως τέτοιοι όπως τους φαντάζεται ο πολύς ο κόσμος. Γιατί ο κόσμος δεν κρατά ακέραιη την αρχική παράσταση των θεών. Ασεβής δεν είναι αυτός που βγάζει από τη μέση τους θεούς στους οποίους πιστεύει ο πολύς κόσμος, ασεβής είναι αυτός που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών. Οι απόψεις του κόσμου για το θεό δεν είναι ξεκάθαρες προλήψεις αλλά ψευδείς δοξασίες. Από δω και η ιδέα ότι οι θεοί προκαλούν στους κακούς τα μεγαλύτερα δεινά και ότι ευεργετούν τους καλούς. Διότι οι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές και αποδέχονται τους όμοιους των ενώ το διαφορετικό το θεωρούν ξένο και εχθρικό.

Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση μας όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι' αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου: όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας. Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φο­βερό στη ζωή του ανθρώπου που 'χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Αρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου.

Γιατί ότι δεν σε στεναχωρεί όταν εί­ναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε στεναχωρεί όταν το προσδοκείς. Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς. Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια.

Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν' αποφύγουν το θάνατο σαν να 'ναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν' αναπαυθούν από τα δεινά της ζωής.

Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έτσι και με τη ζωή: δεν απολαμβάνει τη διαρκέστερη μα την ευτυχέστερη. Κι εί­ναι αφελής όποιος προτρέπει τον νέο να ζει καλά και τον γέ­ρο να δώσει ωραίο τέλος στη ζωή του* όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη αλλά γιατί το να ζεις καλά και να πεθαί­νεις καλά είναι μία και η αυτή άσκηση. Όμως πολύ χειρότε­ρος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς «αλλά μιας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πύλες του Αδη» Αν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν αποσύρεται από τη ζωή;

Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το 'χει σκεφτεί σοβαρά. Αν πάλι το λέει στ' αστεία, είναι ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν σηκώνουν αστεία.

Σάββατο, 1 Μαρτίου 2008

Εμιλιάνο Ζαπάτα (Emiliano Zapata Salazar, Anenecuilco Morelos, 8 Αυγούστου 1879 - Chinameca Morelos, 10 Απριλίου 1919)

Ηγέτης της Μεξικανικής Επανάστασης του 1910 ενάντια στον πρόεδρο Πορφύριο Δίαζ (Porfirio Diaz), ιδρυτής και διοικητής του «Απελευθερωτικού Στρατού του Νότου» («Ejercito Libertador del Sur»), προστάτης των φτωχών χωρικών συμπατριωτών του. Γεννήθηκε μιγάς από καταγωγή (mestizo) και παιδί πολυτέκνων (το 9ο από τα 10 παιδιά των Gabriel Zapata και Cleofas Salazar) στο χωριό Σαν Μιγκέλ Ανενκουϊλκο (Anenecuilco) της μεξικανικής πολιτείας Μορέλος. Σε ηλικία 16 ετών έμεινε ορφανός από τον μικροϊδιοκτήτη γης πατέρα του και αφιερώθηκε στην στήριξη όλης της οικογένειάς του, εργαζόμενος ως δαμαστής αλόγων. Παρ’ όλο που δεν απέκτησε μόρφωση, είχε πηγαία όσο και έντονα ανεπτυγμένο το αίσθημα του δικαίου και βαθιά πολιτική συνείδηση και πολύ γρήγορα έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στον απλό λαό για τον ακέραιο χαρακτήρα του.

Το 1897 σε ηλικία μόλις 18 ετών, συνελήφθη για πρώτη φορά, όταν πήρε το μέρος των φτωχών χωρικών του Μορέλος, που αντιδρούσαν στην κατάποση των μικροϊδιοκτησιών τους από τις μεγάλες «χασιέδας». Το κοινωνικό σύστημα της εποχής εκείνης ήταν πρωτόγονα καπιταλιστικό ημι-φεουδαρχικό, οργανωμένο γύρω από τις μεγάλες ιδιοκτησίες γης (τις «χασιέδας», «haciendas», που αποτελούσαν το 85% της γης και ανήκαν στο μόλις 2% του πληθυσμού), οι οποίες έκαναν σχεδόν αδύνατη την επιβίωση των ανεξάρτητων κοινοτήτων των αυτοχθόνων ινδιάνων ή των μιγάδων, οι περισσότεροι των οποίων είχαν πέσει σε καθεστώς δουλείας («peonaje») στις «χασιέδας», λόγω χρεών.

Το φθινόπωρο του 1909 σε ηλικία 30 ετών, εκλέχτηκε επικεφαλής της πολιτικής επιτροπής άμυνας του χωριού του για την διεκδίκηση της καλλιεργήσιμης γης, που είχαν κατασχέσει οι γαιοκτήμονες από τους φτωχούς και εκμεταλλεύθηκε τις αρμοδιότητές του για ν’ αρχίσει να συγκροτεί έναν μικρό δικό του στρατό, ο οποίος την άνοιξη του 1911 ξεπέρασε τους 1.000 ένοπλους: «στις 29 Μαρτίου 1911 ο Εμιλιάνο Ζαπάτα και οι άντρες του εισέβαλαν στον περίβολο της Τσιναμένα, πήραν στην κατοχή τους 40 τουφέκια Σάβατζ και όλα τα πυρομοχικά και τα άλογα... Μέσα σε λίγες βδομάδες ο στρατός του Ζαπάτα διέθετε περισσότερους από 1.000 άνδρες» περιγράφει ο Αντόλφο Τζίλι.

Εν τω μεταξύ τον Νοέμβριο του 1910 είχε ήδη ξεσπάσει μεγάλη αγροτική εξέγερση, σε υποστήριξη του πολιτικού αντιπάλου του Πορφύριου Δίαζ, Μαδέρο (Francisco I. Madero), στην διάρκεια της οποίας οι εξαθλιωμένοι χωρικοί πήραν τα όπλα, πυρπόλησαν «χασιέδας» και κατέστρεψαν το σιδηροδρομικό δίκτυο. Ο Ζαπάτα προσχώρησε στις ένοπλες ομάδες των εξεγερμένων, και τον Μάϊο του 1911 μαζί με τους Πάντσο Βίγια (Pancho Villa) και Πασκουάλ Ορότσκο (Pascual Orozco) βοήθησε τον Μαδέρο να νικήσει τον Δίαζ στην μάχη της Ciudad Juarez. Kαθώς όμως ο Μαδέρο, παρ’ όλο που είχε μπει θριαμβευτής στην πόλη του Μεξικού, συμβιβάστηκε τελικά με τους πλουτοκράτες και τους Αμερικανούς και ουσιαστικά εγκατέλειψε το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμά του το καλοκαίρι του 1911 αρνούμενος να διατάξει αναδιανομή της γης, ο Εμιλιάνο Ζαπάτα προχώρησε με την βοήθεια του αναρχικού, θαυμαστή του Κροπότκιν δασκάλου Σάντσεζ (Otilio Montano Sanchez, στρατηγού αργότερα στον στρατό του Ζαπάτα, που εκτελέστηκε στις 17 Μαϊου 1917) σε κατάρτιση δικού του επαναστατικού αγροτικού προγράμματος (του «προγράμματος Ayala», «Plan de Ayala»), το οποίο προέβλεπε δήμευση και μοίρασμα στους ακτήμονες του ενός τρίτου των γαιών των φεουδαρχών hacendados, δήμευση όλης της γης των ξένων και των αντιστεκόμενων στην επανάσταση (όσοι hacendados αρνούνταν να παραδώσουν προς αναδιανομή το ένα τρίτο των γαιών τους, θα την έχαναν όλη!), επιστροφή στους μικροϊδιοκτήτες όλων των κατασχεμένων λόγω χρεών περιουσιών τους και παροχή συντάξεων στις χήρες και τα ορφανά όλων των πεσόντων στην επανάσταση.

Πριν προχωρήσει στην κατάρτιση του «προγράμματος Ayala», ο Ζαπάτα είχε έλθει σε επαφή με τις ανθούσες εκείνη την εποχή ιδέες του Αναρχισμού, στον οποίο ήδη ανήκαν ιδεολογικά πολλοί σύντροφοί του, όπως λ.χ. ο Ρικάρντο Φλόρες Μαγκόν (Ricardo Flores Magon), ο Σάντσεζ κ.ά. Στις 27 Νοεμβρίου 1911 κατήγγειλε δημόσια τον Μαδέρο ως απρόθυμο να πραγματοποιήσει τις υποσχέσεις του κοινωνικού προγράμματός του και δημοσίευσε την «ζαπατίστικη» διακήρυξη για την κοινωνική αλλαγή με το σύνθημα που εισήγαγε ο Μαγκόν: «Tierra y Libertad» («Γη και Ελευθερία»). Για την εφαρμογή του προγράμματός του, ο Ζαπάτα ηγήθηκε εκατοντάδων ανταρτών, απελευθερώνοντας και μοιράζοντας καλλιεργήσιμα εδάφη και σύντομα αναγορεύθηκε στρατηγός της επαναστατικής στρατιάς της περιοχής Μορέλος, που πήρε το όνομα «Απελευθερωτικός Στρατός του Νότου» («Ejercito Libertador del Sur»). Μάταια ο Μαδέρο έστελνε ξανά και ξανά διάφορους στρατηγούς τους για να πείσουν τον Ζαπάτα να παραδώσει τα όπλα και να διαλύσει τον στρατό του, παίρνοντας την στερεότυπη απάντηση «εάν δεν βρίσκουμε τώρα το δίκιο μας που είμαστε οπλισμένοι, θα το βρούμε όταν είμαστε άοπλοι;».

Το χλιαρό πολιτικό κίνημα του Μαδέρο τερματίστηκε άδοξα τον Φεβρουάριο του 1913, όταν ο ίδιος ανατράπηκε από τον οπαδό του Δίαζ («porfirista») στρατηγό Βικτοριάνο Χουέρτα (Victoriano Huerta) και εκτελέστηκε, ωστόσο ο Ζαπάτα συνέχισε τον αγώνα αφού πρώτα φρόντισε να ενώσει τις δυνάμεις του τού Νότου με εκείνες του Βορρά υπό τον Βίγια, που αρχικά είχε εναντιωθεί στο «πρόγραμμα Ayala». Οι δύο επαναστάτες, που ίδρυσαν την «Αγροτική Τράπεζα Δανεισμού» και οργάνωσαν τους πρώτους αγροτικούς συνεταιρισμούς του Μεξικού, αγωνίστηκαν μαζί ενάντια στις κυβερνητικές δυνάμεις από το 1914 μέχρι το 1919, όμως ο αγώνας τους ήταν άνισος. Παρά την ογκώδη υπεροπλία των κυβερνητικών δυνάμεων, το αγροτικό επαναστατικό κίνημα στον Νότο κατόρθωσε ωστόσο να εφαρμόσει σε μεγάλο τμήμα του το επαναστατικό πρόγραμμα ως «Κομμούνα της Μορέλος», έχοντας κοινωνικοποιήσει τα 24 εργοστάσια της ζάχαρης, έχοντας συγκροτήσει λαϊκές πολιτοφυλακές και έχοντας καθιερώσει κολεκτιβισμό στην καλλιέργεια της γης από τους χωρικούς. Σε όλη την εξεγερμένη επικράτεια χιλιάδες απλοί, αμόρφωτοι άνθρωποι όλων των ηλικιών και των δύο φύλων ύψωναν μία εντυπωσιακή αλληλεγγύη και όταν κάποτε έπεφταν στα χέρια των κυβερνητικών βάδιζαν ήρεμοι προς την κρεμάλα σιγοσφυρίζοντας τον γνωστό σκοπό «Λα Κουκαράτσα» («La Cucaracha»), που είχε γίνει ο ύμνος των ανταρτών.

Οι πολεμιστές του Ζαπάτα εργάζονταν στα χωράφια με τα τουφέκια στους ώμους, οπλίζονταν χτυπώντας κυβερνητικά στρατεύματα σε ενέδρες και διεξήγαγαν συστηματικό ανταρτοπόλεμο. Στο βιβλίο του «Επαναστατημένο Μεξικό», ο Τζων Ρηντ έχει καταγράψει την ελπίδα ενός «Ζαπατίστα» αξιωματικού σε ένα καλύτερο μέλλον: «όταν κερδίσουμε την Επανάσταση θα εγκαθιδρύσουμε μια κυβέρνηση για ανθρώπους, όχι για τους πλούσιους. Προχωρούμε επάνω σε γη ανθρώπων, που ανήκε πριν στους πλούσιους, τώρα όμως ανήκει σε εμένα και τους συντρόφους». Οι ελπίδες των μαχητών του Βίγια και του Ζαπάτα, ενός μεικτού λαϊκού στρατού από αγράμματους χωρικούς, αριστερούς διανοούμενους και βετεράνους της επανάστασης, δεν πραγματοποιήθηκαν. Στην διάρκεια της συντονισμένης αλλά από ένα σημείο και ύστερα απελπισμένης επαναστατικής δράσης τους, οι Ζαπάτα και Βίγια κατόρθωσαν ακόμα και να καταλάβουν προσωρινά 3 φορές την πόλη του Μεξικού (όπου οι αγράμματοι χωρικοί αντάρτες δεν προέβησαν σε ούτε μία κλοπή, θανάτωση ανθρώπου ή βιασμό), όμως το 1917 οι κυβερνητικοί, που υποστηρίζονταν από τους αμερικανούς, κατατρόπωσαν τον στρατό του Πάντσο Βίγια.

Ο μεγάλος εκείνος επαναστάτης, ο «τίγρης του Νότου» («El Tigre del Sur»), όπως τον αποκαλούσε ο λαός, που δήλωνε ότι «είναι καλύτερα να πεθαίνει κανείς όρθιος, παρά να ζει γονατιστός» («es mejor morir a pie que vivir arrodillado»), προστάτης ήρωας για τους αυτόχθονες χωρικούς και «μηδενιστής» και «αρχιλήσταρχος» για τους γαιοκτήμονες και την κυβέρνηση που τον είχε επικηρύξει ελπίζοντας μάταια στην προδοσία από δυσαρεστημένους αντάρτες του, δολοφονήθηκε τελικά με καταιγισμό πυρών από τις κυβερνητικές δυνάμεις στις 10 Απριλίου 1919 στην χασιέδα de San Juan της Τσιναμέκα (Chinameca) του Μορέλος, μετά από ενέδρα που του στήθηκε από τον στρατηγό Πάμπλο Γκονζάλες (Pablo Gonzalez, που είχε καταστρέψει παλαιότερα ολόκληρα χωριά και είχε κρεμάσει εκατοντάδες χωρικούς). Για να παρασύρει τον Ζαπάτα στην ενέδρα, ο Γκονζάλες είχε προσποιηθεί πως ενδιαφερόταν να προσχωρήσει στους «Ζαπατίστας», για να γίνει μάλιστα περισσότερο πιστευτός, ο πρόεδρος Venustiano Carranza του είχε επιτρέψει επίθεση σε κυβερνητικό απόσπασμα, κατά την οποία είχαν χάσει την ζωή τους 57 στρατιώτες.

Λίγο μετά την εξόντωση του ηγέτη του, ο «Απελευθερωτικός Στρατός» διαλύθηκε, ενώ όμοιο τέλος με τον Ζαπάτα είχε και ο συναγωνιστής του Βίγια, που δολοφονήθηκε και αυτός το 1923. Για τον Ζαπάτα γράφτηκαν πολλές ιστορίες και τραγούδια, πολλά ακόμα και από την εποχή που ακόμα ζούσε, ενώ μέχρι και σήμερα ο τάφος του αποτελεί σημείο προσκυνήματος για τους ιθαγενείς του Νότιου Μεξικού, ο ίδιος λατρεύεται από αρκετούς ως ενσάρκωση του υπερασπιστή του λαού Θεού Βοτάν των αρχαίων Μάγιας (ως Votan Zapata) και στο όνομά του (ως «Ζαπατίστικος Στρατός για την Εθνική Απελευθέρωση», «Ejercito Zapatista de Liberacion Nacional» ή EZLN ή «Ζαπατίστας») έχει συγκροτηθεί από το 1994 το επαναστατικό κίνημα των αυτοχθόνων Ινδιάνων στην περιοχή Τσιάπας (Chiapas).

....................................ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ...........................................
- Womack John, «Zapata and the Mexican Revolution», Νέα Υόρκη, 1970
- Πουλ Ντέηβ - Νιούελ Πήτερ, «Ο Ζαπάτα, ο Μαγκόν και η Μεξικανική Επανάσταση», Αθήνα, 1997
- Τζίλι Αντόλφο, «Η Μεξικάνικη Επανάσταση 1910 - 1920», Αθήνα, 2006
............................................................................................................
Πηγή: Βλ. Ρασσιάς "Βιογραφίες Σπουδαίων Ψυχών" http://www.rassias.gr/7P.html