Δευτέρα, 26 Μαΐου 2008

Βασίλης Ραφαηλίδης: ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟ

Η αναρχία είναι μια κατάσταση φυσική. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να νιώθει άσχημα όταν κάποιος ή κάποιοι προσπαθούν να περιορίσουν την φυσική για κάθε άνθρωπο τάση να φέρεται φυσικά. Η εξουσία είναι κάτι το παρά φύση. Στην φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Ηγέτης είναι αυτός που ηγείται, που προηγείται και δείχνει τον δρόμο στους άλλους για να μη χαθούν. Το κριάρι δεν ασκεί εξουσία στο κοπάδι, απλώς ηγείται του κοπαδιού.

Μια μικρή ή μεγάλη ομάδα ανθρώπων εύκολα δέχεται ως φυσικό ηγέτη αυτόν που αναδεικνύεται φυσικά, μέσα από φυσικές, μη καταναγκαστικές, αυτόματες διαδικασίας. Οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν δεν το δείχνουν, πάντα δυσφορούν όταν ο ηγέτης έρχεται έτοιμος απ' έξω ή πέφτει με αλεξίπτωτο από πάνω.

Αναρχία, λοιπόν, είναι η άρνηση κάθε μορφής εξουσίας που δεν είναι φυσική και κοινά αποδεκτή από όλους και όχι μόνον από την πλειοψηφία. Η αναρχία πάει σταθερά κόντρα σε κάθε είδους αρχή, σε κάθε μορφή εξουσίας, θρησκευτική, πολιτική, κομματική.

Η αναρχία και η ελευθερία είναι σχεδόν συνώνυμα. Οι προσπάθειες των φιλοσόφων να τοποθετήσουν τα όρια της ατομικής ελευθερίας ενός ανθρώπου δίπλα στα όρια της ατομικής ελευθερίας του κάθε ανθρώπου δεν είναι παρά μια θεωρητική επιβεβαίωση του κύριου αιτήματος του αναρχισμού για σεβασμό της ατομικότητας και της προσωπικότητας του καθένα.

Αρκεί, βέβαια, τούτη η προσωπικότητα να μην είναι χονδροειδώς ετεροκαθορισμένη και με τον ψυχολογικό μηχανισμό της "ψευδούς συνειδήσεως" να γίνεται αντιληπτή από το άτομο σαν αβίαστα αυτοκαθορισμένη. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει πως είναι άνθρωπος με προσωπικότητα, όταν είναι καταφάνερο πως το συνειδησιακό περιεχόμενο της προσωπικότητάς του δεν δημιουργήθηκε κάτω από μια πολύ μεγάλη δέσμη ανεμπόδιστων επιδράσεων αλλά μπήκε στην συνείδηση με "μετάγγιση" από μια κοινή δεξαμενή, ας πούμε από τον Θεό, από την κομματική ιδεολογία, από την συλλογική "εθνική ψυχή", από τον Αρχηγό.

Το αναρχικό κίνημα, με τις πολλές και ποικίλες παραλλαγές του, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση στην κοινωνία καθεστώτος πραγματικής ισότητας, πραγματικής αδελφοσύνης, πραγματικής δικαιοσύνης, έξω και πέρα από κάθε καταναγκασμό που βάζει όρια και στην ισότητα, και στην αδελφοσύνη, και στην δικαιοσύνη. Ο αναρχισμός, η απόρριψη της Αρχής, της εξουσίας σε όλες της τις μορφές, είναι ένα ιδανικό για την αβίαστα και ελεύθερα αυτορυθμιζόμενη προσωπικότητα.

Μια συγκεκριμένη "κοινωνία ζώων" δεν αλληλοσπαράσσεται. Τα μέλη της ανακαλύπτουν την αξία της φυσικής κοινωνικότητας μόνα τους, με βάση το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο της ζούγκλας. Γίνεται, όμως, δίκαιο της ζούγκλας όσον αφορά τις "εξωτερικές σχέσεις". Μια ομάδα ζώων του ίδιου είδους μπορεί να βρίσκεται σε σταθερά εχθρικές σχέσεις με μια άλλη ομάδα ζώων διαφορετικού είδους.

Αν αντιμετωπίζουμε τις ανθρώπινες φυλές σαν διαφορετικά ζωικά είδη που αλληλοσπαράσσονται μέχρι εξοντώσεως, τότε δεν είμαστε μόνο ρατσιστές, είμαστε ζώα, αφού ξέρουμε πως όλοι οι άνθρωποι, ασχέτως φυλής, ανήκουν στο ίδιο βιολογικό είδος.

Κανένας άνθρωπος δεν διαφέρει από τον άλλο όσον αφορά τις βιολογικές λειτουργίες. Κάθε διαφορά στην εξωτερική εμφάνιση έχει σχέση μάλλον με το περιβάλλον παρά με την βιολογία. Όταν ζεις στην διακεκαυμένη ζώνη είναι σαν να κάνεις μια διαρκή, καταναγκαστική ηλιοθεραπεία. Το δέρμα σου μαυρίζει και το επίκτητο χαρακτηριστικό γίνεται κληρονομικό με την εγγραφή του στο DNA. Κάθε λευκός θα μαυρίσει ύστερα από χίλιες γενιές απογόνων αν εγκατασταθεί σήμερα στην Νιγηρία, για παράδειγμα. Κάθε διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα σε φυλές είναι διαφορά ανάμεσα σε συμφέροντα και όχι σε αίματα.

Ο εθνικισμός είναι πολιτιστικό δεδομένο. Στηρίζεται στην διαφορετικότητα των πολιτισμών, ή μάλλον στην ιεράρχηση των πολιτισμών, αν δεχτούμε πως θα ήταν δυνατό να υπάρξει μια τέτοια ιεράρχηση, πράγμα που ο μεγάλος εθνολόγος και δημιουργός του δομισμού (στρουχτουραλισμού) Λεβί-Στρός το απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.

Δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος πολιτισμός, λέει ο Λεβί-Στρος. Κάθε πολιτισμός υπάρχει «καθ' εαυτόν και διά τον εαυτό του», όπως θα έλεγαν οι υπαρξιστές. Μόνο η τερατώδης αλαζονεία του αποικιοκράτη Ευρωπαίου θα κάνει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό μέτρο σύγκρισης για όλους τους άλλους.

Γιατί οι Ινδιάνοι της Αμερικής να μη βλέπουν σαν κατώτερο του δικού τους τον εξοντωτικό ευρωπαϊκό πολιτισμό που τους καθυπόταξε; Και τι θα μπορούσε να σημαίνει η νοσταλγία του "πολιτισμένου" για τον "χαμένο παράδεισο", αν όχι μια αναγνώριση της αξίας πολιτισμών που δεν μοιάζουν με τον δικό του; Ο αναρχισμός πριν απ' όλα είναι μια αποδοχή της ετερότητας, ένας σεβασμός του διαφορετικού, μια συνεργασία με το «όλως άλλο», όπως θα έλεγε ο Κροπότκιν.

Ο αναρχισμός, δίνοντας έμφαση στην αυτοκαθοριζόμενη προσωπικότητα, είναι φυσικό να απεχθάνεται κάθε αγελαία συμπεριφορά ακόμα και την εθνικιστική, πολύ περισσότερο την ρατσιστική. Ωστόσο, κάθε τόσο εμφανίζονται αγέλες "αναρχικών".

Βέβαια, δεν πρόκειται για κλασικού τύπου αναρχικούς, αλλά για "αναρχοαυτόνομους", που είναι το ακριβώς αντίθετο των αναρχικών. Οι αναρχικοί είναι εξόχως κοινωνικοποιημένα άτομα. Κύριος στόχος τους είναι η δημιουργία μιας όσο το δυνατόν πιο φυσικής κοινωνίας, χωρίς καταναγκασμούς και καταπίεση. Οι αναρχοαυτόνομοι, αντίθετα, είναι τέρατα εγωισμού, επιδεικτικά εχθρικοί όχι μόνο προς τον αντιφρονούντα αλλά και προς τον ομοϊδεάτη τους. Είναι αυτοί ακριβώς που γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το αναρχικό κίνημα με την ίδια περίπου έννοια που οι γραφειοκράτες κομμουνιστές γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το κομμουνιστικό κίνημα.

Πηγή: Βασίλης Ραφαηλίδης, "Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού"

Βασίλης Ραφαηλίδης: Η ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΦΑΙΔΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ (ΧΡΙΣΤΙΑΝ)ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ


«Δεν υπάρχει κοινότης προβλημάτων και κοινωνικών κατανοήσεων στην νεοελληνική λογοτεχνία, διότι δεν υπάρχει ενιαία εθνική συνείδηση. Ο καθένας κατανοεί την Ελλάδα όπως του κατέβει και αυτό κρατάει την ελληνική λογοτεχνία μόνιμα στο επίπεδο της ηθογραφίας. Αφού η κάθε γενιά προσπαθεί να επιβάλει τις δικές της περί έθνους αντιλήψεις, ουδεμία σχέση έχουσες με τις περί έθνους αντιλήψεις μιας άλλης, σημαίνει πως καμιά από απ’ τις αλληλοσπαρασσόμενες γενιές δεν ξέρει τι θα μπορούσε να είναι η ελληνική εθνική συνείδηση. Και γι’ αυτό, όλες οι γενιές καταφεύγουν τελικά είτε στη… μετεωρολογία και σ’ ό,τι αυτή συνεπάγεται, είτε στην Ορθοδοξία, που από μόνη της δεν συνιστά ελληνικότητα, όπως δολιότατα λέγεται κατά κόρον στην Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών.

Η νεοελληνική λογοτεχνία είναι γεμάτη από ηλιοβασιλέματα, από λουλούδια των αγρών, από θάλασσα, από ανοιξιάτικες βροχούλες, από γραφικούς γεωργούς, από ξωκλήσια, από γραφικούς παπάδες, από ταπεινούς χριστιανούς, από βοσκοπούλες, από αγριοκάτσικα, από κοπανιστή, από γάλα, από μέλι – κι όλα αυτά και χίλια άλλα μαζί, προτείνονται ως ελληνικότητα, την στιγμή που δεν είναι παρά μεσογειακότητα ή θρησκευτικότητα. Πού’ ναι η ελληνικότητα μέσα σ’ όλα αυτά;

Τις καταστροφές που προκάλεσε η περίφημη γενιά του ’30, δεν τις προκάλεσαν όλες οι άλλες μαζί. Είναι αυτή που εισηγήθηκε, και εν πολλοίς επέβαλε, την ελληνολατρία ερήμην κάθε προσπάθειας ουσιαστικής κατανόησης της ελληνικότητας, είναι αυτή που επέβαλε την ελληνική λεβεντιά ως ελληνικότητα, το λιτοδίαιτον της φυλής ως ελληνικότητα, το ελληνικό δαιμόνιο ως ελληνικότητα, και χίλια άλλα, αναλόγως βλακώδη. Κατόπιν τούτου, διόλου δεν είναι παράδοξο το γεγονός πως οι περισσότεροι απ’ τους εκπροσώπους αυτής της γενιάς συνεργάστηκαν τόσο καλά με τον Μεταξά. Η περί εθνικότητας κλιματολογική και θρησκευτική αντίληψη οδηγεί κατ’ ευθείαν στον Φασισμό.

Για να υπάρξει η γενιά του ’30 ως η κατ’ εξοχήν ελληνική γενιά που έκανε τα περισσότερα για την ελληνικότητα, και στην πραγματικότητα μετέτρεψε την ελληνικότητα σε φουστανέλλα – τσαρούχι – φούντα – φέσι, είχε ανάγκη από σκηνικό, λέει ο Γεράσιμο Κακλαμάνης. Αφού δεν είχε πού αλλού να στηρίξει την ελληνικότητά της, έπρεπε να κάνει τον Θεόφιλο, έναν πολύ αξιόλογο πριμιτίφ ζωγράφο, μέτρο της ελληνικότητας και της ελληνικής ζωγραφικής, και τον Μακρυγιάννη, μέτρο της ελληνικότητας της ελληνικής λογοτεχνίας – και όχι μόνο».

Πηγή: Βασίλης Ραφαηλίδης, «Ιστορία (Κωμικοτραγική) του Ελληνικού Κράτους», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 1993

Τρίτη, 13 Μαΐου 2008

ΠANAΓIΩTHΣ ΣOΦIANOΠOYΛOΣ (1786 - 1856)

O Παναγιώτης Σοφιανόπουλος γεννήθηκε το 1786, στο χωριό Σοπωτό Kαλαβρύτων και όπως όλοι οι συγχωριανοί του καταγόταν από το Σοπώτ της Φιλιππούπολης, όπου το 1770 μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία το χωριό καταστράφηκε από τον στρατό του σουλτάνου.

Tο 1807 σπούδαζε Iατρική στην Iταλία και έπειτα βρέθηκε ως φοιτητής μετεκπαιδευόμενος στο Παρίσι, αλλά και στην Bιέννη και το Λονδίνο, όπου επηρεάστηκε από τις επαναστατικές ιδέες της εποχής.

Tο 1813 επέστρεψε στην Eλλάδα και συμμετείχε σε μια εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση της Πάτρας και τρία χρόνια αργότερα, το έτος 1816, εγκαταστάθηκε στα Λαγκάδια Γορτυνίας, ως γιατρός και διδάσκαλος των παιδιών της οικογένειας του προεστού Δεληγιάννη. Όταν όμως μαθεύτηκαν οι επαναστατικές του δραστηριότητες, κατέφυγε για ένα μικρό διάστημα στην Ύδρα και έπειτα στην Xίο, όπου φοίτησε στη σχολή του Nεόφυτου Bάμβα και μυήθηκε στην Φιλική Eταιρία από τον Aριστείδη Παππά.

Κατά το διάστημα 1821 - 1827 υπήρξε γραμματέας και σύμβουλος του οπλαρχηγού Γκούρα, ενώ ασκούσε παράλληλα και το ιατρικό επάγγελμα και είχε επίσης αρχίσει ήδη να ασχολείται με το γλωσσικό ζήτημα. Συνδέθηκε ακόμα και με τον Δημήτριο Yψηλάντη, το 1827 ταξίδεψε στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συνδέθηκε με την επαναστατική οργάνωση των Eλλήνων του Παρισιού, την ονομαζόμενη «Eλληνική Eταιρία», ενώ το 1831, ενώ ακόμη βρισκόταν στην Μολδοβλαχία, στιγμάτισε την πολιτική του Φαναρίου σχετικά με το λεγόμενο «εθνικό ζήτημα» μέσα από τις στήλες της αθηναϊκής εφημερίδας «Xρόνος». O Σοφιανόπουλος είχε επηρεασθεί από τις ιδέες των Bολταίρου και Pουσσώ αρχικά και των Σαιν Σιμόν και Σαρλ Φουριέ αργότερα και μαζί με κάποιες κοινωνιστικές απόψεις του Πλάτωνος και του Σωκράτους, προσπάθησε να εισαγάγει μια δική του κοσμοθεωρία, με βασικό πρόταγμα την αταξική κοινωνία. Πίστευε στη διαρκή εξέλιξη των πάντων, ήταν πολέμιος της στασιμότητας και οπαδός της διαρκούς μεταβολής της κοινωνίας, φανατικός πολέμιος του παλατιού, της μοναρχίας και των κοινωνικών προνομίων.

Tο 1834 επέστρεψε στην Eλλάδα, σε μια εποχή που ο Iωάννης Kαποδίστριας είχε ήδη δολοφονηθεί και η εξουσία του Όθωνα είχε αρχίσει να εδραιώνεται, ενώ ο ελλαδικός χώρος συγκλονιζόταν από αλλεπάλληλες αγροτικές εξεγέρσεις. Στις 3 Iουνίου 1836 εξέδωσε το ουτοπικό – σοσιαλιστικό περιοδικό «Πρόοδος», στο οποίο συνεργάστηκε με τον υποστηρικτή των ιδεών του Σαιν Σιμόν Φραγκίσκο Πυλαρινό, ο οποίος πίστευε ότι η κοινωνία θα πρέπει να ξεπεράσει τα στενά όρια των εθνών και των κρατών και να πάρει μια παγκόσμια μορφή.

Tον Σεπτέμβριο του 1838 καταδικάσθηκε σε 7μηνη φυλάκιση για ένα αντιοθωνικό άρθρο του σε ένα τεύχος της «Προόδου» που είχε κατασχεθεί από την αστυνομία. Εξέτεισε τους 4 μήνες στις φυλακές του Mεντρεσέ και τους υπόλοιπους 3 στο Παλαμίδι του Ναυπλίου. Ενώ βρισκόταν ακόμα στην φυλακή, εξέδωσε με συντρόφους του στις 15 Δεκεμβρίου 1838 ένα άλλο περιοδικό, τον «Σωκράτη», το οποίο σε μερικά ειδικά τεύχη είχε μετονομασθεί σε «Iσοκράτη» και «Eι Σωκράτη». Tον Ιανουάριο του 1839 καταδικάσθηκε για τις δημοσιεύσεις στον «Σωκράτη» για μία ακόμη φορά, όμως επειδή βρισκόταν ήδη στη φυλακή, η καταδίκη έπεσε επάνω στον αρχισυντάκτη του περιοδικού Nικόλαο Δρυμωνιάδη.

Tο 1840 εξέδωσε σε 2 τόμους τα «Άπαντα» του αρχαίου Έλληνα ρήτορα Iσοκράτους, ενώ το 1842 μετέφρασε και εξέδωσε το έργο του Iταλού διαφωτιστή Tζέζαρε Mπεκαρία «Περί αδικημάτων και ποινών», στο οποίο ο συγγραφέας αποδείκνυε ότι για τα διάφορα εγκλήματα και παραβάσεις ευθύνονται τελικά οι κοινωνικές συνθήκες και όχι οι άνθρωποι. Εν τω μεταξύ κατασχέθηκε ένα ακόμα τεύχος της «Προόδου», εξαιτίας της δημοσίευσης ενός νέου αντιοθωνικού άρθρου με αποτέλεσμα η έκδοση του περιοδικού να σταματήσει για έναν περίπου χρόνο.

Στις εκολογές του 1844, που διήρκεσαν 4 ολόκληρους μήνες μέσα σε κλίμα άγριας τρομοκρατίας, ο Σοφιανόπουλος ήταν υποψήφιος με το «γαλλικό» κόμμα του Kωλέττη στην επαρχία Kαλαβρύτων. Καθώς οι εκλογές κρίθηκαν άκυρες, ακολούθησαν νέες το 1845, στις οποίες εκλέχθηκε, αλλά και αυτές κρίθηκαν τελικά άκυρες. Ο Σοφιανόπουλος είχε ήδη αρχίσει να δέχεται απροκάλυπτες επιθέσεις τόσο από το κράτος του Όθωνος, όσο και από τους θεοκράτες της Εκκλησίας, οι οποίοι σε εγκύκλιό τους που διαβάστηκε στις εκκλησίες τον χαρακτήρισαν για το έργο του «Ευαγγελισμός της Προόδου» ως «επικίνδυνο αιρετικό» μαζί με τους Θεόφιλο Kαϊρη (που ήταν προσωπικός του φίλος) και Xριστόδουλο Aκαρνάνα.

Tο 1848, ενώ ολόκληρη η Eυρώπη συνταρασσόταν από επαναστατικά κινήματα, ο Σοφιανόπουλος εξέδωσε την δισεβδομαδιαία εφημερίδα «Νέος Κόσμος», που εξέφραζε τις αρχές της «κοινωνικής δημοκρατίας», στην οποία αναφέρθηκε το πρώτο πραγματικό πολιτικό κόμμα στην Ελλάδα, το «Ριζοσπαστικό» που έδρασε κυρίως στα Ιόνια νησιά και ιδιαίτερα στην Κεφαλλονιά. Κατά την διάρκεια της αγγλογαλλικής κατοχής των Αθηνών το ίδιο έτος, προς στήριξη του πρωθυπουργού Mαυροκορδάτου, ο Σοφιανόπουλος φυλακίσθηκε για μια ακόμα φορά, αλλά λόγω του ότι ήταν πλέον γέρος και άρρωστος, αποφυλακίσθηκε μετά από λίγο.

Το 1849 ο «Νέος Κόσμος» εισήγαγε για πρώτη φορά στην κυρίως Ελλάδα τον όρο «Σοσιαλισμός», όταν ο Σοφιανόπουλος αναδημοσίευσε από την «Εφημερίδα της Σμύρνης» του Σκυλίτση ένα άρθρο για τους σοσιαλιστές Φουριέ, Όουεν, κ.ά. Αυτός ο χαλκάντερος οπαδός της κοινωνικής αλλαγής, που ανάμεσα στα τόσα άλλα υπήρξε και ο πρώτος στον ελλαδικό χώρο που ζήτησε την πλήρη εξίσωση των δύο φύλων, πέθανε τελικά τον Μάϊο 1856.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Ζαν Μπωντριγιάρ: Η ΟΥΤΟΠΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ

Εκείνο που έχουν κοινό η ποίηση και η ουτοπική εξέγερση είναι η ριζοσπαστική επικαιρότητα, η άρνηση των σκοπιμοτήτων, είναι η πραγμάτωση της επιθυμίας που δεν εξορκίζεται πλέον με την παραπομπή της σε μία μελλοντική απελευθέρωση, αλλά απαιτείται εδώ και τώρα, αυτοστιγμεί, ακόμα και μέσα στην ενόρμηση θανάτου της, μέσα σε μία ριζοσπαστική λογιστική ζωής και θανάτου. Αυτή είναι η απόλαυση, αυτή είναι η πραγματική επανάσταση, που δεν έχει τίποτε να κάνει με τις πολιτικές συναλλαγματικές της μαρξιστικής επανάστασης.

Αντίθετα με την μαρξιστική ανάλυση που θέτει τον άνθρωπο ως αποστερημένο, ως αλλοτριωμένο, και τον παραπέμπει μετά σε έναν συνολικό άνθρωπο, σε έναν συνολικό Άλλον, ο οποίος είναι ο μελλοντικός Λόγος του (ουτοπικός, εδώ με την κακή έννοια του όρου) και τάσσει τον άνθρωπο σε ένα πρόταγμα ολοκλήρωσης, η ουτοπία δεν γνωρίζει καν από την πλευρά της την έννοια της αλλοτρίωσης, αλλ’ αντιθέτως θεωρεί ότι κάθε άνθρωπος, κάθε κοινωνία είναι κιόλας ολάκερη εδώ, σε κάθε κοινωνική στιγμή, μέσα στην συμβολική της επιτακτικότητα. Ο μαρξισμός αναλύει ακόμα και την εξέγερση ή την κίνηση της κοινωνίας, μόνο πίσω από τις γραμμές της δικής του επανάστασης, σαν μία πραγματικότητα στον δρόμο της ωρίμανσης. Ένα ρατσισμός της τελειότητας, του τελειωτικού σταδίου του λόγου, που ξαποστέλνει ο,τιδήποτε άλλο στο κενό των ξεπερασμένων πραγμάτων…

…Τι παράλογο να ισχυρίζεται κανείς πως οι άνθρωποι είναι «άλλοι» και να προσπαθεί να τους πείσει πως ο πιο διακαής τους πόθος είναι να ξαναγίνουν «ο εαυτός τους»! Κάθε άνθρωπος είναι εδώ και ακέραιος στην κάθε στιγμή. Ο Κουρντρόϋ, οι Λουδίτες, ο Ρεμπώ, οι Κομμουνάροι, ο κόσμος των άγριων απεργιών, εκείνος του Μάη του ’68: δεν είναι η επανάσταση που μιλάει πίσω απ’ αυτούς, αυτοί οι ίδιοι είναι η επανάσταση. Δεν πρόκειται για μεταφορικές έννοιες, η φωνή τους είναι συμβολική και δεν αποβλέπει σε καμμία ουσία υπό μεταφορά. Αποτελούν μία φωνή πριν την Ιστορία, πριν την Πολιτική, πριν την Αλήθεια, μία φωνή πριν τον διαχωρισμό και την μέλλουσα ολότητα, η μοναδική φωνή που, μιλώντας για τον κόσμο ως μη διαχωρισμένο, τον επαναστατικοποιεί αληθινά.

Δεν υπάρχει εφικτό ή ανέφικτο. Η ουτοπία είναι εδώ, μέσα σε όλη την ενέργεια που ορθώνεται ενάντια στην πολιτική οικονομία. Αυτή όμως η ουτοπική βία δεν συσσωρεύεται, αλλά χάνεται. Δεν επιθυμεί άλλωστε να συσσωρευθεί όπως η οικονομική αξία, μήπως και καταργήσει τον θάνατο. Ούτε θέλει ποτέ την εξουσία. Ο εγκλεισμός εκείνων που υφίστανται την εκμετάλλευση μέσα στην μοναδική ιστορική δυνατότητα να πάρουν την εξουσία, αποδείχθηκε η χειρότερη έως σήμερα εκτροπή της επανάστασης. Βλέπουμε εδώ το πόσο βαθιά έχουν τα αξιώματα της πολιτικής οικονομίας υπονομεύσει, το πόσο έχουν περιχαρακώσει και εκτρέψει την επαναστατική προοπτική. Αντίθετα, η ουτοπία θέλει μία φωνή ενάντια στην εξουσία και ενάντια στην αρχή της πραγματικότητας, η οποία δεν είναι παρά απλώς το φάντασμα του συστήματος και της απεριόριστης αναπαραγωγής του. Δεν θέλει παρά μία φωνή, για να χαθεί μέσα της.

Πηγή: Jean Baudrillard, «Le miroir de la production», Paris, 1973

Ρόμπερτ Κούπερσταϊν: Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Η παραγωγή ανθρώπων διαφέρει από κάθε άλλη εμπορευματική παραγωγή στο ότι εξακολουθεί να είναι άμεση παραγωγή αξίας χρήσης. Αυτό ήταν κατάφωρα αληθινό στο παρελθόν, όπου οι γονείς που βρίσκονταν σε μία κατάσταση φοβερής υλικής εξαθλίωσης, χρειάζονταν την παραγωγή ανθρώπων σαν ένα μέσο συσσώρευσης ανθρώπινου κεφαλαίου, προκειμένου να συμπληρώσουν το οικογενειακό εισόδημα (αναφορικά με την παιδική εργασία στην βιομηχανία, η προϋπόθεση ήταν πως οι γονείς μπορούσαν να αντλήσουν υπεραξία από το παιδί, ακόμα και αφότου είχε πάρει το μερίδιό του ο καπιταλιστής. Στο αγρόκτημα δεν ίσχυε αυτό, η παιδική εργασία ήταν άμεσα εκμεταλλεύσιμη). Επιπλέον, τα παιδιά μπορούσαν να εξασφαλίσουν αργότερα οικονομική σιγουριά, με την μορφή μιας ισόβιας σύνταξης προς τους γονείς, όταν αυτοί θα έχουν γίνει οικονομικά άχρηστοι. Αυτά τα κίνητρα για την παραγωγή ανθρώπων, εξακολουθούν να κυριαρχούν στις φτωχές χώρες, και τοπικά, στις πιο αναπτυγμένες χώρες.

Μέσα στην δική μας θεαματική κοινωνία ωστόσο, οι άμεσες υλικές αναγκαιότητες σπάνια μόνον σπρώχνουν προς την αναπαραγωγή παιδιών, η οποία όμως, παρ’ όλα αυτά, παραμένει μία καθαρά οικονομική απόφαση. Εδώ η διαφορά είναι ότι η αξία χρήσης που αποδιδόταν στα παιδιά παίρνει διάφορες μορφές, συχνά με την έννοια αναπτυσσόμενων τάσεων, που υπήρχαν προηγουμένως με μία εμβρυϊκή μορφή σε λιγότερο πλούσιες εποχές. Αυτό που ακολουθεί είναι ένας κατάλογος μερικών απ’ τους οικονομικούς λόγους για τους οποίους παράγονται άνθρωποι ή για τους οποίους οι γονείς επιδιώκουν να κατέχουν παιδιά:

1. Τα παιδιά αποτελούν έναν ακόμα πόρο καταναλώσιμης διασκέδασης, όπως λ.χ. η τηλεόραση.

2. Τα παιδιά αποτελούν μοιρασμένη ιδιοκτησία, καθώς το κάθε παιδί χρησιμεύει στο να εξασφαλίζει την διατήρηση μίας ασταθούς διαφορετικά σχέσης, λόγω της αθλιότητάς της, ανάμεσα στους γονείς, των οποίων το ένστικτο επιβίωσης τους επιβάλλει να εξακολουθούν να μένουν μαζί «για χάρη των παιδιών» (καθώς επίσης και του κράτους, που θα λάβει όσα μέτρα θεωρεί απαραίτητα για την διατήρηση της οικογένειας: νόμοι περί διαζυγίου, δωρεάν συμβουλές για τον γάμο, κέντρα οικογενειακού προγραμματισμού, κ.ά.).

3. Τα παιδιά χρησιμοποιούνται ως μέσο παγίδευσης του ενός γονιού από τον άλλον για την δημιουργία μίας σχέσης επιβίωσης, αφού πρωταρχικά έχει αναγνωριστεί η τεράστια επιθετική ισχύς αυτού το όπλου, ως μοιραζόμενη ιδιοκτησία, όπως εκτίθεται παραπάνω.

4. Τα παιδιά αποτελούν μέσο κατάφωρης κατανάλωσης, καθώς οι όποιες θετικές ιδιότητές τους (ευφυϊα, ομορφιά, αυθορμητισμός, ζωντάνια, καλή ανάπτυξη, κ.ά.) προσδίδονται και στους ιδιοκτήτες τους με τον ίδιο τρόπο που το χρήμα μπορεί να προσδώσει προσωπικό πλούτο σε ποιοτικά φτωχούς ανθρώπους…

5. Τα παιδιά αποτελούν εργαλείο το οποίο μπορούν να χρησιμοποιήσουν με την πρόφαση της «αυτοθυσίας» οι γονείς, προκειμένου να ξεφύγουν από την πραγματική τους υποχρέωση να καταργήσουν τις αφόρητες διαφορετικά συνθήκες της ζωής τους. Μπορούν δηλαδή οι γονείς να ικανοποιήσουν έμμεσα τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες τους, με την μέθοδο της υποκατάστασης: μη τολμώντας να ζήσουν για τον εαυτό τους, αποφασίζουν να «ζήσουν για τα παιδιά», σαν ένα αντισταθμιστικό υποκατάστατο.

6. Τα παιδιά αποτελούν απόδειξη ομαλότητας: ένα ζευγάρι δίχως παιδιά θεωρείται παράξενο (ακόμα και στην εποχή του περιβαλλοντικού προβληματισμού, όπου 1 - 2 παιδιά είναι υπεραρκετά), ενώ επιπλέον η ιδιοκτησία μιας πυρηνικής οικογένειας εξακολουθεί να αποτελεί ένα ζωτικό επιχειρηματικό κεφάλαιο (ο όρος «επιχειρηματικό» πρέπει να ερμηνευτεί πλατιά, αφού όλη η κοινωνική ζωή είναι πια μια επιχείρηση).

7. Τα παιδιά αποτελούν μέσο με το οποίο μπορεί κανείς να διατηρήσει «αιώνια» την ιδιοκτησία του, ακόμα και μετά τον θάνατό του… Στον βαθμό που μπορεί να μεταβιβάσει τον υλικό του πλούτο και / ή τα φυσικά του χαρακτηριστικά, το παιδί αυτομάτως του διαιωνίζει την ύπαρξή. Η παραγωγή ενός κληρονόμου είναι το θεαματικό ανάλογο τού να πας στον παράδεισο: όπως ακριβώς οι σύγχρονες εταιρείες θυσιάζουν κατά καιρούς τα βραχυπρόθεσμα κέρδη τους για χάρη της μακροπρόθεσμης εξασφάλισής τους, έτσι και ο γονιός γεννάει παιδιά που, αν και του στοιχίζουν ακριβά από χρηματική άποψη, είναι ανεκτίμητα στον βαθμό που μπορούν και του χαρίζουν την αθανασία.

8. Τα παιδιά είναι ζωντανές αποδείξεις σφρίγους και γονιμότητας. Όλοι εκείνοι που είναι δημιουργικά στείροι και οργασμικά ανίκανοι, έχουν την δυνατότητα να επιδεικνύουν και να καταναλώνουν τα παιδιά τους σαν ζωντανές εικόνες της υποτιθέμενης ικανότητάς τους.

9. Τα παιδιά είναι εργαλεία, με τα οποία μπορεί κανείς να εξασκήσει την αγάπη, την φροντίδα και την στοργή του, που δεν μπορούν να βρουν αλλού μία στοιχειώδη ανταπόκριση: το παιδί δεν έχει την δυνατότητα να αρνηθεί την αγάπη που του προσφέρεται, είναι απολύτως εξαρτημένο από αυτήν –το σύνδρομο του σκύλου: όντας και αυτά προϊόντα της μοναξιάς, τα παιδιά ανατρέφονται σαν σκύλοι.

Ο καπιταλισμός έχει προ πολλού επιλύσει την αντίφαση ανάμεσα στην αξία χρήσης και την ανταλλακτική αξία, ευνοώντας βεβαίως την τελευταία. Έτσι, ακόμα και αν οι άνθρωποι δεν παράγονται προς άμεση πώληση σε μία ορατή αγορά, η αξία χρήσης τους καθεαυτή είναι αξία μιας αποθήκης ανταλλακτικής αξίας, ένα υποκειμενικό χρήμα με το οποίο μπορεί κάποιος να αγοράσει κοινωνική αναγνώριση, επιβίωση κ.ά., όλα τα κέρδη της ανθρώπινης αναπαραγωγής που απαριθμήθηκαν παραπάνω. Επιπλέον, η παραδοσιακή σκλαβιά μπορεί να επανεμφανιστεί, αν και με μία πιο εξορθολογισμένη και εξανθρωπισμένη μορφή, λ.χ. με την επαναφορά του δικαιώματος γέννησης παιδιών ως εμπορεύσιμων περιουσιακών στοιχείων…

Μερικές φορές βεβαίως, οι γονείς επιθυμούν να παράγουν παιδιά για μη οικονομικούς λόγους, για να μπορούν, ίσως, να παίξουν ανεμπόδιστα με αυτά, ιδίως όταν «αγαπάνε» τα παιδιά. Αλλ’ ακόμα και τότε, αυτό πλησιάζει πολύ τα όρια της οικονομικής πράξης, όταν, ίσως, χρησιμεύει ως αντισταθμιστικό υποκατάστατο της ανικανότητάς τους να παίξουν με άλλα άτομα, δηλαδή ως αντισταθμιστικό υποκατάστατο της από μέρους τους παραίτησης από το πρακτικό καθήκον να ριζοσπαστικοποιήσουν τις κοινωνικές σχέσεις που επικρατούν.

Πηγή: Cooperstein Robert, «Some notes on the reproduction of Human Capital», Berkeley, 1974. Στην ελληνική γλώσσα (μετάφραση: Νίκος Β. Αλεξίου) περιέχεται στο συλλογικό «Η Αναπαραγωγή της Καθημερινής Ζωής», εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος», Αθήνα, 1980.

ΜΑΗΣ '68

Η μαύρη σημαία κυματίζει για μια ακόμα φορά πάνω από τα κεφάλια εκείνων που βλέπουν/ «Ψηφίζω σημαίνει παραιτούμαι»/ Τοίχοι διάτρητοι από το προκατασκευασμένο είδωλο/ Η ηλιθιότητα των ανθρώπων που κατέχουν την εξουσία και της αστικής τάξης αποκάλυψε τα γλοιώδη, μονότονα χαρακτηριστικά τους/ Τα άναρχα άτομα έχουν απελευθερωθεί, κανείς δεν το πίστεψε/ Η ποιητική βία των διαδηλώσεων, μεταδόσιμη αναμιγμένη με τα πιο αγνά αισθήματα/ αλλάξτε τη ζωή/ αλλάξτε τον κόσμο/ κόκκινοι και μαύροι αδερφικοί ίσκοι/ η αστική τάξη ουρλιάζει σαν ένα ιπτάμενο κίτρινο φρούριο/ η ηλιθιότητα και η δουλικότητα συνεχίζουν το δρόμο τους/ κάθε συνειδητός αντεπαναστάτης γατζώνεται σε μαλάκια μπάτσους και στρατιωτικούς/ καταστολή, καταστολή… και τότε ήρθαν οι κόκκινες και μαύρες σημαίες, η γενική απεργία, τα οδοφράγματα, η αντίσταση, το αντεργκράουντ/ συνθλιβόμαστε από ανάπηρα καταλωτικά είδωλα, συνθλιβόμαστε από την αλλοτρίωση, από τις συνθήκες επιβίωσης/ τα ακίνητα δάκρυα του ιμπερεαλισμού μας αφήνουν αδιάφορους/ για πρώτη φορά ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ, για πρώτη φορά αποσκανδαλοποιείται η επανάσταση/ τα μαλάκια και τα μιάσματα του μαγειρίου της Ποίησης και της Πρόζας το ‘σκασαν για την επαρχία, όλο το εκδοτικό σκυλολόι αγκιστρώθηκε στις εκφράσεις της φαντασίας του/ δεν τους χρειαζόμαστε/ αρκετά μας κορόιδεψαν/ μας χρησιμοποίησαν/ ότι κάνουν μολύνει το γέλιο, τα σύνεργά τους είναι πιο επικίνδυνα από τα χτυπήματα των μπάτσων/ ναι, η αντίσταση είναι δυνατή γιατί ΤΟ ΑΠΙΘΑΝΟ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Μιχαήλ Μπακούνιν: ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΩΣ ΙΕΡΑΤΕΙΟ

«Η επιστήμη είναι η πυξίδα της ζωής, αλλά δεν είναι η ίδια η ζωή. Η επιστήμη είναι αναλλοίωτη, απρόσωπη, γενική, αφηρημένη, όπως και οι φυσικοί νόμοι των οποίων αποτελεί την ιδεατή, επεξεργασμένη ή νοητική, δηλαδή εγκεφαλική αναπαραγωγή (για να θυμηθούμε ότι η ίδια η επιστήμη δεν είναι παρά υλικό προϊόν ενός υλικού οργάνου, του εγκεφάλου). Η ζωή είναι φευγαλέα και εφήμερη, αλλά επίσης σφύζει από πραγματικότητα και επιμέρους προσωπικότητες, σφύζει από αισθαντικότητα, οδύνη και χαρά, επιθυμίες, ανάγκες και πάθη. Μόνο αυτή δημιουργεί αυθόρμητα τα ζωντανά όντα και πράγματα. Η επιστήμη δεν δημιουργεί τίποτε, απλώς διαπιστώνει και αναγνωρίζει τα δημιουργήματα της ζωής. Κάθε φορά που οι επιστήμονες βγαίνουν από τον αφηρημένο κόσμο τους και αναμιγνύονται με την ζωντανή δημιουργία στον πραγματικό κόσμο, όσα προτείνουν ή δημιουργούν είναι φτωχά, γελοιωδώς στεγνά, δίχως αίμα και ζωή, θνησιγενή. Κατά συνέπεια μοναδική αποστολή της επιστήμης είναι να διαφωτίζει την ζωή, όχι να την εξουσιάζει.

Η εξουσία της επιστήμης και των επιστημόνων, έστω και εάν πρόκειται για θετικιστές μαθητές του Αύγουστου Καντ, ή ακόμα για οπαδούς της δογματικής σχολής του γερμανικού κομμουνισμού, δεν μπορεί παρά να είναι αδύναμη, γελοία, απάνθρωπη, βάναυση, καταπιεστική, εκμεταλλευτική, ολέθρια. Μπορούμε να χρεώσουμε τους ανθρώπους της επιστήμης, ως τέτοιους, με όλα όσα ισχύουν για τους θεολόγους και τους μεταφυσικούς: δεν έχουν ενδιαφέρον ούτε καρδιά για τα επιμέρους και πραγματικά όντα. Ωστόσο δεν μπορούμε να τους κατηγορήσουμε γι’ αυτό, εφόσον πρόκειται για φυσική συνέπεια του επαγγέλματός τους. Ως επιστήμονες ενδιαφέρονται μόνο για γενικότητες και απόλυτους νόμους.

Η πραγματική και ζωντανή επιμέρους προσωπικότητα δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή παρά μόνο από μία άλλη πραγματική και ζωντανή επιμέρους προσωπικότητα, όχι από μία απλώς σκεπτόμενη προσωπικότητα, όχι από τον άνθρωπο που με μία σειρά αφαιρέσεων τίθεται εκτός και υπεράνω της άμεσης επαφής με την ζωή. Γι’ αυτόν μπορεί να υπάρξει μόνο σαν περισσότερο ή λιγότερο τέλειο δείγμα του είδους, δηλαδή μιας ορισμένης αφαίρεσης. Εάν, λόγου χάριν, πρόκειται για ένα κουνέλι, όσο καλύτερο είναι το δείγμα, με τόσο μεγαλύτερη προθυμία ο επιστήμονας θα χρησιμοποιήσει το νυστέρι, ελπίζοντας να βρει μέσω της καταστροφής της ζωντανής φύσης τον νόμο του είδους.

Εάν δεν υπήρχε καμμία αντίδραση, δεν θα βρισκόντουσαν ακόμα και σήμερα μερικοί φανατικοί, ικανοί να πραγματοποιήσουν τα ίδια πειράματα πάνω στον άνθρωπο; Και αν οι επιστήμονες δεν ανατέμνουν τον ζωντανό άνθρωπο, αυτό δεν οφείλεται στην επιστήμη, αλλά στις πανίσχυρες διαμαρτυρίες της ζωής. Μολονότι περνούν τα τρία τέταρτα της ζωής τους με μελέτη και μολονότι, μέσα στην σημερινή κοινωνική οργάνωση, αποτελούν ένα είδος ξεχωριστού κόσμου –πράγμα που βλάπτει την υγεία τόσο του σώματος όσο και του πνεύματος- δεν είναι αποκλειστικά άνθρωποι της επιστήμης, αλλά, επίσης, ως έναν βαθμό, άνθρωποι της ζωής.

Δεν πρέπει να τους εμπιστευόμαστε, παρόλο που είμαστε σχεδόν βέβαιοι ότι κανείς τους δεν θα μεταχειριζόταν σήμερα έναν άνθρωπο σαν κουνέλι, υπάρχει όμως πάντα ο φόβος μήπως το σώμα των επιστημόνων υποβάλει κάποτε τους ζωντανούς ανθρώπους σε πειράματα, αναμφίβολα ενδιαφέροντα αλλά και εξαιρετικά δυσάρεστα για τα θύματά τους (*). Και εάν αδυνατούν να κάνουν πειράματα πάνω στο σώμα των μεμονωμένων ανθρώπων, θα ήθελαν ίσως περισσότερο να πειραματιστούν πάνω στο κοινωνικό σώμα (**), κι αυτό πρέπει οπωσδήποτε να εμποδιστεί.

Με την σημερινή τους οργάνωση, μονοπωλώντας την επιστήμη και παραμένοντας έξω από την κοινωνική ζωή, οι επιστήμονες αποτελούν μία ξεχωριστή κάστα, που παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με την ιερατική κάστα. Θεός τους είναι η επιστημονική αφαίρεση, ενώ οι επιμέρους προσωπικότητες είναι τα σφάγιά τους και αυτοί οι ίδιοι προνομιούχοι θυσιαστές τους».

(*) Εδώ ο Μπακούνιν αποδεικνύεται προφητικός, καθώς ο συγκεκριμένος φόβος για «εξαιρετικά δυσάρεστα για τα θύματά τους» πειράματα, έγινε εφιαλτική πραγματικότητα τον 20ο αιώνα με τους «επιστήμονες» των ναζί, τους «επιστήμονες» της CIA και της KGB, κ.ά.

(**) Ο Μπακούνιν αποδεικνύεται και σε αυτό το σημείο προφητικός, καθώς εδώ και πολλές δεκαετίες οι εξουσιαστές μπορούν με την βοήθεια ψυχολόγων, διαφημιστών και άλλων «ειδικών» και κατευθύνουν δίχως αντίσταση τις συμπεριφορές των μεγάλων μαζών του λεγόμενου «δυτικού» κόσμου.

Πηγή: Μιχαήλ Μπακούνιν «Θεός και Κράτος», 1882

Παρασκευή, 2 Μαΐου 2008

Βαρώνος του Χόλμπαχ: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΠΑΤΕΩΝΩΝ

«Ο Θεός δεν είναι ούτε οργή ούτε φθόνος· η δικαιοσύνη και η ευσπλαχνία που του αποδίδουν είναι ψευδείς ιδιότητες κι όσα έχουν πει γι’ αυτόν οι Προφήτες και οι Απόστολοι δεν μας αποκαλύπτουν ούτε τη φύση ούτε την ουσία του.

Υπάρχει κάποια ένδειξη ότι οι Προφήτες και οι Απόστολοι ήταν φτιαγμένοι διαφορετικά από τους άλλους ανθρώπους;

Το μεγαλύτερο μέρος όσων έχουν πει είναι τόσο σκοτεινό που δεν καταλαβαίνουμε τίποτα και τόσο ασυνάρτητο που εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι και οι ίδιοι δεν ήσαν παρά αδαείς απατεώνες.

Υπερηφανεύονταν ότι όλα όσα ανακοίνωναν στο λαό προέρχονταν απευθείας από τον Θεό· αξίωση παράλογη και γελοία, αφού οι ίδιοι ομολογούν ότι ο Θεός δεν τους μιλούσε παρά μόνο στο όνειρο.

Δεν υπάρχει τίποτε πιο φυσικό στον άνθρωπο από τα όνειρα, κατά συνέπεια θα πρέπει να είναι κανείς πολύ αναιδής, πολύ ματαιόδοξος και παράλογος για να ισχυρίζεται ότι ο Θεός του μιλά μέσω αυτής της οδού, κι όποιος το πιστεύει θα πρέπει να είναι πολύ εύπιστος και πολύ μουρλός για να εκλαμβάνει τα όνειρα ως θεία θέσφατα.

Ας εξετάσουμε λίγο την ιδέα που είχαν οι προφήτες για τον Θεό. Αν πρέπει να τους πιστέψουμε, ο Θεός είναι ένα ον καθαρά σωματικό: ο Μιχαϊας τον βλέπει καθιστό· ο Δανιήλ ντυμένο στα άσπρα και με μορφή γέροντα· ο Ιεζεκιήλ τον βλέπει σαν μια φωτιά – αυτά ως προς την Παλαιά Διαθήκη. Στην Καινή, οι μαθητές του Ιησού Χριστού φαντάζονται ότι τον βλέπουν με τη μορφή ενός περιστεριού, οι Απόστολοι σαν πύρινες γλώσσες και τέλος ο Παύλος σαν ένα φως που τον θαμπώνει. Όσο για τις αντιφάσεις των απόψεων τους, ο Σαμουήλ πίστευε ότι ο Θεός δεν μετανιώνει ποτέ για ό,τι έχει κρίνει· αντίθετα, ο Ιερεμίας μας λέει ότι ο Θεός μετανιώνει για αποφάσεις που έλαβε. Ο Ιωήλ μας πληροφορεί ότι δεν μετανιώνει παρά μόνο για τα κακά που έχει κάνει στους ανθρώπους· ο Ιερεμίας ισχυρίζεται ότι καθόλου δεν μετανιώνει για κάτι τέτοιο. Η Γένεσις μας διδάσκει ότι ο άνθρωπος είναι κύριος της αμαρτίας και μόνον από τον ίδιο εξαρτάται αν θα πράξει το καλό, ενώ ο Απόστολος Παύλος διαβεβαιώνει ότι οι άνθρωποι δεν έχουν κανέναν έλεγχο πάνω στην ιδιαίτερη φιληδονία δίχως την εντελώς ιδιαίτερη χάρη του Θεού κλπ. κλπ.
Τέτοιες είναι οι εσφαλμένες και αντιφατικές απόψεις που μας δίνουν αυτοί οι υποτιθέμενοι θεόπνευστοι, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη ότι αυτές οι ιδέες μας αναπαριστούν τη Θεότητα σαν ένα ον αισθητό, υλικό και υποκείμενο σε όλα τα ανθρώπινα πάθη.

Κι όμως έρχονται στη συνέχεια να μας πουν ότι ο Θεός δεν έχει τίποτα το κοινό με την ύλη και ότι είναι ένα ον ακατανόητο για μας».

Πηγή: «Περί των τριών απατεώνων – Μωϋσής, Χριστός, Μωάμεθ» (πραγματεία αποδιδόμενη στον Βαρώνο του Χόλμπαχ. Μετάφραση Λία Βουτσοπούλου, εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», Αθήνα 2003

Μαύρο Πιπέρι: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ

Άμεση συνέπεια της εμπλοκής του κλήρου στην πολιτική, σε Ανατολή και Δύση, ήταν η δια της βίας εξάπλωση του Χριστιανισμού. Βία που δεν περιορίστηκε στον προσηλυτισμό των εθνικών (ειδωλολατρικών για τους «πατέρες») πληθυσμών, αλλά επεκτάθηκε στην ολοκληρωτική συντριβή και εξαφάνιση οποιουδήποτε πολιτισμικού στοιχείου παρέπεμπε στις εν λόγω παραδόσεις. Στον ελλαδικό χώρο, όπου το έργο των ρασοφόρων ήταν σαφώς πιο δύσκολο, η ολική (;) επικράτησή τους φαίνεται να συμβαίνει τον 9ο αιώνα και για περίπου 6 αιώνες το άκουσμα και μόνο λέξεων που παραπέμπουν σε ο,τιδήποτε ελληνικό μπορούσε να επιφέρει την θανατική καταδίκη.

Εμάς όμως, αυτό που μας ενδιαφέρει από την υπαρκτή αντίφαση μεταξύ της αρχαίας ελληνικής και της χριστιανικής πολιτικής και πολιτισμικής κληρονομιάς εν γένει, είναι το αδογμάτιστο και αυθεντικά λαϊκό της θρησκευτικής σύλληψης της πρώτης. Και αυτό γιατί τουλάχιστον δεν εμπόδισε την αυτοθεσμιστική λειτουργία της αρχαίας Πόλεως, της πρώτης, καθαρά και ξάστερα, ρητής εκδήλωσης της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας, που όμως, για διαφορετικούς λόγους δεν συνεχίστηκε. Όπως αναφέρει και ο J. P. Vernant στο «Μύθος και θρησκεία στην αρχαία Ελλάδα» για την αρχαία θρησκεία, αυτή «δεν γνώρισε ούτε προφήτη, ούτε μεσσία. Στην Ελλάδα των πόλεων… αυτή η θρησκευτική παράδοση δεν είναι ούτε ενιαία, ούτε αυστηρά παγιωμένη. Δεν έχει κανένα δογματικό χαρακτήρα. Δίχως ιερατείο, δίχως επαγγελματίες ιερείς, δίχως Εκκλησία, η ελληνική θρησκεία δεν γνωρίζει Ιερά Γραφή, στην οποία θα βρισκόταν ενσωματωμένη, μια για πάντα, σε ένα κείμενο, η αλήθεια. Και δεν περιλαμβάνει κανένα Πιστεύω, που θα επέβαλε στους πιστούς ένα ενιαίο σύνολο δοξασιών για τον κόσμο των θεών».

Αντίθετα και ακριβώς απέναντι στέκεται το βυζαντινό και καθολικό παράδειγμα του πρώτου δογματικού μηχανισμού που θέτει οργανωμένα και επεκτατικά την πηγή της αρχής – θεσμού εκτός κοινωνίας και συγκεκριμένα στην υπερβατική αρχή την οποία η ίδια εκπροσωπεί, δηλαδή τον θεό, έτσι ώστε να ισχύει το «πώς μπορείς να αμφισβητήσεις τον νόμο, όταν ο νόμος έχει δοθεί απ’ τον θεό, πώς μπορείς να λες πως ο νόμος που έδωσε ο θεός είναι άδικος, όταν δικαιοσύνη είναι ακριβώς ένα από τα ονόματα του θεού, όπως και η αλήθεια είναι ακριβώς ένα από τα ονόματα του θεού: συ γαρ ει αλήθεια, η δικαιοσύνη και το φως;» (Κορνήλιος Καστοριάδης, «Αρχαίο ελληνικό και πολιτικό φαντασιακό» στο «Η άνοδος της ασημαντότητας»).

Επίσης, για πρώτη φορά στα ανθρώπινα χρονικά θεσμίζεται η μισαλλοδοξία ως κεντρική πολιτική ταυτότητα του καθεστώτος, πολύ πριν τον Χίτλερ. Εξού και οι διώξεις με κρατική βούλα αρχικά των ελληνιζόντων και των –δικών τους κατά βάθος διαφωνούντων- αιρετικών, στη συνέχεια όλων ανεξαιρέτως των «ειδωλολατρών», για να καταλήξει στην ιερά εξέταση, στο κυνήγι «μαγισσών» και στην εξόντωση όλων των αμερικανών αυτοχθόνων.

Σε γενικές γραμμές και έχοντας αποφύγει τις γενικεύσεις, αυτή ήταν η μέθοδος και ο ιστορικός τρόπος με τον οποίο από ιουδαϊκή αίρεση και σε κάποιες στιγμές υπό διωγμό, η χριστιανική Εκκλησία έγινε κυρίαρχη σε Ανατολή και Δύση. Από την στιγμή δε που η άμεση βία καταλάγιασε με το πέρας των αιώνων και την ολοκληρωτική της επικράτηση, η ανάδυση του καπιταλισμού αλλά και των διαφόρων κινημάτων αμφισβήτησης που προήλθαν από τον, τόσο μισητό στους ρασοφόρους, Διαφωτισμό, επέφερε αλλαγές στον τρόπο αναπαραγωγής και στην δομή της εξουσίας της. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Walter Benjamin: «ο καπιταλισμός αναπτύχθηκε παρασιτικά στον Χριστιανισμό της Δύσης –και πρέπει να τονιστεί όχι μόνο για την περίπτωση του Καλβινισμού, αλλά και για τα υπόλοιπα ορθόδοξα χριστιανικά ρεύματα- μέχρι το σημείο εκείνο όπου η Ιστορία του Χριστιανισμού έγινε η Ιστορία του παράσιτού του, δηλαδή του καπιταλισμού» (περιοδικό «Πανοπτικόν», τεύχος 7).

Καταλύτης στην όλη αυτή μεταβολή ήταν η εμφάνιση στο προσκήνιο της Ιστορίας του κράτους, όπως τουλάχιστον το γνωρίζουμε σήμερα. Η ύπαρξη κατά το μάλλον ή ήττον ομογενοποιημένων πληθυσμών εντός της μορφής κράτος δεν θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί αν δεν είχε φροντίσει γι’ αυτό ο Χριστιανισμός σε όλες τις συσκευασίες του. Κομβικό σημείο εδώ ήταν και η υιοθέτηση των εκπαιδευτικών μηχανισμών αναπαραγωγής που είχαν εφεύρει και εφαρμόσει με σχετική επιτυχία οι Εκκλησίες, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία αποκλίσεων των στελεχών τους από το επίσημο δόγμα, και που ένας από αυτούς αποτέλεσε και την πρώϊμη μορφή πανεπιστημίου!

Βέβαια στις περιοχές εκείνες που το πνεύμα και η πραγματικότητα του Διαφωτισμού κυριάρχησαν και δια των αστικών επαναστάσεων, οι μηχανισμοί αυτοί απέκτησαν κοσμικό χαρακτήρα και απομακρύνθηκαν από τον ασφυκτικό θρησκευτικό έλεγχο. Και εδώ είναι το σημείο που απαντιέται το σημαντικό για την Ελλάδα ερώτημα της ορθόδοξης απόλυτης κυριαρχίας στην ντόπια πανίδα: αντίθετα από την πλειοψηφία των ευρωπαϊκών λαών, που με τον έναν ή άλλον τρόπο, συνήθως βίαια, απομάκρυναν τον σταυροφόρο σκοταδιστικό μηχανισμό από την επίσημη υποχρεωτική εκπαίδευσή τους, εδώ στο Ελλαδιστάν αυτό ουδέποτε έγινε, με αποτέλεσμα η ντόπια πανίδα που κατοικοεδρεύει σε αυτό (αλλά και η άλλη, της διασποράς) όχι μόνο να θεωρεί την ορθόδοξη σκοταδιστική βαρβαρότητα συστατικό στοιχείο της ταυτότητάς της, αλλά και να θεωρεί ότι πρέπει να την υπερασπιστεί, γιατί τάχα είναι μοναδική, αλλά πάνω από όλα επειδή είναι η παράδοσή «της», λες και η παράδοση δεν πρέπει ποτέ να τίθεται στην κριτική, να αμφισβητείται. Η αντιδαρβίνεια λοιπόν πανίδα μας είναι όντως μοναδική, η δε βλακεία της είναι επίσης μοναδική και αυτοφυής, είτε ως επιβολή, είτε ως αναπαραγωγή, αφού έχει φθάσει σε σημείο να θεωρεί πως ό,τι παραδίδεται από τις προηγούμενες γενιές είναι σωστό και ακολουθητέο, έτσι λ.χ. με βάση την λογική (;) της, οι Γερμανοί θα έπρεπε να είναι για πάντα ναζί, ακόμα και σήμερα.

…Τελειώνοντας εδώ την μικρή αναφορά μας στο φαντασιακό και στα έργα και τις ημέρες της ημεδαπής πανίδας και της λογικής της, θεωρούμε ότι το ζήτημα του διαχωρισμού των δύο μηχανισμών είναι όντως σημαντικό, αλλά όχι έτσι όπως τίθεται. Αφενός γιατί διαχωριζόμαστε από την πλειοψηφία της υποχωρητικής και συμβιβαστικής Αριστεράς, που, προκειμένου να χαϊδέψει τα αυτιά των συνεχώς μειούμενων ψηφοφόρων της, μιλάει για διαχωρισμό και εκκοσμίκευση του κράτους, χωρίς να αγγίζει το σημαντικότερο ζήτημα που προκύπτει από μία τέτοια θέση, δηλαδή το παρόν και το μέλλον της εκκλησιαστικής περιουσίας, γνωρίζοντας ότι ένα τέτοιο ζήτημα θα την φέρει σε σύγκρουση με συμφέροντα, ανθρώπους και μύθους που καθόλου δεν θα την ωφελήσουν στον βασικό σκοπό της, δηλαδή αυτόν της ψήφου.

Διαχωρισμός πραγματικός σημαίνει αποχαρακτηρισμό και στην συνέχεια δήμευση της περιουσίας της Εκκλησίας, όλης ή της πλειοψηφίας της, και πλέον όσοι δηλώνουν και θέλουν να ορίζονται ως προς την κοινωνική τους εξωτερίκευση χριστιανοί, να αναλάβουν τις διοικητικές και οικονομικές υποχρεώσεις που κάτι τέτοιο συνεπάγεται.

Το 98% της περιουσίας του εν λόγω τρομοκρατικού μηχανισμού είναι προϊόν βίαιης διεκδίκησής του από τον λαό ή επωφελούς συνεργασίας με το κράτος σε εποχές που πέρασαν ανεπιστρεπτί και σε καμία περίπτωση ο δημόσιος και κοινωφελής χαρακτήρας της δεν πρέπει να χαθεί. Είναι αλήθεια ότι η Αριστερά το ξέρει αυτό, εξού και η μεγάλη αμηχανία της (ειδικά σήμερα που οι καπιταλιστικές συγκυρίες παραχωρούν τα πάντα στην ιδιωτική πρωτοβουλία, ένα τέτοιο αίτημα την καθιστά ανεδαφική), άλλωστε το οικονομικό επιτελείο των χριστιανομουλάδων είναι κατά πολύ ικανότερο από αυτήν στη σύλληψη και στους ελιγμούς στην σύγχρονη πραγματικότητα.

Πηγή: «Το ρασοφοριάτο και η ημεδαπή πανίδα», στο περιοδικό «Μαύρο Πιπέρι», τεύχος 5, καλοκαίρι 2005

Νίτσε: ΟΙ... ΒΕΛΤΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

(απόσπασμα από το βιβλίο του «Το Λυκόφως των ειδώλων»)

«...Σ' όλες τις εποχές υπήρχε η επιθυμία «βελτίωσης» του ανθρώπου: αυτό λεγόταν πριν απ' όλα ηθική. Κάτω από την ίδια λέξη όμως κρύβονται οι πιο διαφορετικές τάσεις. Τόσο η εξημέρωση του κτήνους άνθρωπος, όσο και ο πολλαπλασιασμός ενός ορισμένου είδους ανθρώπου ονομάστηκαν «βελτίωση». Τέτοιοι ζωολογικοί όροι χρειάζονται για να εκφραστούν πραγματικότητες - σίγουρα πραγματικότητες- για τις οποίες ο τυπικός «βελτιωτής», ο παπάς, ποτέ δεν ξέρει τίποτε ούτε θέλει να ξέρει τίποτε.

Το να αποκαλείται η εξημέρωση ενός ζώου «βελτίωσή» του, ηχεί στα αυτιά μας σχεδόν σαν αστείο. Όποιος ξέρει τι συμβαίνει στα θηριοτροφεία, αμφιβάλλει για το αν «βελτιώνονται» εκεί τα θηρία. Γίνονται ασθενικά, γίνονται λιγότερο επιβλαβή, και μέσω του καταθλιπτικού αποτελέσματος του φόβου, μέσω του πόνου, των τραυμάτων και της πείνας, γίνονται αρρωστιάρικα θηρία. Το ίδιο ισχύει με τον εξημερωμένο άνθρωπο, τον οποίο «βελτίωσε» ο παπάς.

Στον πρώιμο Μεσαίωνα, όταν η Εκκλησία ήταν πριν απ’ όλα ένα θηριοτροφείο, τα πιο ωραία δείγματα του «ξανθού κτήνους» καταδιώκονταν παντού -και οι ευγενείς Τεύτονες, λόγου χάρη, «βελτιώνονταν». Αλλά με τι έμοιαζε μετά ένας τέτοιος «βελτιωμένος» Τεύτονας, που είχε παρασυρθεί σ' ένα μοναστήρι; Έμοιαζε με γελοιογραφία ανθρώπου, με ναυάγιο: είχε γίνει «αμαρτωλός», είχε κλειστεί σ' ένα κλουβί, περιτριγυρισμένος από κάθε λογής τρομακτικές έννοιες. Κι εκεί καθόταν, άρρωστος, άθλιος, κακόβουλος προς τον εαυτό του: γεμάτος μίσος προς τις πηγές της ζωής, γεμάτος υποψία για ό,τι ήταν ακόμη δυνατό και ευτυχισμένο. Κοντολογίς, είχε γίνει «χριστιανός».

Από φυσιολογική άποψη: στον αγώνα με τα θηρία, το να τα κάνεις άρρωστα μπορεί να είναι το μοναδικό μέσο για να τα κάνεις ανίσχυρα. Αυτό το κατάλαβε η Εκκλησία: ρήμαξε τον άνθρωπο, τον εξασθένισε - αλλά έλεγε πως τον «βελτιώνει».

Πηγή: http://www.yseeve.gr/keim/velt_nitse.htm

Ντε Σαντ: ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΕΝΟΣ ΠΑΠΑ ΚΑΙ ΕΝΟΣ ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΥ

(απόσπασμα)
ΙΕΡΕΑΣ: «… σ’ αγαπώ όσο και μένα και θέλω να σε πείσω γι’ αυτό που πιστεύω.»

ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ:
«Προτιμώ τότε ν’ αγαπήσουμε λιγότερο ο ένας τον άλλον, παρά ν’ ακούω ανοησίες.»

ΙΕΡΕΑΣ: «Μα ποιος μπορεί να μένει τυφλός απέναντι στα θαύματα του θείου μας Λυτρωτή;»

ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ: «’Όλοι όσοι στο πρόσωπό του δεν βλέπουν παρά μόνο τον πιο πρόστυχο από όλους τους απατεώνες και τον πιο άθλιο από όλους τους λαοπλάνους.»

ΙΕΡΕΑΣ:
«Ω ουρανοί! Πώς τον ακούτε και δεν ρίχνετε τους κεραυνούς σας!»

ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ:
«Όχι αγαπητέ, όλα βρίσκονται σε πλήρη ειρήνη γιατί ο θεός σου, θες από ανικανότητα, θες από την ανυπαρξία του μπροστά στην Λογική, απ’ ό,τι θες τελοσπάντων, ο θεός σου λοιπόν που εγώ δεν τον δέχομαι ούτε μία στιγμή παρά μόνον χάρη στο οίκτο που νοιώθω για σένα, ο θεός σου, λέω, αν υπήρχε όπως εσύ έχεις την τρέλλα να πιστεύεις, δεν μπορεί να μας πείσει ότι είναι τόσο αστείος όσο ο Χριστός σου.»

ΙΕΡΕΑΣ: «Και οι τόσες προφητείες, τα τόσα θαύματα, οι τόσοι μάρτυρες, όλα αυτά δεν αποτελούν αποδείξεις;»

ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ: «Πώς θέλεις με την απλή λογική να πάρω εγώ σαν δήθεν απόδειξη πράγματα που τα ίδια στερούνται λογικής; Για να γινόταν μία προφητεία απόδειξη, θα ’πρεπε πρώτα από όλα να είχα την ολοκληρωτική βεβαιότητα πως αυτή όντως υπήρξε. Και βεβαίως ακόμα και εάν την είχα, γραμμένη προφανώς μέσα στις σελίδες της Ιστορίας, δεν θα είχε για εμένα περισσότερη αλήθεια από όλα τα υπόλοιπα ιστορικά γεγονότα, των οποίων τα τρία τέταρτα είναι αμφισβητήσιμα. Και εάν λάβουμε υπ’ όψη μας και τα διάφορα απλώς αληθοφανή γεγονότα που μας παρουσιάζουν σαν αληθινά οι μεροληπτικοί ιστορικοί, θα έχω, όπως καταλαβαίνεις, ακόμα ισχυρότερο δικαίωμα να αμφιβάλλω. Ποιος θα με διαβεβαιώσει εξάλλου πως η τάδε προφητεία δεν γράφτηκε εκ των υστέρων… Και πώς μπορεί να δέχεται κανείς την κάθε μορφής απόδειξη των προφητειών, όταν αυτές από μόνες τους παρουσιάζονται σαν αποδείξεις;»

«Όσον αφορά τώρα τα θαύματα που επικαλείσαι, κατ’ αρχάς δεν μπορούν ούτε στο ελάχιστο να με πείσουν. όλοι οι απατεώνες έχουν κάνει θαύματα και όλοι οι ηλίθιοι τα έχουν πιστέψει. Για να με πείσεις για την αλήθεια ενός θαύματος, θα ’πρεπε να ήμουν πολύ σίγουρος πως το συμβάν που εσείς παρουσιάζετε σαν θαύμα ήταν απολύτως αντίθετο προς τους νόμους της Φύσης, γιατί μονάχα εκείνο που δεν έχει θέση στην Φύση δικαιούται να περάσει για θαύμα, και επίσης ποιος άραγε γνωρίζει την Φύση τόσο καλά ώστε να τολμήσει να βεβαιώσει ποιοι ακριβώς φυσικοί νόμοι αναστέλλονται ή ποιοι ακριβώς φυσικοί νόμοι παραβιάζονται; Για να διαπιστώσετε όμως εσείς ένα υποτιθέμενο θαύμα, σας αρκούν δύο μόνον παράγοντες, ένας θαυματοποιός και μερικές γυναικούλες. Μην ψάχνεις λοιπόν άλλη πηγή για τα περίφημα θαύματά σου, όλοι οι νέοι ιδρυτές αιρέσεων έχουν κάνει τέτοια θαύματα και είναι θαυμαστό πραγματικά το ότι όλοι τους έχουν βρει λίγους ή πολλούς ηλίθιους που τους έχουν πιστέψει. Ο Χριστός σου δεν έχει τίποτε παραπάνω από τον Απολλώνιο τον Τυανέα, παρ’ όλο που κανείς σήμερα δεν διανοείται να πάρει εκείνον για θεό. Όσον αφορά δε τους πολυδιαφημισμένους μάρτυρές σου, αυτοί αποτελούν το πιο αδύναμο από όλα τα ούτως ή άλλως αδύναμα επιχειρήματά σου. Για να γίνει κανείς μάρτυρας δεν απαιτείται παρά μόνον ανόητος ενθουσιασμός και μανία για αντίσταση, άσε που προσωπικά θεωρώ ότι και οι δύο περιπτώσεις είναι αξιοθρήνητες.»

«Αγαπητέ μου, εάν αλήθευε πως όντως υπάρχει ο θεός που εσύ κηρύττεις, νομίζεις ότι θα χρειαζόταν θαύματα, μάρτυρες και προφητείες για στηρίξει την αυτοκρατορία του; Και εάν, όπως ισχυρίζεσαι, ήταν δικό του έργο η καρδιά του ανθρώπου, δεν θα βρισκόταν εκεί το άδυτο που θα είχε διαλέξει για την δόξα του; Δεν θα ανάβλυζε από εκεί ένας επιεικής νόμος, φτιαγμένος από έναν δίκαιο θεό, χαραγμένος μέσα σε όλες τις καρδιές με έναν τρόπο ακαταμάχητο και απαράλλαχτα ο ίδιος από το ένα άκρο του σύμπαντος μέχρι το άλλο; Δεν θα ήσαν όλοι οι άνθρωποι όμοιοι χάρη σε αυτό το λεπτό και ευαίσθητο όργανο, και δεν θα έμοιαζαν επίσης ο ένας στον άλλον χάρη στον κοινό σεβασμό που θα έδειχναν στον θεό από τον οποίο όλοι μηδενός εξαιρουμένου θα κατάγονταν; Δεν θα αγαπούσαν όλοι με τον ίδιον τρόπο, δεν θα τον λάτρευαν αυτόν τον θεό όλοι με τον ίδιον τρόπο, δεν θα τον υπηρετούσαν όλοι με τον ίδιον τρόπο και δεν θα ήταν παντελώς αδύνατον να τον περιφρονήσουν ή να αντισταθούν στο μυστικό κήρυγμα της λατρείας του; Κι όμως, αυτό που βλέπουμε μέσα στο σύμπαν είναι τόσοι θεοί όσα και κράτη, τόσοι τρόποι λατρείας όσα σχεδόν είναι τα κεφάλια ή έστω οι διαφοροποιήσεις της φαντασίας. Και έρχεσαι εσύ τώρα να ισχυριστείς ότι όλη αυτή η πολλαπλότητα των γνωμών, μέσα στην οποία εγώ αδυνατώ να διαλέξω με βεβαιότητα μόνον μία, είναι έργο του δικού σου, υποτίθεται δίκαιου, θεού;»

«Πρέπει να ντρέπεσαι, παπά. Παρουσιάζοντας έτσι τον θεό σου, στην πραγματικότητα ασεβείς προς αυτόν. Άφησέ με να τον αρνηθώ ολοκληρωτικά, γιατί εάν όντως υπάρχει, τότε εγώ ασεβώ με την άρνησή μου πολύ λιγότερο από όσο εσύ με την βλάσφημη αντίληψη που έχεις γι’ αυτόν. Σύνελθε παπά, ο Χριστός σου δεν αξίζει περισσότερο από τον Μωάμεθ, ο Μωάμεθ δεν αξίζει περισσότερο από τον Μωϋσή και οι τρεις τους δεν αξίζουν περισσότερο από τον Κομφούκιο, που τουλάχιστον διατύπωσε μερικές καλές αρχές, ενώ οι τρεις άλλοι απλώς παραλογίζονταν. Αλλά γενικά, στο σύνολό τους, όλοι οι ιδρυτές θρησκειών ήσαν αγύρτες, η διδασκαλία τους ήταν απάτη που απλώς την πίστεψε ο συρφετός, ενώ κανονικά η δικαιοσύνη θα ’πρεπε να τους θανατώσει.»

ΙΕΡΕΑΣ: «Αλίμονο! Η ανθρώπινη δικαιοσύνη συμπεριφέρθηκε πολύ σκληρά σε έναν από τους τέσσερις!»

ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ: «Αυτός ήταν που το άξιζε περισσότερο! Ήταν κοινός στασιαστής, ταραχοποιός, συκοφάντης, απατεώνας, ανήθικος, θαυματοποιός και σε επικίνδυνο βαθμό αχρείος. Κατείχε την τέχνη να επιβάλλεται στον συρφετό και επομένως ήταν άξιος τιμωρίας στα πλαίσια ενός βασιλείου, όπως ήταν τότε η Ιερουσαλήμ. Ήταν πολύ λογικό να τον ξεκάνουν μετά από μία τέτοια συμπεριφορά και είναι ίσως η μόνη περίπτωση που οι πολύ πράες και ανθρωπιστικές αρχές μου μπορούν να αποδεχθούν την αυστηρότητα της Θέμιδος. Μπορώ να συγχωρέσω αρκετές λάθος συμπεριφορές, εκτός από εκείνες που μπορούν να διαλύσουν την ανθρώπινη κοινωνία…»

Πηγή: «Dialogue Between a Priest and a Dying Man», Ιούλιος 1782. Δημοσιεύθηκε σε αφιερωματικό τόμο των εκδόσεων «Αιγόκερως».


ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: The Libertine (από τον ΓΙΩΡΓΟ ΚΑΡΟΥΖΑΚΗ http://www.lifo.gr/content/x21/15.html )

Ο Σαντ σε αυτό το φιλοσοφικό παιχνίδι, που γράφτηκε πιθανόν το 1782 –όταν ήταν φυλακισμένος στη Βαστίλλη– και εκδόθηκε μόλις το 1926, κραδαίνει τον αθεϊσμό του, όπως εύστοχαv παρατηρεί ο Jerome Verain, «σαν όπλο, τον εκθέτει σαν πέος».

Ο γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος Μαρκήσιος ντε Σαντ (1740-1814) εδώ και μερικούς αιώνες αποτελεί την προσωποποίηση του κακού. Κάθε σεμνότυφη και τρομαγμένη ψυχή διαρρηγνύει, ακόμα και σήμερα, τα ιμάτιά της για το έργο του ακόλαστου λιμπερτίνου, επειδή νιώθει ότι απειλεί τον κομφορμιστικό της μικρόκοσμο. Υπερβάλλουμε; Καθόλου, αν σκεφτείτε ότι η Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ εκδόθηκε πρώτη φορά στα ελληνικά το 1979 από τις εκδόσεις Εξάντας και απαγορεύτηκε τάχιστα με δικαστική εντολή. Ανάλογη τύχη είχαν και οι 120 μέρες των Σοδόμων, που η έκδοσή τους, δυο χρόνια αργότερα από τον ίδιο οίκο, ήταν απαγορευμένη στη χώρα μας μέχρι και το 1991 (!).

Η λιλιπούτεια και καλαίσθητη έκδοση του βιβλίου Διάλογος ανάμεσα σε έναν ιερωμένο και έναν ετοιμοθάνατο του Μαρκήσιου ντε Σαντ από την Άγρα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί από ορισμένους νεοσυντηρητικούς κύκλους και τους θρησκόληπτους περισσότερο επικίνδυνη από την περιγραφή και του πιο ακραίου πορνογραφικού συμπλέγματος.

Ο Σαντ σε αυτό το φιλοσοφικό παιχνίδι, που γράφτηκε πιθανόν το 1782 -όταν ήταν φυλακισμένος στη Βαστίλη- και εκδόθηκε μόλις το 1926, κραδαίνει τον αθεϊσμό του, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Jerome Verain, «σαν όπλο, τον εκθέτει σαν πέος».

Πρόκειται για ένα διάλογο που καταγράφει τη μάταιη προσπάθεια ενός ιερωμένου, μάλλον αδέξιου υπερασπιστή του καθολικού δόγματος, να σώσει την ψυχή ενός ετοιμοθάνατου με ακόλαστες ορέξεις και πάθη ισχυρότατα.

Ο συγγραφέας μέσα από τον στιλιζαρισμένο διάλογο των δυο προσώπων απογυμνώνει ξεδιάντροπα τις θρησκευτικές προκαταλήψεις, το φανατισμό και τη βία της εκκλησιαστικής εξουσίας. Όχι για υπερασπιστεί μέχρις εσχάτων τη «διεφθαρμένη» του φύση και το κύλισμα στις ηδονές, αλλά για να μιλήσει -επιβεβαιώνοντας τον Apollinaire, που τον αποκαλούσε «το πιο ελεύθερο πνεύμα που υπήρξε ποτέ»- με γενναιότητα για σοβαρά φιλοσοφικά ζητήματα, τα συστήματα ηθικής των θρησκειών, τις υλιστικές αντιλήψεις της εποχής του.

Στον κόσμο του Σαντ, κατά τον Jerome Verain, «οι πράξεις μας καθορίζονται από φυσικούς νόμους όπου η ηθική δεν έχει κανένα λόγο», ενώ ο ηδονοθήρας ετοιμοθάνατος του βιβλίου αποποιείται το Θεό συμπυκνώνοντας όλη την ανθρώπινη ηθική στην, φαινομενικά απλοϊκή, φράση «κάνε τους άλλους τόσο ευτυχείς όσο επιθυμείς να είσαι και μην τους κάνεις ποτέ περισσότερο κακό από εκείνο που θα ήθελες να σου κάνουν».