Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

Νορμπέρτο Μπόμπιο: ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ


Μπορώ να πω μόνο ότι οι προκαταλήψεις γεννιούνται στο μυαλό των ανθρώπων. Γι' αυτό εκεί πρέπει να καταπολεμηθούν, δηλαδή με την ανάπτυξη των γνώσεων και συνεπώς με τη μόρφωση, μέσω της αδιάκοπης μάχης κατά κάθε μορφής σεχταρισμού. Υπάρχουν άνθρωποι που σκοτώνονται για έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Πού γεννιέται το πάθος αυτό, αν όχι στο μυαλό τους;

Δεν πρόκειται φυσικά για πανάκεια, πιστεύω όμως ότι η δημοκρατία μπορεί να χρησιμεύσει και σε αυτό: ως δημοκρατία νοείται μια κοινωνία όπου οι γνώμες είναι ελεύθερες, επομένως είναι αναγκασμένες να συγκρούονται και, μέσω της σύγκρουσης να εξαγνίζονται. Για να απελευθερωθούν από τις προκαταλήψεις, οι άνθρωποι χρειάζονται πρώτα απ' όλα να ζήσουν σε μια ελεύθερη κοινωνία.


Πηγή: Norberto Bobbio "Εγκώμιο της Πραότητας. Και άλλα κείμενα περί ηθικής"

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Ανρί Λεφέβρ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΙΑΚΗ ΔΙΕΘΝΗ


Ο Ανρί Λεφέβρ για την Καταστασιακή Διεθνή, τον Ντεμπόρ , τον Κονστάντ, την Μπερνστάιν και το Στρασβούργο.

Συνέντευξη στην Κρίστεν Ρος, τον Οκτώβριο του 1979. Απόσπασμα, δημοσιευμένο στην «Praxi 1»

Α.Λ: Πρόκειται να με ρωτήσετε για τους σιτουασιονιστές; Γιατί υπάρχουν πράγματα που θα΄ θελα να πω.

Κ.Ρ: Ωραία λοιπόν αρχίστε.

Α.Λ: Οι σιτουασιονιστές, είναι ένα λεπτό ζήτημα, για το οποίο νοιάζομαι πολύ. Με αγγίζει, κατά κάποιο τρόπο βαθιά, γιατί τους ήξερα πολύ καλά, υπήρξα στενός φίλος τους. Η φιλία κράτησε από το 1957 έως το 1961 ή 62, που είναι γύρω στα 5 χρόνια. Μετά είχαμε μια φιλονικία, ή οποία γινόταν όλο και χειρότερη, σ΄ ένα κλίμα που δεν καταλάβαινα τον εαυτό μου πολύ καλά, που παρόλα αυτά όμως μπορώ να περιγράψω. Στο τέλος, ήταν ένα λαβ-στόρυ που τέλειωσε άσχημα, πολύ άσχημα. Υπάρχουν ιστορίες αγάπης που αρχίζουν ωραία και τελειώνουν άσχημα. Και αυτή ήταν μια από δαύτες.

Θυμάμαι να περνάει η νύχτα, μιλώντας στο σπίτι του Γκυ Ντεμπόρ, εκεί όπου έμενε με την Μισέλ Μπερνστάιν, κάτι σαν στούντιο, κοντά στο μέρος που έμενα τότε στην οδό Σαιν Μαρταίν, σ΄ ένα σκοτεινό δωμάτιο, χωρίς καθόλου φως, ένα πρωτόγονο, ένα άθλιο μέρος, αλλά συγχρόνως ένα μέρος με σπουδαία δύναμη και ακτινοβολία στη σκέψη και την αναζήτηση.

Κ.Ρ: Δεν είχαν χρήματα;

Α.Λ: Όχι

Κ.Ρ: Και πως ζούσαν;

Α.Λ: Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πως τα βγάζανε πέρα. Κάποια μέρα ένας φίλος μου (κάποιος στον οποίον είχα συστήσει τον Ντεμπόρ), τον ρώτησε «πως τα βγάζεις πέρα» και ο Ντεμπόρ απάντησε γελώντας «ζω από τη διανόηση». Στην πράξη πρέπει να είχε κάποιους πόρους. Νομίζω πως η οικογένεια του δεν ήταν φτωχή. Οι γονείς του ζούσαν στο Κοτ ντ΄ αζούρ. Πάντως δεν νομίζω να ξέρω την απάντηση. Επίσης η Μπερνστάιν, είχε βρει έναν έξυπνο τρόπο να κερδίζει λεφτά ή τουλάχιστον να βγάζει μερικά, έτσι τουλάχιστον μου είχε πει. Μου΄ χε πει ότι έκανε ωροσκόπια για άλογα, που δημοσιεύονταν σε περιοδικά ιπποδρόμου. Ήταν τρομερά αστείο. Μάθαινε την ημερομηνία γέννησης των αλόγων κι έκανε τα ωροσκόπιά τους, προκειμένου να προβλεφτεί, από τους ενδιαφερόμενους, το αποτέλεσμα του αγώνα. Πιστεύω πως υπήρχαν περιοδικά αγώνων που τα δημοσίευαν και την πλήρωναν.

Κ.Ρ: Έτσι το σλόγκαν των καταστασιακών «μη δουλεύετε ποτέ» δεν έπιανε τις γυναίκες;

Α.Λ: Τις έπιανε, γιατί αυτό δεν ήτανε δουλειά. Μπορούσαν να επιβιώνουν χωρίς να δουλεύουν, αφήνοντας τα μεγάλα έξοδα φυσικά, έπρεπε να κάνουν μερικά πράγματα. Το να κάνεις τα ωροσκόπια των αλόγων του ιπποδρόμου, δεν νομίζω να θεωρείται πραγματική δουλειά, είχε αρκετή πλάκα αλλά δουλειά δεν ήτανε.

Θα΄ θελα όμως να πάω πιο πίσω στο χρόνο, γιατί όλα ξεκίνησαν πολύ νωρίτερα. Ξεκίνησαν από την ομάδα COBRA. Αυτοί υπήρξαν οι μεσολαβητές: την ομάδα συγκροτούσαν αρχιτέκτονες, ο Κονστάντ, κυρίως, ο ζωγράφος Ασκερ Γιορν και μερικοί από τις Βρυξέλες× ήταν ένα σκανδιναβικό γκρουπ με υπέρμετρες φιλοδοξίες. Ήθελαν να ανανεώσουν την τέχνη, να ανανεώσουν την επίδραση της τέχνης στη ζωή. Ήταν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον και δραστήριο γκρουπ, που συστήθηκε το 1950× κι ένα από τα βιβλία που ενέπνευσαν τη δημιουργία της ομάδας ήταν ένα δικό μου βιβλίο η «κριτική της καθημερινής ζωής». Γι αυτό αναμείχθηκα μαζί τους τόσο νωρίς. Και η κρίσιμη προσωπικότητα ήταν ο Κονστάντ, ο ουτοπιστής αρχιτέκτονας που σχεδίασε την ουτοπική πόλη, μία νέα Βαβυλώνα, ένα προβοκατόρικο όνομα μιας και στην παράδοση των προτεσταντών η Βαβυλώνα είναι η εικόνα της διαφθοράς. Η νέα Βαβυλώνα έμελλε να είναι η εικόνα του καλού, που πήρε το όνομα της καταραμένης πόλης και μεταμορφώθηκε σε πόλη του μέλλοντος. Τα σχέδια της νέας Βαβυλώνας χρονολογούνται από το 1950. Και στα 1953 ο Κονστάντ δημοσίευσε ένα κείμενο με τον τίτλο «Για μια αρχιτεκτονική της κατάστασης». Αυτό ήταν ένα θεμελιώδες κείμενο βασισμένο στην ιδέα ότι η αρχιτεκτονική πρέπει να επιτρέπει στη καθημερινή πραγματικότητα να μεταμορφώνεται. Αυτή ήταν και η βάση της «κριτικής στην καθημερινή ζωή»: να δημιουργήσει μία αρχιτεκτονική που από μόνη της θα προκαλούσε τη δημιουργία νέων καταστάσεων. Έτσι αυτό το κείμενο ήταν η αρχή μιας νέας αναζήτησης που θα εκδηλωνότανε τα επόμενα χρόνια, ιδίως από τότε που ο Κονστάντ ήταν πολύ κοντά τα λαϊκά κινήματα× ήταν άλλωστε ένας από τους υποκινητές των Provos.

Κ.Ρ: Υπήρχε δηλαδή άμεση σχέση μεταξύ του Κονστάντ και των Provos;

Α.Λ: Μα ναι, τον αναγνώριζαν σαν το διανοητή τους, σαν ηγέτη τους, αυτόν που ήθελε να μεταμορφώσει τη ζωή και την πόλη. Η σχέση ήταν άμεση× τους υποκινούσε.

[…]

Κ.Ρ: Έχει η θεωρία των καταστασιακών, για την δημιουργία καταστάσεων, άμεση σχέση με τη δική σας θεωρία των «στιγμών»;

Α.Λ: Ναι αυτή ήταν η βάση της κατανόησης. Μου΄ χαν πει , πάνω κάτω, σε συζητήσεις μας (συζητήσεις που διαρκούσαν ολόκληρες νύχτες) «ότι εσύ καλείς [στιγμές] εμείς καλούμε τις [καταστάσεις], μόνο που εμείς το πάμε πιο μακριά απ΄ ότι εσύ. Αποδέχεσαι σαν [στιγμές], οτιδήποτε γίνεται ιστορία (έρωτας, ποίηση, σκέψη). Εμείς θέλουμε να δημιουργήσουμε νέες στιγμές».

Κ.Ρ: Πως πρότειναν ότι πρέπει να γίνεται η μεταβίβαση από τη «στιγμή» σε μία συνειδητή κατασκευή;

Α.Λ: Η ιδέα μιας νέας «στιγμής», μιας νέας «κατάστασης» υπήρχε ήδη σε κείμενα του Κονστάντ από το 1953. Γιατί η αρχιτεκτονική της κατάστασης είναι μια ουτοπική αρχιτεκτονική, που προϋποθέτει μια νέα κοινωνία× η ιδέα του Κονστάντ ήταν ότι η κοινωνία πρέπει να μεταμορφώνεται όχι για να συνεχίζει μια βαρετή, χωρίς συμβάντα ζωή, αλλά προκειμένου να δημιουργηθεί κάτι εντελώς καινούριο: καταστάσεις.

[…]

Κ.Ρ: Γνωρίζατε κόσμο στο Στρασβούργο τότε;

Α.Λ: Ήταν οι φοιτητές μου, αλλά οι σχέσεις μου μαζί τους ήταν αρκετά τεταμένες. Όταν έφτασα στο Στρασβούργο το 1958 ή 59, στη μέση του Αλγερινού πολέμου, είχα μόλις τρεις εβδομάδες στο Στρασβούργο, μια ομάδα παιδιών ήρθε και με βρήκε. Ήταν οι μελλοντικοί σιτουασιονιστές του Στρασβούργου, ή ήδη ήταν σιτουασιονιστές. Μου είπαν: «χρειαζόμαστε την στήριξή σου, πάμε να στήσουμε αντίσταση. Πρόκειται να στήσουμε στρατιωτική βάση στο Vosges, και από εκεί ν΄ απλωθούμε σ΄ όλη την επαρχεία. Θα εκτροχιάσουμε τρένα». Τους απάντησα: «Μα ο στρατός και η αστυνομία, δεν είσαστε σίγουροι αν θα έχετε τη στήριξη του πληθυσμού. Οδηγήστε σε καταστροφή» και άρχισαν να με αποκαλούν προδότη. Μετά από λίγο, μερικές εβδομάδες, ξανάρθανε να με δούνε και μου είπανε: «είχες δίκιο, είναι απίθανο να στήσουμε στρατιωτική βάση εκεί. Θα ασχοληθούμε με κάτι άλλο».

Έτσι βρέθηκα μαζί τους, μετά έγιναν σιτουασιονιστές, η ίδια ομάδα που ήθελε να υποστηρίξει τους Αλγερινούς, ξεκινώντας στρατιωτική δράση στη Γαλλία× ήταν τρελό. Πάντως η σχέση μου μαζί τους ήταν πάντα πολύ δύσκολη. Θύμωναν για το τίποτα. Ζούσα εκείνη την περίοδο με μία νέα γυναίκα από το Στρασβούργο× ήμουν το σκάνδαλο του πανεπιστημίου. Ήταν έγκυος, είχε μία κόρη (την κόρη μου Αρμέλ), και αυτό ήταν το σκάνδαλο της πόλης× ο τρόμος και η αποστροφή. Το Στρασβούργο ήταν μια πόλη μπουρζουάδων και το πανεπιστήμιο δεν ήταν έξω από την πόλη αλλά ακριβώς στο κέντρο. Την ίδια ακριβώς στιγμή όμως έδινα διαλέξεις που ήταν πολύ επιτυχημένες, για την μουσική, για παράδειγμα «μουσική και κοινωνία». Έκανα μια ολόκληρη σειρά μαθημάτων πάνω στο θέμα αυτό× πολύς κόσμος απολάμβανε αυτές τις διαλέξεις, έτσι αν δεχόμουν επίθεση, αυτό θα γινότανε με μεγάλη δυσκολία. Η μητέρα της Αρμέλ, η Νικόλ, ήταν φίλη των σιτουασιονιστών. Ήταν πάντα μαζί τους, πολύ συχνά τους καλούσε σπίτι μας. Έρχονταν και τρώγανε σπίτι μας, παίζαμε μουσική. Ε αυτό ήταν σκάνδαλο για το Στρασβούργο. Έτσι απέκτησα πολύ στενές σχέσεις, οργανικές σχέσεις, μαζί τους× όχι μόνο επειδή δίδασκα «μαρξισμό» στο πανεπιστήμιο, αλλά κυρίως δια μέσου της Νικόλ που έπαιζε το ρόλο διαμεσολαβητή. Ο Γκυ (Ντεμπόρ) ερχότανε στο σπίτι να δει τη Νικόλ, να φάμε βραδινό. Αλλά οι σχέσεις αυτές ήταν δύσκολες, θύμωναν ακόμα και για πολύ ασήμαντα πράγματα. Ο Μουσταφά Καγιατί, ο συγγραφέας της περίφημης μπροσούρας, ήταν μέλος της ομάδας.

Κ.Ρ: Ποιος ήταν ο αντίκτυπος αυτής την μπροσούρας; [για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων]. Πόσα αντίγραφα τελικά διατέθηκαν;

Α.Λ: Ω, ήταν πολύ μεγάλη επιτυχία, αλλά στην αρχή, η διανομή έγινε μόνο στο Στρασβούργο× μετά ο Ντεμπόρ και οι άλλοι το διένειμαν και στο Παρίσι. Χιλιάδες αντίγραφα μοιράστηκαν, σίγουρα δεκάδες χιλιάδες αντίγραφα δόθηκαν στους φοιτητές. Ήταν καλή μπροσούρα, ο Μουσταφά Καγιατί ήταν Τυνήσιος. Υπήρχαν αρκετοί Τυνήσιοι στην ομάδα, επίσης πολλοί ξένοι που δεν αναφέρθηκαν αρκετά, ακόμα και ο Καγιατί δεν φαινότανε πάρα πολύ γιατί θα είχε προβλήματα λόγω της εθνικότητάς του. Δεν είχε διπλή εθνικότητα× παρέμενε τυνήσιος και θα μπορούσε να είχε φοβερά προβλήματα. Όπως και να΄ χει όμως, στο Παρίσι, μετά το 1957, είδα αρκετούς από αυτούς και πέρασα αρκετές ώρες με τον Κονστάντ στο Αμστερνταμ. Αυτή ήταν και η στιγμή που το κίνημα Provos γινόταν πολύ ισχυρό στο Αμστερνταμ, με την ιδέα τους να διατηρούν την αστική τους ζωή άθικτη, παρεμποδίζοντας την πόλη από το να ξεκοιλιαστεί από τους αυτοκινητόδρομους που θα διαπλατύνονταν μόνο για τη διέλευση αυτοκινήτων. Ήθελαν η πόλη να διατηρηθεί και να μετατραπεί, προκειμένου να μην παραδοθεί στην κυκλοφορία. Επίσης τους άρεσαν τα ναρκωτικά, επένδυαν στα ναρκωτικά για τη δημιουργία νέων καταστάσεων, η φαντασία τους έπαιρνε τη σπίθα από το LSD, τότε υπήρχε το LSD.

[…]

Κ.Ρ: Έτσι λοιπόν η ύπαρξη των μικροκοινωνιών ή των ομάδων όπως αυτή των σιτουασιονιστών, ήταν από μόνες τους «νέες καταστάσεις»;

Α.Λ: Ναι, σ΄ ένα μεγάλο βαθμό. Αλλά, δεν θα΄ πρεπε να υπερβάλλουμε όμως. για το πόσοι ήταν συγχρόνως την εκάστοτε χρονική περίοδο. Πρέπει να γνωρίζετε πως η Καταστασιακή Διεθνής δεν είχε περισσότερα από δέκα μέλη συγχρόνως. Υπήρχαν δύο ή τρεις Βέλγοι, δύο ή τρεις Γερμανοί, όπως ο Κονστάντ, αλλά διαγράφονταν αμέσως. Ο Γκυ Ντεμπόρ ακολούθησε το παράδειγμα του Μπρετόν. Οι διαγραφές ήταν ένα γεγονός. Ποτέ δεν ήμουν μέρος της ομάδας. Θα μπορούσα να είμαι, αλλά ήμουν προσεκτικός, ιδίως εφόσον γνώριζα το χαρακτήρα και τους τρόπους του Ντεμπόρ και τον τρόπο με τον οποίο «αντέγραφε» τον Μπρετόν, «απωθώντας» οποιονδήποτε, προκειμένου να έχει έναν σκληρό πυρήνα. Στο τέλος τα μέλη της S.I ήταν ο Ντεμπόρ, η Μπερνστάιν και ο Βανεγκέμ. Υπήρχαν βέβαια και άλλες ομάδες (δορυφόροι) στις οποίες ήμουν ενταγμένος, όπως και ο Ασκερ Γιορν άλλωστε. Ο Ασκερ Γιορν είχε επίσης «απωθηθεί». Και ο κακομοίρης ο Κονστάντ είχε διαγραφεί. Για ποιο λόγο; Ο Κονστάντ ως γνωστόν δεν έχτισε τίποτα× ήταν ένας αρχιτέκτονας που δεν έχτιζε, ένας ουτοπικός αρχιτέκτονας. Διαγράφηκε όμως γιατί ένας νεαρός που δούλευε μαζί του, έχτισε μία εκκλησία στη Γερμανία× εξορίστηκε λοιπόν για λόγους καταστροφικής επιρροής. Σαχλαμάρες, ήταν, στην πραγματικότητα, η διατήρηση του εαυτού του σε μια αγνή κατάσταση, σαν κρύσταλλο. Ο δογματισμός του Ντεμπόρ ήταν πανομοιότυπος μ εαυτόν του Μπρετόν και ίσως, επιπλέον, ένας δογματισμός χωρίς δόγμα, από τότε που η θεωρία των καταστάσεων, της δημιουργίας καταστάσεων, εξαφανίστηκε ταχύτατα αφήνοντας πίσω της μόνο κριτική για τον υπάρχοντα κόσμο, από εκεί δηλαδή που ξεκίνησαν όλα× την «κριτική της καθημερινής ζωής».

Κ.Ρ: Πως η συνεργασία σου με τους σιτουασιονιστές άλλαξε ή ενέπνευσε την άποψή σου για την πόλη; άλλαξε ή όχι η αντίληψή σου;

Α.Λ: Ήταν μια πορεία, παράλληλη. Η άποψή μου για την πόλη είχε εντελώς διαφορετικές πηγές […] Αλλά την ίδια ακριβώς στιγμή που γνώρισα τον Ντεμπόρ (1957) γνώρισα και τον Κονστάντ. Γνώριζα ότι οι Provos στο Αμστερνταμ ενδιαφέρονταν για την πόλη, και πήγα εκεί για να δω τι συμβαίνει, ίσως και δέκα φορές. Απλά για να δω την γραμμή του κινήματος, αν έπαιρνε πολιτική γραμμή. Υπήρχαν Provos εκλεγμένοι στο συμβούλιο της πόλης στο Αμστερνταμ. Ξεχνώ πια χρονιά, αλλά πήραν μεγάλη νίκη στις δημοτικές εκλογές. Αργότερα, μετά από αυτό, όλα διαλύθηκαν. Όλα αυτά ήταν τμήμα και σύνολο του αυτού πράγματος. Και μετά το 1960 εμφανίστηκε το μεγάλο κίνημα της πολεοδομίας. Οι Σιτουασιονιστές εγκατέλειψαν τη θεωρία της ενιαίας πολεοδομίας, από τότε που η ενιαία πολεοδομία είχε συγκεκριμένο νόημα για τις ιστορικές πόλεις, όπως το Αμστερνταμ, που έπρεπε να ανανεωθεί, να μεταμορφωθεί. Αλλά από τη στιγμή που η ιστορική πόλη χωρίστηκε σε περιφερικές (περίχωρα), όπως συνέβη με το Παρίσι και παρόμοιες πόλεις, όπως το Λος Αντζελες, το Σαν Φρανσίσκο, άγριες προεκτάσεις της ίδιας της πόλης× η ενιαία πολεοδομία έχασε κάθε νόημα. Θυμάμαι πάρα πολύ καθαρά, παρόμοιες συζητήσεις με το Γκυ Ντεμπόρ , που έλεγε ότι η πολεοδομία γίνεται σιγά-σιγά ιδεολογία. Είχε απόλυτο δίκιο, από τη στιγμή που υπήρχε ένα επίσημο δόγμα για την πολεοδομία. Νομίζω ότι η πολεοδομία χρονολογείται από το 1961 στο Παρίσι (χρονική στιγμή που η πολεοδομία γίνεται ιδεολογία). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα της πόλης λύθηκε, κάθε άλλο. Αλλά σ΄ αυτή την περίοδο οι σιτουασιονιστές είχαν εγκαταλείψει τη θεωρία της ενιαίας πολεοδομίας. Αλλωστε, πιστεύω, πως ακόμα και η περιπλάνηση, τα πειράματα περιπλάνησης, άρχισαν να εγκαταλείπονται. Δεν είμαι όμως σίγουρος για το πώς αυτό συνέβη, γιατί αυτή ήταν και η χρονική στιγμή που διακόψαμε κάθε σχέση.

Σημειώσεις:

1. Στο κείμενο αναφέρεται η μπροσούρα που είχε εκδώσει ομάδα φοιτητών το 1966, «για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων». Το κείμενο αυτό (γραμμένο από το Μουσταφά Καγιατί), στο σύνολό του, έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από τους Αλεξίου ~ Χαλκιά και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος.

2. Το κίνημα COBRA που αναφέρεται στο κείμενο, ήταν αποτέλεσμα συνένωσης μικρότερων ομάδων, η Cobra εξέδιδε το περιοδικό reflex. Το όνομα «Cobra» το αποτελούσαν τα αρχικά των πόλεων «Κοπενχάγη, Βρυξέλλες, Aμστερνταμ». Ιδρυτές της ομάδας ήταν ο Γιορν, ο Ντορεμόν, ο Κορνέιγ, ο Κονστάντ και ο Aπελ.

3. Η Καταστασιακή Διεθνής ιδρύθηκε το 1957 μετά από συνδιάσκεψη στη βόρεια Ιταλία, για μια ενιαία δράση των πρωτοποριακών κινημάτων. περνώντας από διάφορες φάσεις (με κορυφαία αυτή του τέλους της 1ης φάσης το ΄62) κράτησε μέχρι το 1972.

4. Η Μισέλ Μπερνστάιν ήταν σύντροφος του Γκυ Ντεμπόρ (μέχρι το 1967). Το 1997 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «ΟΞΥ», το βιβλίο της «όλα τα άλογα του βασιλιά».

5. Η περιπλάνηση (derive) αναφέρεται αναλυτικά στα βιβλία «τι είναι ο Λετρισμός» του Γκυ Ντεμπόρ, «η περιπλάνηση και οι σιτουασιονιστές» του Thomas McDonough) και η «θεωρία της περιπλάνησης» του Γκυ Ντεμπόρ. Περιληπτικά, σαν περιπλάνηση ορίζει την τεχνική του βιαστικού περάσματος μέσα από ποικίλες ατμόσφαιρες μιας πόλης.

6. Οι σιτουασιονιστές εννοούσαν «ενιαία πολεοδομία» τη θεωρία της συνολικής χρήσης των τεχνών και των τεχνικών που συμβάλλουν στην ολοκληρωμένη κατασκευή ενός περιβάλλοντος, σε δυναμική σχέση με εμπειρίες της συμπεριφοράς.

Πηγές των σημειώσεων:

1. «Πρωτοπορίες και κινήματα», αφιέρωμα του περιοδικού διαβάζω, την επιμέλεια του οποίου είχε αναλάβει ο Ι. Μπαμπασάκης (Τεύχος: 270 18/9/91).

2. «Βορειοδυτικό πέρασμα» Ι. Μπαμπασάκης, εκδόσεις Ελεύθερος τύπος.

3. «Το αισθητικό και το πολιτικό» εκδόσεις Ελ.Τύπος, μετ: Πάνος Τσαχαγέας, Νίκος Αλεξίου.

4. «Τι είναι Λετρισμός» Γκυ Ντεμπόρ, μτφ: Αλέξανδρος Ζαγκούρογλου, εκδόσεις Ελεύθερος τύπος.

5. «Για την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων», S.I. μτφ: Νίκος Αλεξίου Διονύσης Χαλκιάς, εκδόσεις: Ελεύθερος τύπος.

6. «Η περιπλάνηση και οι σιτουσιονιστές», Thomas Mc Donough, μτφ: Παναγιώτης Καλαμαράς, εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα.

7. «Το αισθητικό και το πολιτικό», μτφ: Πάνος Τσαχαγέας Νίκος Αλεξίου, εκδόσεις Ελεύθερος τύπος. (Ανθολογία κειμένων από την Cobra στην S.I.) Για πρώτη φορά ίσως, μετά το «ξεπέρασμα της τέχνης» (από τις εκδόσεις Ύψιλον), τόσο εκτεταμένη συλλογή κειμένων.


Πηγή: επιθεώρηση «PRAXI», τεύχος 1

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

FACP: ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ


Μια σοβαρή αδυναμία από την οποία ταλαιπωρείται ο αναρχισμός είναι η κατάσταση στην οποία βυθίστηκε από εκείνους που έχουν πολύ μικρή σχέση με τον αναρχισμό και πολύ μεγαλύτερη με τον μικροαστισμό ή τα φιλελεύθερα αισθήματα: νιχιλιστές, υπαρξιστές, αναρχοκαπιταλιστές, πρωτογονιστές και άλλους.

«Ο αναρχισμός δεν σημαίνει καν μυστικισμό ούτε ασαφείς λέξεις για την ομορφιά ή την απελπισία. Το μεγαλείο του οφείλεται κυρίως στην αφοσίωσή του στις αιτίες της καταπίεσης σε βάρος της ανθρωπότητας. Φέρνει μέσα του τη φιλοδοξία των μαζών για την αλήθεια, τον ηρωισμό και τη μεγάλη τους θέληση, αντιπροσωπεύει αυτή τη στιγμή τη μόνη κοινωνική ιδεολογία πάνω στην οποία οι μάζες μπορούν να στηριχθούν και να εμπιστευθούν για ν’ αναλάβουν τον αγώνα τους. Δεν είναι αρκετό για τον αναρχισμό να είναι μια μεγάλη ιδέα και οι αναρχικοί οι πλατωνικοί του αντιπρόσωποι. Οι αναρχικοί πρέπει να συμμετέχουν μόνιμα στο μαζικό επαναστατικό κίνημα και να συνεργάζονται μ’ αυτό. Μόνο τότε αυτό το κίνημα θα αναπνεύσει αληθινά την αυθεντική ατμόσφαιρα του αναρχικού ιδανικού. Τίποτα δεν αποκτιέται δωρεάν. Όλες οι υποθέσεις απαιτούν προσπάθειες και θυσίες. Ο αναρχισμός πρέπει να βρει μια ενότητα στόχων και δράσης και να επιτύχει μια ακριβή πραγματοποίηση του ιστορικού του ρόλου. Ο αναρχισμός πρέπει να διαπεράσει τις καρδιές των μαζών και να διαχυθεί σ’ αυτές».

Εάν είμαστε διασκορπισμένοι, η επιρροή μας θα μειωθεί κατά τη διάρκεια των αγώνων, και ειδικά εάν είμαστε ολιγάριθμοι. Σε μια τέτοια κατάσταση η ικανότητά μας μειώνεται αρκετά, στερούμαστε προγραμμάτων, βλέπουμε τι γίνεται γύρω μας, αλλά πάσχουμε από έλλειψη ικανότητας να ενεργήσουμε και πέφτουμε σε κατάθλιψη. Μερικές φορές, οι σύντροφοι συνδέονται με προγράμματα άλλων τάσεων με τις οποίες έχουν ασύμβατες διαφωνίες. Επομένως, η πρότασή μας είναι ότι πρέπει να οργανωθούμε. Θέλουμε να δούμε το Αναρχικό Κίνημα στους δρόμους, τα εργοστάσια, τις κοινότητες, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια. Θέλουμε να είμαστε μια επαναστατική δύναμη, αγωνιζόμενοι ενάντια στον καπιταλισμό και τον απολυταρχισμό διαμέσου των μεθόδων της μαζικής άμεσης δράσης, της οριζοντιότητας, της αλληλεγγύης, της αυτοδιεύθυνσης, της ελευθερίας, της ισότητας και της ομοσπονδιοποίησης.

Πεποίθησή μας είναι ότι η προπαρασκευαστική εργασία είναι αναπόφευκτη εάν οι κοινωνικοί αγώνες πρόκειται να είναι νικηφόροι. Ο στόχος μας θα πρέπει να είναι η δημιουργία μιας επαναστατικής ταξικής στρατηγικής από την οποία θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό το μέλλον του κινήματος. Είναι, επομένως, απαραίτητο να οργανωθούμε.

Πηγή: το Μανιφέστο της Αναρχικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας Πορτογαλίας (Federacao Anarquista Comunista de Portugal - FACP) που εγκρίθηκε στην ιδρυτική συνέλευσή της στις 7 Οκτωβριου 2007

Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009

Τζωρτζ Όργουελ

Τζωρτζ Όργουελ (George Orwell, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Έρικ Άρθουρ Μπλαιρ, Eric Arthur Blair, Bεγγάλη, 25 Ιουνίου 1903 – Λονδίνο, 21 Ιανουαρίου 1950).

Βρετανός σοσιαλιστής συγγραφέας, ποιητής και δημοσιογράφος, γνωστός κυρίως από τα αντιαυταρχικά – αντισταλινικά μυθιστορήματά του «Η Φάρμα των Ζώων» και «1984».

Γεννήθηκε στο Μοντιχάρι της Βεγγάλης στην Ινδία το 1903, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του ως διοικητικός υπάλληλος και έφθασε στην Αγγλία το 1911 με τον επαναπατρισμό της οικογένειάς του. Κατά την περίοδο 1917 - 1921 σπούδασε υπότροφος στο Ήτον (Eton, όπου ανάμεσα στους καθηγητές του ήταν και ο Άλντους Χάξλεϋ, που δίδασκε Γαλλικά) και έκανε σε διάφορα περιοδικά τις πρώτες του δημοσιεύσεις. Το 1922 διορίσθηκε αξιωματούχος στην αστυνομία («Indian Imperial Police») της Βιρμανίας, παραιτήθηκε όμως μετά από 6 χρόνια μη αντέχοντας την αποικιοκρατική ατμόσφαιρα.

Για κάποια χρόνια έζησε φτωχικά στο Παρίσι και το Λονδίνο, κινούμενος στους κύκλους των περιθωριακών, δηλώνοντας «αναρχικός» και κάνοντας διάφορα περιστασιακά επαγγέλματα. Προϊόντα εκείνης της περιόδου είναι τα βιβλία του «Οι αλήτες του Παρισιού και του Λονδίνου» («Down and Out in Paris and London», 1933), «Ημέρες της Μπούρμα» («Burmese Days», 1934), «Η κόρη του παπά» («A Clergyman's Daughter», 1935) και «Ο δρόμος προς την αποβάθρα του Γουίγκαν» («The Road to Wigan Pier», 1937). Το τελευταίο, που καταπιανόταν με τους εξαθλιωμένους ανθρακωρύχους της βόρειας Αγγλίας, γράφτηκε κατά παραγγελία του μαρξιστή εκδότη Victor Gollancz, ο οποίος διηύθυνε τις εκδόσεις «Left Book Club».

Συμμετείχε ενεργά από τον Δεκέμβριο του 1936 στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο ως εθελοντής στην δημοκρατική πολιτοφυλακή της Βαρκελώνης, μέλος του τροτσκιστικού «Εργατικού Κόμματος της Μαρξιστικής Ενοποίησης» (P.O.U.M., «Partido Obrero de Unificación Marxista»). Πήρε μέρος ως υπαξιωματικός σε αρκετές ένοπλες συγκρούσεις στην Αραγωνία και την Χουέσκα (Huesca), αλλά τον Μάϊο του 1937 τραυματίστηκε σοβαρά, όταν μια σφαίρα ελεύθερου σκοπευτή τού διαπέρασε τον λαιμό.

Ενώ νοσηλευόταν με προσωρινή παραλυσία της αριστερής πλευράς του σώματός του και απώλεια της φωνής του, οι σταλινικοί κομμουνιστές κήρυξαν «παράνομο» το P.O.U.M. και άρχισαν να εξοντώνουν τα μέλη του. Κινδυνεύοντας σοβαρά να εκτελεσθεί, ζήτησε στα τέλη του Ιουνίου την βοήθεια του άγγλου πρέσβη στην Βαρκελώνη, ο οποίος του εξασφάλισε την διαφυγή στην Γαλλία. Τις συγκλονιστικές όσο και τραγικές του εμπειρίες αποτύπωσε όταν επέστρεψε στην Αγγλία στο γνωστό βιβλίο του «Φόρος τιμής στην Καταλωνία» («Homage to Catalonia», 1938), το οποίο, καθώς ερχόταν σε αντίθεση με τις ορέξεις τόσο του δεξιού τύπου της χώρας όσο και της ημερήσιας εφημερίδας «Daily Worker» του Κομμουνιστικού Κόμματος, μέχρι το 1950 δεν είχε πουλήσει περισσότερα από 1.500 αντίτυπα.

Την επόμενη χρονιά εξέδωσε του «Coming up for Air», ενώ από τον Αύγουστο του 1941 και για όλη την διάρκεια του Β Παγκόσμιου Πολέμου εργάστηκε στο BBC («British Broadcasting Corporation») για τα προπαγανδιστικά ειδησεογραφικά προγράμματα που εκπέμπονταν στην Ινδία. Παράλληλα με το BBC εργαζόταν και στην εφημερίδα «Observer», ενώ μετά τον πόλεμο, ως λογοτεχνικός συντάκτης στην σοσιαλιστική εφημερίδα «Tribune» (στην οποία τον είχε καλέσει το 1943 ο εκδότης Aneurin Bevan), άρχισε να διαμορφώνει μέσα από την εβδομαδιαία στήλη του πολιτικές θέσεις με ξεκάθαρα αντιεξουσιαστική σοσιαλιστική κατεύθυνση.

Εκείνη ακριβώς την περίοδο συνέγραψε τα καλύτερα έργα του. Το 1944 εξέδωσε την «Φάρμα των Ζώων» («Animal Farm», μία πολιτική αλληγορία ενάντια στον σταλινισμό, η οποία του κόστισε την απώλεια των περισσότερων από τους έως τότε μαρξιστές φίλους του, ενώ ήδη είχε αρνηθεί να του εκδώσει το βιβλίο ο από το 1937 εκδότης του V. Gollancz). Το 1949 εξέδωσε το περίφημο «1984», ένα απαισιόδοξο μυθιστόρημα με δράση τοποθετημένη στο, τότε, «μακρινό» και «μελλοντικό» έτος 1984, όπου περιγραφόταν ένα εφιαλτικό ολοκληρωτικό αστυνομικό κράτος, στο οποίο η παραμικρή λεπτομέρεια της ατομικής και συλλογικής ζωής, που διαμορφώνονταν και οι δύο από την «νεογλώσσα» - «newspeak» και την «διπλοσκέψη» - «doublethink», ελεγχόταν αυστηρά από τον αόρατο δικτάτορα «Μεγάλο Αδελφό» («Big Brother»): «όποιος ελέγχει τη γλώσσα ενός ανθρώπου, ελέγχει και τις σκέψεις του» ανέφερε μέσα στο «1984» ο Όργουελ.

Συνέγραψε και ποιήματα («Romance», «Awake! Young Men of England», «Kitchener», «The Pagan», «The Lesser Evil», «Poem From Burma», κ.ά.), ενω λίγες ημέρες πριν πεθάνει σε νοσοκομείο του Λονδίνου από φυματίωση τον Ιανουάριο του 1950, απαγόρευσε την συγγραφή βιογραφιών του, πράγμα που όμως δεν τηρήθηκε, όπως ήταν άλλωστε αναμενόμενο.

Πηγή: Το KNOL του Βλάση Ρασσιά για τον Τζωρτζ Όργουελ

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2009

Ραούλ Βανεγκέμ: Ο ΑΕΝΑΗ ΘΕΟΚΡΑΤΙΚΗ ΑΠΕΙΛΗ


Αν, όπως αναφέρει ο βαρώνος Χόλμπαχ, «οι παπάδες της ενορίας, οι ιεροκήρυκες, οι ραββίνοι, οι ιμάμηδες κ.λπ. απολαμβάνουν το αλάθητο κάθε φορά που υπάρχει ο κίνδυνος να διαψευστούν», τότε δεν θα πρέπει να ξεχνάει κανείς το γεγονός ότι τα καταφέρνουν άριστα να παρουσιάζονται ως δήθεν μειλίχιοι, κολακευτικοί και συμφιλιωτικοί σε καιρούς κατά τους οποίους τους έχει αφαιρεθεί η άνεση να καταπιέζουν.

Παραδώστε όμως το κράτος στο Ισλάμ και θα πάρετε αμέσως τους Ταλιμπάν και την Σαρία. Ανεχθείτε τον χριστιανικό ολοκληρωτισμό, και η Ιερά Εξέταση θα ξαναγεννηθεί, μαζί με την ποινικοποίηση της βλασφημίας και την προπαγάνδα του «ναταλισμού», που είναι ο προμηθευτής των σφαγών. Ανεχθείτε τους ραββίνους, και δεν θα πρέπει να νοιώσετε έκπληκτοι όταν το παλαιό ανάθεμα της Εβραϊκής Θρησκείας εναντίον όλων των μη Ιουδαίων (των «goyim») αναδυθεί εκ νέου: «να σαπίσουν τα κόκαλά τους!»

Είναι καιρός να το φωνάξουμε ξανά και μάλιστα με μεγάλη ένταση: τίποτα δεν εμποδίζει κάποιον να εξασκεί μια Θρησκεία, να ασπάζεται μια πεποίθηση, να υπερασπίζεται μια ιδεολογία, αλλά κανείς δεν δικαιούται να τις επιβάλλει στους άλλους ή – κάτι που είναι ακόμα πιο απαράδεκτo – να κάνει κατήχηση στα μικρά παιδιά. Όλες οι πεποιθήσεις μπορούν να εκφράζονται ελεύθερα, ακόμα και οι πιο παρεκκλίνουσες, οι πιο ανόητες, οι πιο αποκρουστικές, οι πιο επαίσχυντες, υπό τη σαφή προϋπόθεση ότι, διατηρώντας το χαρακτήρα προσωπικών απόψεων, δεν μπορούν να υποχρεώσουν κανένα να τις δεχτεί ενάντια στην θέλησή του...

Κάθε ελευθερία αυτοαναιρείται από τη στιγμή που δεν απορρέει από μια θέληση για πλήρη ζωή. Το θρησκευτικό πνεύμα αναβιώνει εκεί όπου διαωνίζεται η θυσία, η παραίτηση, η ενοχή, το μίσος για τον εαυτό, ο φόβος της ευχαρίστησης, της αμαρτίας, της εκπλήρωσης, η αλλοίωση της φύσης και η αδυναμία να γίνουμε πραγματικά ανθρώπινοι.

Εκείνοι που επιχείρησαν να καταστρέψουν τις εξουσιαστικές Θρησκείες μέσω της καταστολής τους, δεν πετύχαιναν πάντοτε, παρά μόνο την αναβίωσή τους, για τον απλό λόγο ότι το πνεύμα της καταπίεσης είναι κατ’ εξοχήν εκείνο που αναγεννάται από τις στάχτες του. Οι εξουσιαστικές Θρησκείες τρέφονται από τα πτώματα και έχει γι’ αυτές ελάχιστη σημασία το γεγονός ότι οι ζωντανοί και οι νεκροί, ανάκατοι στους μαζικούς τάφους τους, είναι αδιαφοροποίητα είτε μάρτυρες της πίστης τους, είτε θύματα της μισαλλοδοξίας τους. Ο θρησκευτικός ιός θα επανεμφανίζεται όσο υπάρχουν άνθρωποι που στενάζουν και επιδεικνύουν – λες και είναι κάποιος τίτλος ευγενείας – την φτώχεια τους, την νοσηρή τους κατάσταση, την εξάρτησή τους, ή μάλλον μια εξέγερση την οποία αφιερώνουν στην αποτυχία.

Πηγή: Raoul Vaneigem: «Σχέδια Πτήσης Για την Απελευθέρωση της Γης» (2005). Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο "ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ".

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2009

Πάμπλο Νερούντα: ΑΡΓΟΠΕΘΑΙΝΕΙ ΟΠΟΙΟΣ...


«Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε ημέρα τις ίδιες διαδρομές, όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος δεν μιλά σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο από το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο "ι" αντί ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια, που μετατρέπουν ένα χασμουρητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει την βεβαιότητα για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει, όποιος δεν διαβάζει, οποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει σαγήνη στον εαυτό του. Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει τις ημέρες του παραπονούμενος για τη τύχη του ή για την ασταμάτητη βροχή.

Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει. Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής».

Άσπροι Πάνθηρες: ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ


Το Πρόγραμμά μας είναι Πολιτιστική Επανάσταση μέσα από μία καθολική επίθεση στην κατεστημένη κουλτούρα, για την οποία θα χρησιμοποιήσουμε κάθε εργαλείο, κάθε ενέργεια και κάθε μέσον που μπορεί να περιέλθει στα χέρια της συλλογικότητάς μας. Μεταφέρουμε μαζί μας το Πρόγραμμά μας, παντού όπου πάμε και μεταχειριζόμαστε όποιο μέσο απαιτηθεί για να μάθουν οι άνθρωποι τα ζητούμενά μας. Η κουλτούρα μας, η τέχνη μας, η μουσική, οι εφημερίδες, τα βιβλία, οι αφίσσες, τα ρούχα μας, τα σπίτια μας, ο τρόπος που περπατάμε και μιλάμε, ο τρόπος που μεγαλώνουν τα μαλλιά μας, ο τρόπος που καπνίζουμε χόρτο και κάνουμε έρωτα και τρώμε και κοιμόμαστε – όλα είναι ένα μήνυμα, και το μήνυμα αυτό είναι ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!

…Απαιτούμε απόλυτη ελευθερία για όλους! Και κανείς δεν μπορεί να μας σταματήσει πριν την αποκτήσουμε. Είμαστε κακοί. Υπάρχουν μόνο δύο είδη ανθρώπων επάνω στον πλανήτη: εκείνοι που αποτελούν το πρόβλημα και εκείνοι που αποτελούν την λύση. ΕΜΕΙΣ ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΛΥΣΗ… Η γουρουνολευκή κουλτούρα, που μας προσφέρθηκε επάνω σε ασημένια πιατέλα, για εμάς δεν έχει κανένα απολύτως νόημα! Δεν την θέλουμε!... Εμείς ανασαίνουμε επανάσταση. Είμαστε οι λυσεργικόξινοι μανιακοί του σύμπαντος. Θα κάνουμε όλα όσα περνούν από το χέρι μας για να τρελλάνουμε τους ανθρώπους, να τους βγάλουμε από τα κεφάλια τους και να τους χώσουμε στα σώματά τους.

Πηγή: Το Μανιφέστο των Άσπρων Πανθήρων (1968)

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009

Βίλχελμ Ραϊχ (Wilhelm Reich)


Βίλχελμ Ραϊχ (Wilhelm Reich, Dobrzanica Galicia, 24 Mαρτίου 1897 - Lewisburg, Pennsylvania, 3 Nοεμβρίου 1957). Ιδρυτής της λεγόμενης «Οργονομίας» («Orgonomy»), ψυχολόγος, συγγραφέας και πρωτοπόρος ερευνητής και εφευρέτης, που κυνηγήθηκε σε τέσσερις χώρες (Γερμανία, Δανία, Νορβηγία και Η.Π.Α.) από την πολύπλευρη αντίδραση (ψυχαναλυτές, κομμουνιστές, ναζί και καπιταλιστές) και τελικά πέθανε στις φυλακές.

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΡΟΫΔΙΣΜΟ

Γεννήθηκε το 1897 στην τότε υπό αυστριακή κυριαρχία Γαλικία (Galicia), στην πόλη Dobrzanica, πρώτος υιός του εύπορου αγρότη Λεόν Ράϊχ (Leon Reich) και της Καικιλίας Ρόνιγκερ (Cecilia Roniger). Ο πατέρας του ήταν αποσυνάγωγος Εβραίος και απαγόρευσε την συναναστροφή των δύο υιών του με παιδιά που μιλούσαν την εβραϊκή γλώσσα «yiddish», με αποτέλεσμα και οι δύο τους να αποκτήσουν γερμανική εθνική συνείδηση.

Από πολύ μικρός ο Βίλχελμ έδειξε ενδιαφέρον για τις φυσικές επιστήμες (ήδη από 8 ετών έφτιαχνε συλλογές από φυτά και έντομα και μελετούσε την φύση τους και τους τρόπους αναπαραγωγής τους) και μέχρι 12 ετών σπούδασε κατ’ οίκον με ιδιωτικό δάσκαλο. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1910 όμως, η μητέρα του αυτοκτόνησε πίνοντας χημικά υγρά, όταν αποκαλύφθηκε η ερωτική της σχέση με τον δάσκαλο των παιδιών της. Λίγο αργότερα, γύρω στο 1914, έφυγε από την ζωή και ο ψυχικά καταρρακωμένος πατέρας του, λόγω πνευμονίας έπειτα από μακρά ηθελημένη έκθεσή του στο κρύο.

Τα δύο αδέλφια, ο Βίλχελμ και ο Ρόμπερτ, συνέχισαν την αγροτική επιχείρηση του πατέρα τους ώστε να είναι εφικτή η οικονομική υποστήριξη των σπουδών τους, όμως το καλοκαίρι του 1915 οι Ρώσοι εισέβαλαν στην περιοχή και έτσι τα δύο αδέλφια βρέθηκαν πρόσφυγες στην Βιέννη, έχοντας χάσει τα πάντα. Για να επιβιώσει οικονομικά, ο Βίλχελμ υπηρέτησε επί τρία χρόνια στον αυστριακό στρατό ως υπολοχαγός και μετά την απόλυσή του με το τέλος του πολέμου, γράφτηκε το 1918 στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστήμιου της Βιέννης.

Δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1920 και ενώ ακόμα ήταν φοιτητής, έγινε δεκτός ως αντεπιστέλλον μέλος στην «Ψυχαναλυτική Εταιρεία της Βιέννης», την οποία διηύθυνε ο Σίγκμουντ Φρόϋντ (Sigmund Freud), έγινε τακτικό μέλος στα τέλη της χρονιάς, σε ηλικία μόλις 23 ετών και ήδη από το 1922 αναδείχθηκε σε έναν από τους γνωστότερους ψυχαναλυτές της Βιέννης.

Η φήμη του αυξήθηκε επίσης όταν εκείνη ακριβώς την εποχή δημοσίευσε αρκετά ενδιαφέροντα άρθρα του στα επιστημονικά περιοδικά της εποχής, όπως λ.χ. στην επιθεώρηση σεξολογίας «Zeitschrift fuer Sexualwissenschaft» («Ueber einen Fall von Durchbruch der Inzestschranke», 1920, «Der Koitus und die Geschlechter» και «Triebbegriffe von Forel bis Jung», 1921, «Zur Triebenergetik», 1923, «Der Tic als Onanieequivalent», 1924), την «Διεθνή Επιθεώρηση της Ψυχανάλυσης» - «Internationale Zeitschrift fuer Psychoanalyse» («Ueber Spezifitaet der Onanieforrnen», 1922, «Kindliche Tagtraeume einer spaeteren Zwangsneurose» και «Ueber Genitalitaet», 1923, «Die therapeutische Bedeutung der Genitallibido», 1924, «Eine hysterische Psychose in statu nascendi» και «Weitere Bemerkungen ueber die therapeutische Bedeutung der Genitallibido», 1925) και την «Επιθεώρηση Κλινικής Ψυχαθεραπείας» - «Zeitschrift fuer Aerztliche Psychotherapie» («Die Rolle der Genitalitaet in der Neurosentherapie», 1925). Την πρώτη του όμως διάσταση ως προς την υπόλοιπη ψυχαναλυτική κοινότητα της εποχής δημιούργησε ο Ράϊχ με την άποψή του πως εκτός από την συζήτηση πρέπει να αναπτύσσεται και η σωματική επαφή μεταξύ ασθενούς και ψυχοθεραπευτού (λ.χ. με άγγιγμα στον τράχηλο, το διάφραγμα, το στήθος, κ.λπ.).

Το 1924 νυμφεύθηκε την πρώτη σύζυγό του, την ψυχαναλύτρια Άνι Πινκ (Annie Pink), με την οποία σε έναν δεκαετή γάμο (χώρισαν το 1934) απέκτησε δύο θυγατέρες, την Εύα (Eva Reich, γεν. 1924) και την Λόρη (Lore Reich, γεν. 1928). Ανέπτυξε στενές σχέσεις με τον Φρόϋντ (που διατηρήθηκαν μέχρι το 1934), όντας όμως πολύ πιο ριζοσπαστικός από εκείνον εξέφρασε σε λίγο τις δικές του θέσεις για την νεύρωση στα βιβλία του «Η Λειτουργία του Οργασμού» (1927) και «Ανάλυση του Χαρακτήρα» (1933), με αποτέλεσμα να πέσει στην δυσαρέσκεια του ιδρυτή της «Ψυχαναλυτικής Εταιρείας». Παράλληλα, από το 1928 είχε εγγραφεί στο Αυστριακό Κομμουνιστικό Κόμμα και είχε επίσης ιδρύσει την «Σοσιαλιστική Ένωση για την Σεξουαλική Συμβουλευτική και Έρευνα» για την ψυχολογική υποστήριξη ανθρώπων της εργατικής τάξης, στο μέτρο που το ενδιαφέρον του Φρόϋντ φαινόταν να εξαντλείται στους κύκλους των αστών.

ΠΕΡΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΞΙΣΜΟ

Ήδη από το 1930, έχοντας συλλάβει την θεωρία της «Συναισθηματικής Θωράκισης» αλλά και προσχωρήσει στο Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, είχε εγκατασταθεί στο Βερολίνο, όπου ασχολήθηκε με την ψυχική υγεία και την ανθρώπινη σεξουαλικότητα, με συχνές διαλέξεις στην εκεί «Ψυχιατρική Κλινική» και το «Κολλέγιο Μαρξιστών Εργατών». Στα πλαίσια αυτού που αποκαλούσε «Σεξοπολιτική» (για την οποία είχε μάλιστα συστήσει και τον ερευνητικό φορέα «Sexpol», «Γερμανική Εταιρεία για μια Προλεταριακή Σεξουαλική Πολιτική» το 1931), ο Ραϊχ προωθούσε το δικαίωμα στην σεξουαλική ελευθερία και τον οργασμό και την ηδονή, την απαλλαγή των ανθρώπων από τις ενοχές, καθώς και την αναγνώριση της ανάγκης για στοργή και θαλπωρή των νεογέννητων, τον φυσικό τοκετό και τον θηλασμό και αποκάλυπτε τον ρόλο της σεξουαλικής καταπίεσης στην εμφάνιση των περισσότερων ασθενειών.

Κύρια ιδέα του Ραϊχ εκείνη την περίοδο ήταν το ότι η σεξουαλική καταπίεση από τα παιδικά και εφηβικά χρόνια οδηγεί τον άνθρωπο στην νεύρωση, το άγχος για ηδονή και, το χειρότερο, στον φόβο απέναντι στην αυτορρύθμιση και την ελευθερία. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, οι κομμουνιστές τον διέγραψαν από το Κόμμα το 1933 (αμέσως μετά την κυκλοφορία του βιβλίου του «Η μαζική Ψυχολογία του Φασισμού», «Massenpsychologie des Faschismus», το οποίο εξέδωσαν οι εκδόσεις «Sexpol» και στις σελίδες του ο Ράϊχ υποστήριζε ότι στον Φασισμό, που αποτελεί σύμπτωμα κατεστραμμένης σεξουαλικότητας, καταφεύγουν άτομα με υποταγμένο χαρακτήρα, κατά κανόνα διαστροφικά ή ανοργασμιακά) και τον κατήγγειλαν ως επικίνδυνο «σεξοκεντρικό», «πράκτορα της αστικής τάξης» και «αντεπαναστάτη».

Μετά από μερικούς μήνες, τον Αύγουστο του 1933, και οι φροϋδιστές ψυχαναλυτές επίσης τον κατήγγειλαν και τον διέγραψαν από την «Διεθνή Εταιρεία Ψυχανάλυσης» («Internationale Psychoanalytische Vereinigung», IRV), όμως με τον ακριβώς αντίθετο από τους κομμουνιστές χαρακτηρισμό τού «υπερ-πολιτικοποιημένου» «αιρετικού» (ο αιφνιδιασμένος Ράϊχ υποχρεώθηκε μάλιστα να αυτοχρηματοδοτήσει την έκδοση του βιβλίου «Charakteranalyse: Technik und Grundlagen für studierende und praktizierende Analytiker», το οποίο είχε αναλάβει να εκδόσει η IRV).

ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΟΣ ΠΑΝΤΟΥ

Με την άνοδο των εθνικοσοσιαλιστών του Χίτλερ στην εξουσία (που αυτοί αντίθετα τον θεωρούσαν «πράκτορα της Μόσχας», «εβραίο» και «κομμουνιστή»), έχοντας ήδη από το 1932 αφήσει την πρώτη σύζυγό του για την αριστερή εβραία χορεύτρια Έλσα Λίντεμπεργκ (Elsa Lindenberg) και έχοντας ήδη στοχοποιηθεί επαρκώς λόγω του βιβλίου του «Η μαζική Ψυχολογία του Φασισμού» (το οποίο μέσα σε έναν μόνο χρόνο έκανε δεύτερη έκδοση προτού απαγορευθεί από τους ναζί), αναγκάστηκε να φύγει μαζί της στην Αυστρία και από εκεί στην Δανία, μία μόλις ημέρα πριν η περιβόητη «μυστική αστυνομία» Γκεστάπο (Gestapo, Geheime Staatspolizei) εισβάλει στο σπίτι της Έλσας για να την συλλάβει για «ενέργειες ενάντια στο Κράτος».

Πολύ σύντομα όμως ο Ράϊχ, που τώρα συγκεκριμενοποιούσε ολοένα και περισσότερο την θεωρία του επάνω στα «βιόντα» και την βιο-ηλεκτρική φύση της σεξουαλικότητας και του άγχους, εκδίδοντας μάλιστα από το 1934 στην Κοπενχάγη με ψευδώνυμο (ως Ernst Parell) και ένα ειδικό περιοδικό Πολιτικής Ψυχολογίας και Σεξουαλοικονομίας («Die Zeitschrift für Politische Psychologie und Sexualökonomie», ZPPS), έπεσε επίσης και στην δυσμένεια των κομμουνιστών της Δανίας και εκδιώχθηκε και από το εκεί Κομμουνιστικό Κόμμα, με συνέπεια να προσπαθήσει από εκεί και πέρα, μάταια όμως, να βρει κάτι καλύτερο την Σουηδία και την Νορβηγία.

Αφήνοντας παντού πίσω του εχθρούς, τόσο στους χώρους των λεγόμενων «ειδικών» (στο Όσλο μάλιστα τον απεκάλεσαν «εβραίο πορνογράφο»!), όσο και στους χώρους των σταλινικών κομμουνιστών, κατέληξε τελικά μόνος του το φθινόπωρο του 1939 στις Η.Π.Α. με το τελευταίο καράβι που έφυγε από την Νορβηγία. Η Έλσα, που ο παλαι ποτέ σφοδρότατος έρωτάς της για τον «ιδιόρρυθμο» εκείνον άντρα είχε πια σβήσει μέσα στην ρουτίνα της σκληρής καθημερινής πειραματικής εργασίας του, έμεινε στο Όσλο και αργότερα, για να γλιτώσει από τους ναζί εγκαταστάθηκε στην Σουηδία.

ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Ο Ράϊχ έζησε μέχρι το 1941 στο Λονγκ Άϊλαντ της Νέας Υόρκης, συνεχίζοντας να πειραματίζεται μανιωδώς με την Βιοενέργεια (της οποίας την ύπαρξη στην ατμόσφαιρα διαπίστωσε το 1940) και διδάσκοντας για τα προς το ζήν στην «Νέα Σχολή Κοινωνικών Ερευνών». Η μοναξιά του τελείωσε όταν ερωτεύθηκε την βοηθό του Ίλζε Όλεντορφ (Ilse Ollendorff), με την οποία απέκτησε μάλιστα έναν υιό, τον Πήτερ (Peter Reich, γεν. 1944) και υλοποίησε αργότερα τον τρίτο του γάμο (που κράτησε πέντε περίπου χρόνια, από το 1946 μέχρι το 1951).

Πολύ γρήγορα απέκτησε έναν μικρό κύκλο αφοσιωμένων μαθητών – οπαδών, με χρηματοδότηση των οποίων πέρασε στην ίδρυση ενός ερευνητικού εργαστηρίου στο Forest Hills της Νέας Υόρκης και ενός περιοδικού, στο οποίο δημοσίευε πληροφορίες σχετικά με τα πολύπλευρα πειράματά του, αλλά και τις ιδέες του για εκείνο που ο ίδιος ονόμαζε από το 1936 - 1937 «Εργοδημοκρατία» («Arbeitsdemokratie», «Work Democracy»), ένα πολιτικό σύστημα βασισμένο στην ικανοποίηση των κοινών αναγκών και ενδιαφερόντων των ανθρώπων, το οποίο αποτελούσε την προσωπική του απάντηση στον απεχθή γι’ αυτόν «κόκκινο φασισμό» της σταλινικής Ρωσίας: «πηγές της ύπαρξής μας είναι ο έρωτας, η εργασία και η γνώση. Μόνον αυτές δικαιούνται να μας κυβερνούν».

Αργότερα, το 1947, δημοσίευσε μάλιστα στο «Annals of the Orgone Institute» το τρόπον τινά μανιφέστο του «Η Εργοδημοκρατία στην πράξη» («Work Democracy in Action»). Προηγουμένως, στα πλαίσια αυτών ακριβώς των «εργοδημοκρατικών» απόψεών του, είχε συγγράψει το 1940 το γνωστό βιβλίο του «Άκου Ανθρωπάκο!» («Rede an den Kleinen Mann», που μεταφράστηκε το 1948 από τον θαυμαστή του Θεόδωρο Βολφ, Theodore P. Wolfe και εκδόθηκε στα αγγλικά με τίτλο «Listen, Little Man! »), στο οποίο ο Ράϊχ προέβαινε σε μία συγκινητική έκκληση στους συνανθρώπους του για μία πιο ελεύθερη, αξιοπρεπή και ερωτικά ικανοποιημένη ζωή.

ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΣ «ΟΡΓΟΝΟΝ»

To 1942 αγόρασε με τους λίγους οπαδούς του ένα μεγάλο κτήμα κοντά στα σύνορα με τον Καναδά, στο Rangeley της πολιτείας Μαίην (Maine), το οποίο ονόμασαν «Όργονον» («Orgonon») και το μετέτρεψαν σε εργαστήρι και τόπο πειραματισμού, ενώ παράλληλα διέδιδαν τις απόψεις του Ραϊχ μέσα από το περιοδικό «Διεθνής Επιθεώρηση για την Έρευνα της Σεξουαλοικονομίας και της Οργόνης» («International Journal for Sex-Economy and Orgone Research») στο οποίο δημοσιεύθησαν από το 1941 μέχρι το 1945 μία σειρά από πολύ ενδιαφέροντα κείμενά του: «A Talk with a sensible Mother», «The Discovery of the Orgone», «The Carcinomatous Shrinking Biopathy», «Character and Society», «Biophysical Functionalism and Mechanistic Natural Science», «The Natural Organization of Protozoa from Orgone Energy Vesicles» το 1942, «Experimental Orgone Therapy of the Cancer Biopathy », «Give Responsibility to Vitally Necessary Work», «Work Democracy versus Politics», «The Biological Miscalculation in the Human Struggle for Freedom» το 1943, «Orgonotic Pulsation. Talks with an Electro Physicist», «The masochistic Character», «Thermical and Electroscopical Orgonometry» το 1944 και «Experimental Demonstration of the Physical Orgone Energy», «Some Mechanisms of the Emotional Plague», «Anorgonia im the Carcinomatous Shrinkimg Biopathy», «Orgone Biophysics, Mechanistic Science, and Atomic Energy», «The Development of the Authoritarian State Apparatus from Rational Social Relationships» το 1945.

Έχοντας «ανακαλύψει» ήδη από το 1940 την Βιοενέργεια, μία λεπτή παλλόμενη ηλεκτρομαγνητική ενέργεια, ίδια με την «πράνα» των Ινδών ή το «τσι» των Κινέζων, την οποία αυτός αποκαλούσε «Οργόνη» και αφού την ίδια χρονιά εφηύρε και τον θεραπευτικό «Οργονοσυσσωρευτή» («Orgone Energy Accumulator», ένα κουτί φτιαγμένο από εναλλάξ στρώσεις οργανικών και ανόργανων υλικών, που μπορούσε να συγκεντρώνει την διάχυτη οργόνη της ατμόσφαιρας, την οποία εν συνεχεία ο Ραϊχ χρησιμοποιούσε σε θεραπευτική αγωγή καρκινοπαθών), ασχολήθηκε συστηματικά μέχρι το 1945 με την βιοπάθεια του καρκίνου, την θεραπευτική εφαρμογή της «Οργόνης», αλλά και με την προέλευση αυτής της ίδιας της ζωής.

Το 1947 όρισε ως ασθένεια την «Συναισθηματική Πανούκλα» («Emotional Plague»), δηλαδή την βιοενεργειακή ανισορροπία που εμφανίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι, και το 1951 ανακάλυψε την «Θανατηφόρα Οργονοενέργεια» («Deadly Orgone Energy», ή εν συντομία DOR) που συγκεντρώνεται σε «αρρωστημένα» περιβάλλοντα (λ.χ. ερήμους) και είναι βλαπτική για την ζωή. Απέναντι στο πρόβλημα της DOR, ξεκίνησε από το 1952 αλλεπάλληλα πειράματα εξουδετέρωσής της: την περίοδο 1952 – 1955 εφηύρε τον «Νεφενεργοποιητή» («Cloudbuster») για την εξουδετέρωση της DOR και την περίοδο 1954 – 1955 πειραματίστηκε επάνω στην αντιστροφή των ερημικών συνθηκών στο περιβάλλον αλλά και μέσα στον άνθρωπο («Συναιθηματική Πανούκλα») με τα «OROP Desert Ea» και «Medical DOR-Buster» αντίστοιχα. Παράλληλα, την περίοδο 1950 – 1957 πειραματίστηκε επάνω στην βαρύτητα και την αντιβαρύτητα και, τέλος, την περίοδο 1952 – 1957 εξέλιξε την κατ’ αυτόν «Κοινωνική Ψυχιατρική» («Social Psychiatry») και προχώρησε στην πρακτική εφαρμογή της.

Ήδη από το 1952 είχε εκδώσει το βιβλίο του «Τα Παιδιά του Μέλλοντος. Επάνω στην Πρόληψη της Σεξουαλικής Παθολογίας» («Children of the Future: On the Prevention of Sexual Pathology»), στο οποίο έγραφε: «Στις επανειλημμένες και απεγνωσμένες της προσπάθειες να διαπεράσει την ακαμψία, η ερωτική παρόρμηση του θωρακισμένου ανθρώπου μετατρέπεται σε μίσος. Ο άνθρωπος δε θέλει να μισεί. Η θωράκισή του τον αναγκάζει. Τώρα ξέρουμε ότι η σκληρότητα του ανθρώπου στρέφεται κυρίως εναντίον εκείνου που πιο πολύ επιθυμεί. Τώρα φαίνεται ξεκάθαρα γιατί όσο μιλά για «ειρήνη», άλλο τόσο κάνει «πόλεμο»... Το βασικό έργο κάθε παιδαγωγικής που κατευθύνεται από το συμφέρον του παιδιού και όχι από το συμφέρον των κομματικών προγραμμάτων, του κέρδους, της εκκλησίας κ.λπ., είναι να απομακρύνει κάθε εμπόδιο που βρίσκεται στο δρόμο της φυσικά δοσμένης παραγωγικότητας και πλαστικότητας της βιολογικής ενέργειας... Πρέπει να μαθαίνουμε απ’ τα παιδιά κι όχι να τους επιβάλουμε τις δικές μας στραβές ιδέες και κακές έξεις που έχουν ήδη αποδειχθεί εξαιρετικά καταστροφικές και γελοίες για κάθε νεότερη γενιά. Ας αφήσουμε επιτέλους τα ίδια τα παιδιά να αποφασίσουν για το μέλλον τους. Έχουν τις φυσικές δυνάμεις για να το κάνουν, και το δικό μας καθήκον είναι να τις προστατέψουμε».

ΔΙΩΞΗ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ

Εξαιτίας των τολμηρών ερευνών του, ο Ράϊχ μπήκε από το 1947 στο στόχαστρο της «Διεύθυνσης Τροφίμων και Φαρμάκων» των Η.Π.Α. (της γνωστής F.D.A.) και τελικά τον Φεβρουάριο του 1954, πέντε χρόνια αφότου είχε ιδρύσει στο «Όργονον» το «Ίδρυμα Βίλχελμ Ράϊχ» («The Wilhelm Reich Foundation») με σκοπό την αρχειοθέτηση του ερευνητικού υλικού και την διακίνηση των θέσεών του, υποβλήθηκε μήνυση εναντίον του για «τσαρλατανισμό».

Στην δίκη που ακολούθησε, ο Ραϊχ αρνήθηκε να παραστεί και καταδικάστηκε ερήμην. Σύμφωνα με την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1954 του Περιφερειακού Δικαστηρίου του Πόρτλαντ - Μέην, έπρεπε να αποσύρει από το εμπόριο και να καταστρέψει όλους τους «Οργονοσυσσωρευτές» που είχε κατασκευάσει και να κάψει επίσης κάθε κείμενο, άρθρο ή περιοδικό, που αναφερόταν στην χρήση των εν λόγω συσκευών: «Απαγορεύεται η διακίνηση μεταξύ πολιτειών βιβλίων που φέρουν τη λέξη Οργόνη. Επιπλέον θα καούν σε κλιβάνους όλα τα βιβλία και οι εργασίες του δρ Ραϊχ».

ΑΔΙΚΗ ΦΥΛΑΚΙΣΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Οι λογικές, αλλά πρακτικά καταστροφικές από νομικής πλευράς, αρνήσεις που εξέφρασε ο Ράϊχ στο υπόμνημά του προς τους δικαστές («σε αυτή την γη κανείς πρόεδρος, καμμία Ακαδημία, κανένα δικαστήριο, κανένα Κογκρέσο, καμμία Γερουσία δεν έχει τη γνώση ή το κύρος να αποφασίσει ποια θα είναι η γνώση του αύριο. Είναι άχρηστο να προσπαθείς να αποδείξεις κάτι το οποίο είναι άγνωστο σε κάποιον που είτε είναι αδαής, είτε το εκλαμβάνει ως απειλή και το φοβάται… Αυτοί που δεν γνωρίζουν τους δρόμους της μάθησης ας κάνουν λοιπόν στην άκρη, την ώρα που οι άλλοι που γνωρίζουν τι εστί γνώση τρέχουν στα μονοπάτια προς το άγνωστο. Η Αναζήτηση της Γνώσης είναι η ανώτατη ανθρώπινη δραστηριότητα», απάντησε με επιστολή του), του κόστισαν την πρώτη μεγάλη του δικαστική ήττα. Η χαριστική βολή ήλθε ωστόσο λίγο αργότερα, με την ανόητη πράξη του συνεργάτη του δρ Μάϊχελ Σίλβερτ (Michael Silvert) να προσπαθήσει, εν αγνοία του ιδίου (που τότε βρισκόταν στην έρημο της Αριζόνα, πειραματιζόμενος με τον «Νεφενεργοποιητή» του και ήδη έχοντας επιτύχει κατ’ επανάληψη να προκαλέσει βροχές), να βγάλει μερικές συσκευές οργονοθεραπείας έξω από τα σύνορα του Μέην με προορισμό την Νέα Υόρκη, σπάζοντας έτσι την απαγόρευση διακίνησης που είχε επιβληθεί από το δικαστήριο του Πόρτλαντ.

Ενώ είχε ήδη συνάψει (το 1955) τον τέταρτο γάμο του με την Ωρόρα Κάρερ (Aurora Karrer), ο Ράϊχ συνελήφθη στην Ουάσινγκτων (Washington, DC) τον Μάϊο του 1956 με τις κατηγορίες της παραβίασης απαγόρευσης και της έμπρακτης περιφρόνησης της Δικαιοσύνης, και στάλθηκε σιδηροδέσμιος για μία ακόμα φορά, μαζί με τον Σίλβερτ, στο Περιφερειακό Δικαστήριο του Πόρτλαντ – Μέην. Στην δίκη που ακολούθησε, ο Ράϊχ αρνήθηκε να τον υπερασπιστεί συνήγορος (είτε επειδή θεωρούσε τον εαυτό του «ιστορική προσωπικότητα», όπως το περιέγραψε ο φίλος του ψυχίατρος δρ Μόρτον Χέρσκοβιτς, Morton Herskowitz, που παρακολούθησε την δίκη, είτε απλώς επειδή είχε υπερβολική εμπιστοσύνη στην αμερικανική Δικαιοσύνη) και δήλωσε ότι προτού τον δικάσουν οι δικαστές και οι ένορκοι, οφείλουν να έχουν διαβάσει τα βιβλία του. Το μόνο που πέτυχε όμως ήταν μία νέα και βαρύτερη καταδίκη για «τσαρλατανισμό» και δήθεν εγκληματική περιφρόνηση και απείθεια προς τις δικαστικές αποφάσεις του αμερικανικού κράτους. Αυτή την φορά καταδικάστηκε σε 2ετή φυλάκιση χωρίς αναστολή, ενώ ο Σίλβερτ σε 12μηνη φυλάκιση και το «Ίδρυμα Βίλχελμ Ράϊχ» σε πρόστιμο 10.000 δολλαρίων, εξοντωτικά μεγάλο ποσό για τα δεδομένα εκείνης της εποχής.

Επιπροσθέτως, στις 5 Ιουνίου 1956 υπάλληλοι της Διεύθυνσης Τροφίμων και Φαρμάκων» των Η.Π.Α. εισέβαλαν στο «Όργονον» και κατέστρεψαν με τσεκούρια όλους τους αποθηκευμένους «οργονοσυσσωρευτές», ενώ στις 26 Ιουνίου έκαψαν σε μια μεγάλη φωτιά εκατοντάδες αντίτυπα των βιβλίων του Ράϊχ και ντοσιέ ερευνητικών σημειώσεών του. Ακολούθησε ένα δεύτερο, μεγαλύτερο ολοκαύτωμα στους κλιβάνους της Νέας Υόρκης, στις 23 Αυγούστου, δίχως κανείς απολύτως από τους «ευαίσθητους» και «δημοκράτες» δημοσιογράφους της υποτιθέμενης «Χώρας της Ελευθερίας» να διαμαρτυρηθεί: 6 τόνοι έντυπου υλικού που αφορούσαν τις έρευνες και το όλο έργο του Ραϊχ (12.189 αντίτυπα του «Orgone Energy Bulletin», 6.261 αντίτυπα του «International Journal of Sex Economy and Orgone Research», 2.900 αντίτυπα του «Emotional Plague Versus Orgone Biophysics», 2.976 αντίτυπα του «Annals of the Orgone Institute», 872 αντίτυπα του «The Oranur Experiment», αρκετές εκατοντάδες αντιτύπων των μέχρι τότε εκδοθέντων στα αγγλικά βιβλία του και δεκάδες ντοσιέ με σημειώσεις) έγιναν παρανάλωμα της φωτιάς, της ίδιας ακριβώς φωτιάς που χρησιμοποίησαν οι χριστιανοί των πρώτων αιώνων για ν’ αφανίσουν το μεγαλύτερο τμήμα της σοφίας του αρχαίου κόσμου, μιας φωτιάς που στις 23 Αυγούστου 1956 αφάνισε το μεγαλύτερο τμήμα ενός επίπονου και πολυετούς ερευνητικού έργου, τους καρπούς του οποίου έχασε η ανθρωπότητα οριστικά.

Στις 12 Μαρτίου 1957 ο Ράϊχ μεταφέρθηκε στις ομοσπονδιακές φυλακές του Ντάνμπουρυ (Danbury Federal Penitentiary) του Κοννέκτικατ, όπου εξετάστηκε από ψυχίατρο, ο οποίος διέγνωσε… «παράνοια που εκδηλώνεται εναλλάξ με μεγαλομανία και μανία καταδίωξης», βοηθώντας έτσι την κυβέρνηση των Η.Π.Α. να κλείσει και «ηθικά» την υπόθεση: ο Ραϊχ ήταν επισήμως πλέον ένας κοινός ψυχοπαθής και όλες οι θεωρίες και εφευρέσεις του τίποτε περισσότερο από προϊόντα του «οργανωμένου παραληρήματός του». Μετά από 10 ημέρες, στις 22 Μαρτίου 1957, μεταφέρθηκε στις ομοσπονδιακές φυλακές του Λούϊσμπουργκ (Lewisburg Federal Penitentiary) της Πενσυλβανίας, όπου τελικά στις 3 Νοεμβρίου 1957, λίγες ημέρες πριν αποφυλακιστεί υπό επιτήρηση, πέθανε στον ύπνο του από καρδιακή προβολή.

Όταν πέθανε ήταν 60 ετών. Η σορός του παραδόθηκε στους οπαδούς του και τάφηκε στο «Όργονον», ωστόσο κανένα απολύτως επιστημονικό έντυπο της εποχής δεν καταδέχθηκε να δημοσιεύσει έστω και μια περιληπτική νεκρολογία. Δίπλα στον τάφο του Ράϊχ, στήθηκε από τους οπαδούς του ένα αντίγραφο «Νεφενεργοποιητή», ενώ μετά από λίγο, όπως ο ίδιος είχε ζητήσει στην ιδιόχειρη διαθήκη που είχε συντάξει στις 8 Μαρτίου 1957, ιδρύθηκε στο «Όργονον» ένα επώνυμό του μουσείο («The Wilhelm Reich Museum»).

Πηγή: ένα KNOL του Βλάση Ρασσιά (όπου υπάρχει και αναλυτική εργογραφία)

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009

Χέρμπερτ Μαρκούζε: Η ΛΥΤΡΩΣΗ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ


Αν ο Προμηθέας είναι ο ήρωας του μόχθου, της παραγωγικότητας και της προόδου διαμέσου της απώθησης, τότε τα σύμβολα μιας άλλης αρχής της πραγματικότητας πρέπει να αναζητηθούν στον αντίθετο πόλο, εκεί όπου οι Ορφέας και Νάρκισσος αντιπροσωπεύουν μια πολύ διαφορετική παραγωγικότητα.

Εκείνοι δεν έγιναν οι ήρωες του δυτικού κόσμου: η δική τους εικόνα είναι η εικόνα της χαράς και της πλήρωσης. Η φωνή τους είναι εκείνη που δεν διατάζει, αλλά τραγουδάει. Η χειρονομία τους είναι εκείνη που προσφέρει και δέχεται. Η πράξη τους είναι εκείνη που φέρνει ειρήνη και τερματίζει την εργασία της κατάκτησης. Η απελευθέρωση από τον χρόνο που εκείνοι φέρνουν, είναι αυτό που ενώνει τον άνθρωπο με τον Θεό, τον άνθρωπο με την Φύση.

Οι εικόνες του Ορφέα και του Νάρκισσου συμφιλιώνουν τον έρωτα με τον θάνατο. Υπενθυμίζουν την εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι μέσα στην φύση του το να υποταχθεί και να ελεγχθεί, αλλά το να απελευθερωθεί. Υπενθυμίζουν μια ελευθερία, η οποία μόνη αυτή θα λύσει τις δυνάμεις του έρωτα που τώρα είναι δεμένες στις απωθημένες και απολιθωμένες μορφές του ανθρώπου και της Φύσης.

Οι δυνάμεις αυτές συλλαμβάνονται όχι ως καταστροφή αλλά ως ειρήνη, όχι ως τρόμος αλλά ως ομορφιά. Αρκεί να απαριθμήσουμε τις συγκεντρωμένες εικόνες, για να καθορίσουμε τα όρια της διάστασης στην οποία είναι αφοσιωμένες. Η λύτρωση της ηδονής, το σταμάτημα του χρόνου, η αφομοίωση του θανάτου. Η σιωπή, ο ύπνος, η νύχτα, ο παράδεισος - νιρβάνα, όχι ως θάνατος αλλά ως ζωή.

Ο Μπωντλαίρ έχει ήδη δώσει την εικόνα ενός τέτοιου κόσμου, σε δύο μόνον στίχους του: «Εκεί όλα είναι τάξη και ομορφιά, χλιδή, ηρεμία και αισθησιασμός».

Πηγή: Herbert Marcuse, «Έρως και Πολιτισμός»

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2009

Μπα Κιν (Ba Jin, 1904 - 2005)


Ο ΚΙΝΕΖΟΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΜΠΑ ΚΙΝ (BA JIN) : Ο Κινέζος συγγραφέας Μπα Κιν (Ba Jin, 1904 - 2005) υπήρξε μεταξύ των υποψηφίων για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας και ένας από αυτούς που αξίζουν μεγαλύτερης προσοχής για τον πολιτικό και πολιτιστικό βίο του.

Γεννημένος από πλούσια οικογένεια, έφθασε στο Παρίσι το 1927 και, αργότερα, έγινε μέλος μιας ομάδας Κινέζων αναρχικών. Δημοσίευσε πολλά βιβλία για τον αναρχισμό και τις σημαντικές του προσωπικότητες. Επιπλέον, μετέφρασε στα κινέζικα εργασίες των Κροπότκιν, Ρεκλύ, Γκόλντμαν, Μπέρκμαν και Ρόκερ και έγραψε βιβλία για τους Σάκκο και Βαντσέτι και Ντουρούτι, για τη Ρωσική και Ισπανική Επανάσταση και για την 1η Μάη και τους μάρτυρες του Σικάγου.

Ήταν, επίσης, ένας από τους πιο γνωστούς εκπροσώπους της κινεζικής λογοτεχνίας και του αναρχισμού.

Σε ηλικία 15 χρόνων είχε την ευκαιρία να διαβάσει την μπροσούρα του Κροπότκιν «Προς τους Νέους» (που μεταφράστηκε από τον παλιό αναρχικό Λι Σιν Τσενγκ) και ενθουσιάστηκε. «Σ’ αυτό το είδος γραφής βρήκα τις λέξεις που επιθύμησα, αλλά για τις οποίες ήμουν απληροφόρητος... Έβαλα το βιβλίο κάτω από το μαξιλάρι μου και το διάβαζα κάθε νύχτα με μια καρδιά που έτρεμε, κλαίγοντας και γελώντας καθώς το διάβαζα».

Στο έργο του «Απάντηση στους συκοφάντες μου», το 1928, έγραψε: «Ο αναρχισμός είναι η ζωή μου. Εάν έχω βρει πνευματική ειρήνη μερικές φορές στη ζωή μου, την οφείλω στην αναρχική ψυχή μου. Δεν υπήρξε ποτέ και δεν θα υπάρξει ποτέ μια μόνο στιγμή, από τώρα μέχρι το θάνατό μου, που δεν θα είμαι αναρχικός».

Περιέγραψε την Έμμα Γκόλντμαν ως πνευματική του μητέρα και είπε γι’ αυτήν: «Μου φανέρωσε την ομορφιά του αναρχισμού».

Ο αναρχισμός και η λογοτεχνική του αξία είχαν ως αποτέλεσμα τα γραφτά του να γίνουν γνωστά αμέσως σε όλο τον κόσμο. Είναι ο πλέον αναγνωρισμένος και ευρέως διαβασμένος συγγραφέας της κινεζικής λογοτεχνίας. Στη Μόσχα, τυπώθηκαν 165.000 τόμοι του έργου του.

Ο Μπα Κιν, όμως, έπεσε σε δυσμένεια μετά τη νίκη του «κομμουνισμού» στην Κίνα, επειδή, όπως πάντα, οι πρώτοι που υπέστησαν τις συνέπειες των «προλεταριακών» νικών ήταν οι αναρχικοί, παρά την αποφασιστική και κρίσιμη συμβολή τους στην υπόθεση της επανάστασης. Και έτσι, ο αναρχικός Πα Κιν, υποβλήθηκε συστηματικά σε πλύση εγκεφάλου και τα γραφτά του έγιναν αντικείμενο αυστηρής λογοκρισίας, σβήνοντας κάθε τι που είχε οποιαδήποτε σχέση με τον αναρχισμό. Δεδομένου ότι οι «ατμομηχανές» του «κομμουνισμού» και του μαοϊσμού δεν μπόρεσαν να κάνουν τους ανθρώπους να ξεχάσουν τον συγγραφέα αυτό, τον ανάγκασαν να ξαναγράψει όλες τις εργασίες του σύμφωνα με τις ανάγκες του νέου μαοϊκού Ευαγγελίου.

Το πραγματικό όνομά του ήταν Λι Πέϊ Καν, αλλά για συναισθηματικούς και πολιτικούς λόγους, επέλεξε το Μπα Κιν, επειδή αποτελείται από την πρώτη συλλαβή του ονόματος Μπακούνιν και την τελευταία συλλαβή του ονόματος Κροπότκιν, κάτι που δείχνει μια σαφή αναφορά στον αναρχισμό. Από τα έργα του Κροπότκιν, διάβασε και εκτίμησε το «Προς τους Νέους» και την «Ηθική» και έκανε αρκετές μεταφράσεις των έργων του Ρώσου αυτού φιλοσόφου.

Με τις απειλές και τη βία, το «κομμουνιστικό» καθεστώς της Κίνας απέσπασε από τους συγγραφείς τη διαβεβαίωση ότι τα έργα τους θα αναθεωρούνταν καταλλήλως και ότι θα προσφέρονταν ξανά στο κοινό, σε πολυτελείς εκδόσεις. Και έτσι υπάρχει μια πολυτελής έκδοση των έργων του Μπα Κιν, σε δεκατέσσερις τόμους, στο διάστημα 1958-1962.

Η αναθεώρηση και η αυτολογοκρισία άρχισαν με τα μικρά έργα και τα μυθιστορήματα του Μπα Κιν. Στις πρώτες εκδόσεις, οι πρωταγωνιστές ενήργησαν σύμφωνα με τις αναρχικές ιδέες, ενώ αναφέρονται αποσπάσματα από γνωστά κείμενα του αναρχισμού, τα οποία οΜπα Κιν γνώριζε πολύ καλά. Στις «αναθεωρημένες» εκδόσεις, κάτω από την καθοδήγηση του καθεστώτος, όλα αυτά εξαφανίστηκαν. Στα απομνημονεύματά του, που αναθεωρούνται και που διορθώνονται από τη μαοϊκή «κομμουνιστική» δικτατορία, η Έμμα Γκόλντμαν, όχι μόνο δεν είναι πλέον η πνευματική μητέρα του αλλά δεν υπάρχει καν. Οκτώ πρωταγωνιστές σε ένα από τα μυθιστορήματά του δεν αναφέρονται πλέον στην Γκόλντμαν, σχετικά με το ζήτημα της ελεύθερης αγάπης, ενώ στην πρώτη έκδοση αυτό αναφέρεται επανειλημμένα.

Σε ένα άλλο βιβλίο, το διάσημο απόσπασμα του Μπακούνιν, «Το δημιουργικό πνεύμα είναι επίσης καταστρεπτικό», εξαφανίστηκε, ενώ, με τον ίδιο τρόπο, ο Λι Ναν-Χσινγκ δεν προσέφερε τα «Απομνημονεύματα ενός επαναστάτη» του Κροπότκιν στους φίλους του αλλά ένα άλλο βιβλίο.

Η αυτολογοκρισία είναι δυσκολότερη όταν πρόκειται για θεωρητικά έργα και ιδέες και οι αναρχικές ιδέες καταστάλθηκαν απλώς από την έκδοση των πλήρων εργασιών του. Η λέξη αναρχικός εξαφανίστηκε από τους δεκατέσσερις τόμους και τις δέκα χιλιάδες σελίδες που αποτελούν τα έργα του. Μόνο μια φορά, σε μια σημείωση στο δέκατο τόμο, αναφέρεται ότι ο Μπα Κιν ανήκε σε μια αναρχική οργάνωση αναρχικών στο Τσενγκτού και ότι ο ίδιος θρηνεί για το ότι υπήρξε αναρχικός στη νεότητά του. Ποιος, αυτός, που έκανε τον αναρχισμό εργασία της ζωής του!

Ο ορισμός «αναρχικός», όμως, κατορθώνει να περάσει από το δίκτυο της λογοκρισίας, με την υπόθεση Σάκκο και Βαντζέτι. Αναμφίβολα, με την έγκριση της ιεραρχίας, η υπόθεση αυτή αποτελεί ένα κακόφημο πορτρέτο της Αμερικής που καταδικάζει δύο αθώα άτομα στην ηλεκτρική καρέκλα.

Σε κάποια από τα έργα του εμφανίζεται το όνομα του Μπαρτολομέο Βαντζέτι, με τον οποίο αλληλογραφούσε ο Μπα Κιν. Μετέφρασε, επίσης, Μπέρκμαν, κάτι το οποίο τον παρακίνησε να γράψει τριακόσιες σελίδες του έργου «Από την κεφαλαιοκρατία στον αναρχισμό». Ούτε τα κείμενα στα οποία υπερασπίζει και δοξάζει τους αναρχικούς της Ισπανικής Επανάστασης, μια νεκρολογία του για Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι ή οι μεταφράσεις του των έργων του Ρούντολφ Ρόκερ, εμφανίζονται στην έκδοση αυτή των απάντων του.

Αλλά με το θρίαμβο των «κομμουνιστών», οι επιλογές που του προσφέρθηκαν ήταν, είτε θάνατος είτε εγκατάλειψη των αναρχικών ιδεών. Επέλεξε (αναγκάστηκε να επιλέξει) την τελευταία, παρουσιαζόμενος πλέον όχι ως αναρχικός συγγραφέας, ότι ξέχασε το παρελθόν του και την ιδεολογία που του παρείχε τόσο μεγάλη γνώση και συμφωνώντας να μην αντισταθεί περαιτέρω. Διορίστηκε έτσι πρόεδρος διαφόρων λογοτεχνικών και πολιτικών οργανώσεων και συμμετείχε σε πολλές αντιπροσωπείες σε ξένες χώρες. Πάντως, ποτέ δεν έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Μετά από το θάνατο του Μάο και την εξαφάνιση της «Συμμορίας των τεσσάρων», μάλλον, είτε του επιτράπηκε να ταξιδέψει είτε ήρθη ο κατ’ οίκον περιορισμός που του είχε επιβληθεί.

Με 19 μυθιστορήματα, 18 ιστορικές εργασίες, 7 αυτοβιογραφικά κείμενα, 14 απολογισμούς των ταξιδιών του, 27 μεταφράσεις (από γαλλικά, αγγλικά, ισπανικά, γερμανικά, ιαπωνικά και ιταλικά) και τις χιλιάδες των άρθρων του, είναι υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ στη λογοτεχνία.

* Το κείμενο αυτό γράφτηκε από τον Γκιουζέππε Γκαλζεράνο και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Γαλλικής Αναρχικής Ομοσπονδίας (FAF) «Le Monde Libertaire» («Ο Ελευθεριακός Κόσμος»), Nο 470, 13 Ιανουαρίου, 1983.

Πηγή για την ελληνική μετάφραση: Πολιτικό Καφενείο.