Το πιο ανατρεπτικό τραγούδι του πανκ ροκ συγκροτήματος "Sex Pistols": "Δεν ξέρω τι θέλω, αλλά ξέρω πώς να το πετύχω...". Παρακάτω τα λόγια από το τραγούδι "Anarchy in the UK":
Right ! now ! ha ha ha ha ha I am an antichrist I am an anarchist Dont know what I want but I know how to get it I wanna destroy the passer by cos i I wanna be anarchy ! No dogs body Anarchy for the u.k its coming sometime and maybe I give a wrong time stop a trafic line Your future dream is a shopping scheme cos i I wanna be anarchy ! In the city How many ways to get what you want I use the best I use the rest I use the enemy I use anarchy cos i I wanna be anarchy ! The only way to be ! Is this the m.p.l.a Or is this the u.d.a Or is this the i.r.a I thought it was the u.k or just Another country Another council tenancy I wanna be an anarchist Oh what a name Get pissed destroy !
Ο οργασμός είναι η «κατάργηση» του μυαλού στο υψηλότερο, ιερό σημείο της σεξουαλικής εμπειρίας. Στον οργασμό δεν υπάρχει πόθος, ένστικτο, πάθος, αγάπη, καθώς κατά την διάρκειά του δεν υπάρχουν 2 άτομα, μήτε καν 1. Δεν υπάρχει εμπειρία του οργασμού, διότι η στιγμή αυτή είναι η εκκένωση όλης της εμπειρίας.
Υπάρχει μία ολόκληρη μυθολογία σχετικά με τον «σύγχρονο οργασμό» ως το τελικά επιθυμητό σημείο. Αυτό είναι βέβαια κάτι που συμβαίνει κάποιες φορές ή που πολλοί υποκρίνονται από μία λανθασμένη αίσθηση γενναιοδωρίας προς τον ερωτικό σύντροφο. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι κάποιος «δίνει τον εαυτό του» (πραγματικότητα), προϋποθέτοντας ότι και ο άλλος θα κάνει το ίδιο. Πιο βασικό από αυτό είναι η ανάγκη να δει ο άλλος το στάδιο της απώλειας του εαυτού και αυτό εκφράζει μία πιο συνολική και αμοιβαία επιβεβαίωση από τον περιβόητο «σύγχρονο οργασμό». Η εμπειρία της απώλειας του εαυτού είναι η αναγνώριση της μη ύπαρξης του εαυτού και είναι το κλειδί της από-μυστικοποίησης και του περιορισμού των απογειωμένων δομών του εαυτού που συνδέει την προσωπική με την μακροπολιτική συνείδηση…
…Πριν και μετά την στιγμή του «no mind», υπάρχει σίγουρα η πιο έντονη εμπειρία, ο πιο έντονος πόθος, αλλά αυτό είναι εμπειρία στην περιφέρεια του οργασμού, όχι μέσα σε αυτόν.
Όπως και το άλλο τίποτα που ο κόσμος αποκαλεί «εαυτό», ο οργασμός υπάρχει στην Ιστορία και έχει έναν τόπο, αλλά στερείται ουσίας, καθώς καθορίζεται μόνο από τις διευθύνσεις ορισμένων ενεργειών και εμπειριών. Ο οργασμός είναι η καταλληλότερη αντικειμενοποίηση του εαυτού ως ένα ειδικό τίποτα. Έτσι δεν είναι δυνατόν, ακόμα και με τα καλύτερα διαγράμματα και σχήματα, να μιλήσει κανείς «περίπου» για τον οργασμό με ψυχαναλυτικές θεωρήσεις του «εαυτού» ως ένα είδος θήκης μέσα στην οποία τοποθετούνται ή μέσα από την οποία παίρνονται αντικείμενα, ή με την βιολογική θεώρηση, στην οποία η ανθρώπινη οντότητα περιορίζεται σε έναν ουσιαστικά οργανισμό, στον οποίο οι «ενστικτώδεις τάσεις» πρέπει να αφεθούν ελεύθερες σ’ έναν οργασμό. Όλα αυτά συνδέονται με την κοινωνική μάζα.
Στην πραγματικότητα, πρέπει να χρησιμοποιούμε την γλώσσα με έναν τέτοιον τρόπο ώστε να υπονομεύεται η γλώσσα της κανονικής συνείδησης που είναι ανοργασμική. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα όχι τόσο για να πληροφορίες, αλλά με έναν τρόπο που στον διάλογο οι λέξεις να υπάρχουν για να σχηματίζουν εξαίρετες σιωπές. Αυτή είναι η οργασμική γλώσσα και κατά τον ίδιο τρόπο οι οργασμικές πράξεις καταστρέφουν τον χρόνο του συστήματος, τον «κανονικό» χρόνο, ώστε να μην καταστραφούν από αυτόν.
Στην καπιταλιστική κοινωνία, η κανονικότητα ορίζεται από εκείνους που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και ορίζεται αποκλειστικά για το δικό τους ταξικό συμφέρον. Οι ορισμοί τους είναι παραδεκτοί μόνο από όσους είναι ζαλισμένοι και συγχυσμένοι από την συστηματική και, περισσότερο ή λιγότερο, πανούργα παραπληροφόρηση και από λαθεμένες κατευθύνσεις που δίνει ο ελεγχόμενος από τους καπιταλιστές Τύπος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα ακόμα, παρ’ όλο που δεν περιέχεται στα ενδιαφέροντά τους. Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν θα επαναστατήσουν ενάντια στο καπιταλιστικό μοντέλο και στις ανάλογες σχέσεις παραγωγής, όντας πια εθισμένοι στο να δέχονται την κατασταλτική άποψη της κανονικότητας που συμβαδίζει με αυτό το σύστημα.
Μαζί με αυτή την κατασταλτική κανονικότητα έχουμε την κατασταλτική χρήση του χρόνου. Ο καπιταλιστικός χρόνος, ολοκληρωτικά προσαρμοσμένος από το παραγωγικό σύστημα στην παραγωγή κέρδους, βασισμένος στην δυνατότητα παραγωγής κέρδους από την εργασία των ανθρώπων, φυλακίζει την σεξουαλική ζωή και καταστρέφει όλες τις συνθήκες που απαιτούνται για την οργασμική δυνατότητα. Η κύρια συνθήκη για την επίτευξη του οργασμού είναι η καταστροφή του χρόνου με την έννοια του ρολογιού, για να ανακαλύψουμε ξανά τα εσωτερικά «ρολόγια» των σωμάτων μας.
Ο άνθρωπος που γυρνάει σπίτι την ίδια ώρα κάθε μέρα μετά από 8 ώρες δουλειάς – ρουτίνας και περνάει το βράδυ του με έναν επίσης ρουτινιάρικο τρόπο (κουζίνα, τηλεόραση) μαζί με την οικογένειά του και κοιμάται με την γυναίκα του, στην καλύτερη περίπτωση βράζει από νεύρα για την καταπιεστική καθημερινή ρουτίνα που σκοπεύει στην καταστροφή της προσωπικότητας και της αυτονομίας του. Στην χειρότερη περίπτωση δέχεται παθητικά την καταπίεσή του...
Όλα αυτά υπηρετούν την λεγόμενη «αποδοτική σεξουαλικότητα» («procreative sexuality»), δηλαδή παραγωγή ανθρώπινου δυναμικού με την λιγότερη δυνατή ερωτική ευχαρίστηση. Παραγωγή ανδρικού δυναμικού για την αγορά εργασίας και γυναικείου για την διατήρηση του θεσμού της οικογένειας ως κύριο μεσολαβητή ανάμεσα στην κατασταλτική βία και στο άτομο που μέσα από την οικογένεια καλείται να υποταχθεί υπάκουα, να θάψει την αυτονομία του και να εγκαταλείψει κάθε όνειρο και ελπίδα. Οι καταπιεστές, αυτά τα μη παραγωγικά παράσιτα, κρύβονται πίσω από άλλα εξίσου μεσολαβητικά συστήματα καταστολής, όπως λ.χ τα νηπιαγωγεία, τα σχολεία, τους τυποποιημένους χώρους εργασίας με τους αποξενωμένους εργαζόμενους, τα τεχνολογικοποιημένα πανεπιστήμια, καθώς επίσης και πίσω από πιο εμφανείς πράκτορες της καταστολής, όπως λ.χ. γραφειοκράτες, αστυνομία, ψυχίατρους, ψυχολόγους, «ειδικούς» των ανθρωπίνων σχέσεων, σεξολόγους, εκπαιδευτικούς κ.ά. που αν και οι ίδιοι είναι θύματα της καταστολής, αποτελούν ωστόσο οργανικά και λειτουργικά μέλη της.
Η «αποδοτική σεξουαλικότητα» είναι μία πειθήνια σεξουαλικότητα που αξιωματικά έρχεται σε πλήρη ρήξη με την «οργασμική σεξουαλικότητα» («orgasmic sexuality»). Η πρώτη συνήθως εννοεί ένα ανδρικό μόριο που αυνανίζεται μέσα σε έναν γυναικείο κόλπο, του οποίου η κλειτορίδα πρακτικά μένει ανέγγιχτη. Γι’ αυτή την στερημένη μορφή σεξουαλικότητας, η κατάλληλη θέση έχει προ πολλού βρεθεί με τον άνδρα να ξαπλώνει επάνω στην γυναίκα. Ο άνδρας μπορεί έτσι να πετύχει εύκολα τον αυνανισμό του, ενώ η γυναίκα δεν μπορεί να κουνηθεί. Αντίθετα, η «οργασμική σεξουαλικότητα» δέχεται ότι υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε με δύο σώματα που έχουν μία κάποια σχέση. Η «οργασμική σεξουαλικότητα» είναι μία επαναστατική σεξουαλικότητα. Την στιγμή της έκστασης, το να απομακρύνεται κανείς από το μυαλό του και από το σύστημα του κατασταλτικού χρόνου, είναι μία επαναστατική στιγμή. Μία στιγμή που βασίζεται στην εμπιστοσύνη και είναι ένα κύριο σημείο τόσο της φύσης της αυτονομίας και της ελευθερίας στις ανθρώπινες σχέσεις, όσο και αυτής της ίδιας της επαναστατικής αλληλεγγύης. Δεν μου αρέσει η ηθική και οικονομική αλληλεξάρτηση της υποτιθέμενης «εμπιστοσύνης», η οποία στις λατινικές τουλάχιστον γλώσσες μεταφράζεται ως κάτι παραπλήσιο της πιστότητας ή της θρησκευτικής πίστης.
Η καταπίεση όσον αφορά τις υλικές ανάγκες, την τροφή, την ζεστασιά και την στέγη, δεν είναι αρκετή για να προκαλέσει την ολοκληρωτική επανάσταση. Πρέπει βέβαια να επαναστατήσουμε ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά πρώτα πρέπει να ρωτήσουμε «επανάσταση για τι ;». Και αυτό θα γίνει μόνο αφού προηγουμένως διαλύσουμε κάθε ταμπού, όλοι μαζί και με συμμετοχή όλου του κόσμου. Οι καινούργιοι απελευθερωμένοι τρόποι να απολαμβάνουμε τις σχέσεις μας, δεν δημιουργούν ωστόσο αυτόματα και μία αλλαγή στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, συνεπώς ο κατασταλτικός καπιταλιστικός χρόνος πρέπει επίσης να διαλυθεί, να καταστραφεί. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην «Κομμούνα του Παρισιού», το 1871, οι κομμουνάροι ενστικτωδώς πυροβολούσαν τα ρολόγια, που στα μάτια τους αντιπροσώπευαν τον καπιταλιστικό χρόνο…
…Με το να παράγουμε για τον εαυτό μας και όχι για να δημιουργήσουμε υπεραξία, δημιουργούμε χρόνο για τον εαυτό μας, χρόνο που μας χρειάζεται για να γνωριστούμε, να ζήσουμε, να παίξουμε και να δημιουργήσουμε σχέσεις, χωρίς την καταστολή της ώρας. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πολύ περισσότερα αγαθά παράγονται για να εξαπατήσουν τους ανθρώπους και να τους οδηγήσουν στην «παραίσθηση της ευτυχία», παρά για να υπηρετήσουν τις ελεύθερες και ειλικρινείς σχέσεις. Και όπως ακριβώς υπάρχει αυτός ο παραλογισμός των άχρηστων καταναλωτικών προϊόντων, έτσι υπάρχει και ο παραλογισμός των εκατομμυρίων εργαζομένων στα μεγάλα εμπορικά υπερκαταστήματα, στην διαφήμιση, στις τράπεζες και σε πολλούς άλλους ατελείωτους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, που δεν παράγουν ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ εκτός από κέρδη για τους εργοδότες και επίσης τρόπους διαιώνισης της κερδοφορίας αυτής.
Ό, τι μας παρουσίασαν μέχρι σήμερα οι χριστιανοί σαν δήθεν «Αλήθεια», αποδείχθηκε το πιο επικίνδυνο, άθλιο και δηλητηριώδες ψέμμα: όταν κάποιος μπορέσει και ανασηκώσει το πέπλο της ιερής πρόφασης, της πρόφασης της δήθεν βελτίωσης τής ανθρωπότητας, θα αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια του μία απάτη, την οποίας μοναδικός σκοπός είναι να ρουφήξει το αίμα της ζωής μέχρι να την πεθάνει, μέχρι να την κάνει να σβήσει. Η ηθική του βρικόλακα.
Αυτός που αφαιρεί την μάσκα από το πραγματικό πρόσωπο της χριστιανικής ηθικής, ξεμασκαρεύει ταυτόχρονα και την απαξία όλων των δήθεν αξιών στις οποίες πιστεύουν έως σήμερα οι χριστιανοί, ή τουλάχιστον πίστευαν μέχρι τώρα. Δεν βλέπει πια τίποτε άξιο για σεβασμό, ακόμα και στους πιο αξιοσέβαστους ανθρώπινους τύπους ανάμεσά τους, και σε εκείνους ακόμα που κάποιοι θεώρησαν ως δήθεν αγίους, αφού δεν βλέπει πια σε αυτούς παρά το επικίνδυνο –γιατί δυστυχώς μπορεί ακόμα και γοητεύει αρκετούς- είδος των κακοφτιαγμένων όντων.
Επινοήσανε την έννοια του «Ενός Θεού», η οποία αποτελεί σαφή αντινομία της ζωής και με την έννοια αυτή ζυμώθηκε το εφιαλτικό αμάλγαμα όλων των αρνητικών στοιχείων, όλων των δηλητηρίων, όλων των συκοφαντιών και όλων των φρικαλεοτήτων που κατόρθωσαν να υψώσουν ενάντια στην ανθρώπινη ύπαρξη!
Επινοήσανε την έννοια του «επέκεινα», του δήθεν «αληθινού κόσμου», με προφανή σκοπό να εξευτελίσουν τον μοναδικό υπαρκτό κόσμο, να μην του αφήσουν κανέναν νόημα, κανέναν λόγο ύπαρξης, να μην αφήσουν κανέναν σκοπό στην γήϊνη πραγματικότητά μας.
Επινοήσανε την έννοια της ατομικής «ψυχής», την έννοια του «πνεύματος» και τελικά την έννοια της «αθανασίας της ατομικής ψυχής» για να επελάσει ασύδοτη η περιφρόνηση προς το σώμα, για να γίνει αυτό αποδεκτό μόνον ως αρρωστημένα «άγιο», για να αντιτάξουνε την χειρότερη αδιαφορία απέναντι σε όλα τα πραγματικά και σοβαρά ζητήματα της ζωής…
Αντικαταστήσανε την φυσιολογικότητα με την «σωτηρία της ψυχής», η οποία δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία κυκλική παραφροσύνη, κινούμενη αενάως από τους σπασμούς της μετάνοιας την υστερία της λύτρωσης.
Επινοήσανε την έννοια της «αμαρτίας» και τους ενοχικούς μηχανισμούς που την συμπληρώνουν, επινοήσανε το υποτιθέμενο «αυτεξούσιο» του ανθρώπου για να υποβιβάσουνε τα ένστικτακαι να καθιερώσουν ως δεύτερη ανθρώπινη φύση την καχυποψία.
Πηγή: FriedrichNietzche, «EcceHomo» («Ίδε ο Άνθρωπος»)
Σε αντίθεση με τα μαρξιστικά κόμματα, οι οργανώσεις των αναρχικών έδωσαν σημαντική προσοχή σ’ αυτό που ονόμαζαν «ολοκληρωμένη παιδεία», στην ανάπτυξη δηλαδή του ολοκληρωμένου ανθρώπου, η οποία μπορεί ν’ αντενεργεί στην υποβιβαστική και αποκοιμιστική επίδραση της αστικής κοινωνίας και προσπάθησαν να βιώσουν τις αξίες του μέλλοντος, στον βαθμό που κάτι τέτοιο ήταν εφικτό υπό τον καπιταλισμό. Πίστευαν στην άμεση δράση, που θα ευνοούσε την πρωτοβουλία των «μαζών», θα διατηρούσε το πνεύμα της εξέγερσης και θα ενθάρρυνε τον αυθορμητισμό. Προσπάθησαν ν’ αναπτύξουν οργανώσεις βασισμένες στην αλληλοβοήθεια και την αδελφοσύνη, στις οποίες ο έλεγχος θα ασκείτο από κάτω προς τα πάνω και όχι από πάνω προς τα κάτω...Οι αναρχικοί, ή τουλάχιστον οι αναρχοκομμουνιστές, αποδέχονται την ανάγκη για οργάνωση. Θα ήταν το ίδιο παράλογο να πρέπει να επαναλαμβάνουμε αυτό το σημείο με το να συζητάμε σχετικά με το εάν ο Μαρξ αποδεχόταν ή όχι την ανάγκη για κοινωνική επανάσταση.
Το αληθινό ερώτημα που πρέπει να μας απασχολήσει εδώ δεν είναι η οργάνωση ή η μη οργάνωση, αλλά το τι είδους οργάνωση επιχειρούν να δημιουργήσουν οι αναρχοκομμουνιστές. Το κοινό χαρακτηριστικό των διαφόρων ειδών αναρχοκομμουνιστικής οργάνωσης είναι οι οργανικές εξελίξεις από τα κάτω και όχι σώματα κατασκευασμένα από τα πάνω… Οικοδομούνται γύρω από ομάδες «αδελφών» με στενές σχέσεις, τα gruposdeafinidad, η ικανότητα των οποίων να δρουν συλλογικά βασίζεται στην πρωτοβουλία, στις ελεύθερα αναπτυσσόμενες πεποιθήσεις και σε μια βαθιά προσωπική συμμετοχή… Οι αναρχοκομμουνιστές δεν αρνούνται την ανάγκη για συντονισμό μεταξύ των ομάδων, για πειθαρχία, για λεπτομερειακό σχεδιασμό και για ενότητα στην δράση. Πιστεύουν όμως ότι ο συντονισμός, η πειθαρχία, ο σχεδιασμός και η ενότητα στην δράση πρέπει να επιτευχθούν εθελοντικά, μέσω μιας αυτοπειθαρχίας που προέρχεται από πεποίθηση και κατανόηση.
Η αναγκαστική εργασία παράγει μόνον εμπορεύματα. Κάθε εμπόρευμα είναι αξεχώριστο από το ψέμα που το αντιπροσωπεύει. Η αναγκαστική εργασία παράγει λοιπόν ψέματα, παράγει έναν κόσμο ψευδών παραστάσεων, έναν κόσμο αντεστραμμένο, όπου η εικόνα αντικαθιστά την πραγματικότητα. Μέσα σ’ αυτό το θεαματικό και εμπορευματικό σύστημα, η αναγκαστική εργασία παράγει δύο σημαντικά ψέματα σχετικά με τον εαυτό της:
Το πρώτο ψέμα είναι πως η εργασία είναι χρήσιμη και αναγκαία και πως όλοι έχουν συμφέρον να εργάζονται.
Το δεύτερο ψέμα είναι πως μας κάνει να νομίζουμε ότι οι εργαζόμενοι δεν είναι ικανοί να χειραφετηθούν από την εργασία και το μισθωτό σύστημα, καθώς και ότι δεν μπορούν να δημιουργήσουν μια ριζικά νέα κοινωνία, βασισμένη στην συλλογική και ελεύθερη δημιουργία και στην γενικευμένη αυτοδιεύθυνση.
(…)
Το τέλος της αναγκαστικής εργασίας σημαίνει το τέλος του συστήματος όπου κυριαρχούν το κέρδος, η ιεραρχημένη εξουσία, το γενικό ψέμα. Σημαίνει το τέλος του θεαματικού – εμπορευματικού συστήματος και την αρχή μιας καθολικής αλλαγής όλων των επιδιώξεων. Η αναζήτηση της αρμονίας του επιτέλους απελευθερωμένου και αναγνωρισμένου πάθους, θα διαδεχθεί τον φρενήρη ανταγωνισμό για το χρήμα και για τα διάφορα ψίχουλα εξουσίας.
Πηγή: Ratgeb, «Από την Άγρια Απεργία στην Γενικευμένη Αυτοδιεύθυνση», εκδόσεις «Διεθνής Βιβλιοθήκη», Αθήνα, 1976
Εμμανουήλ Δαούδογλου (- 1870). Έλληνας αναρχικός του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Σμύρνη και ήταν έμπορος. Ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με τις αναρχικές ιδέες όταν συναναστράφηκε Ιταλούς πολιτικούς φυγάδες.
Στο Παρίσι συνάντησε τους δραστήριους αναρχικούς Αμιλκάρε Τσιπριάνι και Παύλο Αργυριάδη και με την βοήθειά τους προσπάθησε, δίχως επιτυχία όμως, να συστήσει μία αναρχοσοσιαλιστική οργάνωση στην Αθήνα. Το διάστημα 1864 – 1867 έζησε στην Νάπολη, όπου δραστηριοποιήθηκε στους κύκλους της «Διεθνούς Ένωσης Εργατών», ή, άλλως, της «Πρώτης Διεθνούς» (μαζί με τον ποιητή Mικέλη Άβλιχο ήσαν οι μοναδικοί Έλληνες της «Πρώτης Διεθνούς») και επίσης γνώρισε την Μαρία Πανταζή, την οποία έκανε σύζυγό του. Επέστρεψαν μαζί στην Αθήνα το 1868, όπου προσπάθησαν ανεπιτυχώς, για μία ακόμη φορά, να συστήσουν μία αθηναϊκή αναρχική οργάνωση.
Tο 1870 δέχθηκε επίθεση από πολιτικούς αντιπάλους στην «Δημοκρατική Λέσχη» και υπέκυψε στα τραύματά του, όντας ο πρώτος αναρχικός που δολοφονήθηκε στον ελλαδικό χώρο. Μετά τον θάνατό του, η Mαρία Δαούδογλου έφυγε για το Παρίσι, όπου συμμετείχε στην αναρχική ομάδα «Petroleuses» και μετά στα τραγικά γεγονότα της Παρισινής Kομμούνας, έπειτα από την ήττα της οποίας το 1871 συνελήφθη και τουφεκίστηκε από τους Bερσαλλιέρους.
Την 1η Αυγούστου 1890, δημοσιεύθηκε στο 9ο τεύχος της εφημερίδας «Σοσιαλιστής» το άρθρο του προ 20ετίας νεκρού Εμμανουήλ Δαούδογλου, στο οποίο έγραφε ανάμεσα σε άλλα: «Oυδείς είναι ασφαλής ενόσω έκαστος διεκδικεί τα δικαιώματά του ως άτομον. Όλοι ομού είναι ασφαλείς εάν έκαστος διεκδικεί τα δικαιώματά του ως μονάς του συνόλου. Eν τη πρώτη περιπτώσει το ζητούμενον δεν επιτυγχάνεται, ενώ εν τη δευτέρα περιπτώσει η παροχή του ζητουμένου είναι τόσω βεβαία όσω το φως της ημέρας είναι βέβαιον, ανατέλλοντος του ηλίου… η ατομική ευεξία εξαρτάται εκ της ευεξίας όλων, η ασφάλεια του ατόμου είναι αδύνατος άνευ της ασφάλειας εκάστου και ουδείς δύναται να είναι ευτυχής ενόσω και εις είναι δυστυχής. H χειρ ήτις εκτείνεται να λάβη εν μήλον, δεν το λαμβάνει δια τον εαυτόν της, αλλά το λαμβάνει δια το κοινόν σώμα, γνωρίζουσα καλώς ότι εκ του μήλου θα τραφή και αυτή. Aν το ελάμβανε δια τον εαυτόν της βεβαίως θα ήρχετο εις σύγκρουσιν προς τα άλλα μέλη του σώματος. Tοιούτον ένστικτον άμα εμφυσηθή εις τα μέλη τής κοινωνίας, τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα του κόσμου ελύθησαν, η ελευθερία καθίσταται πραγματική, ο προορισμός του ανθρώπου αποκαλύπτεται, και η περαιτέρω εξέλιξις αυτού εξασφαλίζεται».
Πηγή: James Sotros, «The Greek Speaking Anarchist and Revolutionary Movement (1830 - 1940)», 2004
«Εγώ με τις ιδέες μου»: τραγούδι του Νικόλα Άσιμου (μουσική και στίχοι). Περιέχεται στον δίσκο «Το Φανάρι του Διογένη» που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, το 1989. Φωνή: Σωτηρία Λεονάρδου.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ: ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Νικόλας Άσιμος (πραγματικό όνομα Νικόλαος Ασιμόπουλος, 20 Αυγούστου 1949 – 17 Μαρτίου 1988) Αναρχικός μουσικός, τραγουδοποιός και συγγραφέας. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στην Κοζάνη. Ως έφηβος, ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό και διακρίθηκε στο άλμα εις ύψος, καταλαμβάνοντας την 3η θέση στους μαθητικούς αγώνες σχολείων της Μακεδονίας το 1965. Το 1967, σε ηλικία 18 ετών έφυγε για την Θεσσαλονίκη, για να σπουδάσει στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής με απώτερο σκοπό να γίνει δημοσιογράφος. Το ψευδώνυμο «Άσιμος» χρησιμοποίησε για πρώτη φορά σε ένα ερασιτεχνικό δημοσιογραφικό άρθρο του σε εφημερίδα της Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα έφτιαξε ένα φοιτητικό Θεατρικό Εργαστήρι, ανεβάζοντας Αριστοφάνη, Μένανδρο και Μολίερο και αγόρασε την πρώτη του κιθάρα.
Στα μέσα των σπουδών του άρχισε εμφανίσεις σε μικρές μπουάτ ως αυτοδίδακτος μουσικός, όπου αγνοώντας όλες τις προειδοποιήσεις της χουντικής λογοκρισίας για τους στίχους του κατέληξε τελικά να συλληφθεί, να δαρθεί και να κρατηθεί στην Ασφάλεια, όπου περιέργως χάθηκε η ταυτότητά του. Ο Άσιμος δεν έβγαλε άλλη, παρά μόνο πολλά χρόνια αργότερα (το 1986, ενάμιση χρόνο πριν το θάνατο του) και μάλιστα με το επώνυμο «Άσιμος» και την διευκρίνιση «άνευ θρησκεύματος» στο σχετικό σημείο. Χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του, απέχοντας μόνο 6 μαθήματα από το πτυχίο, έφθασε το 1973 στην Αθήνα, όπου εμφανίσθηκε σε διάφορες «μπουάτ» της Πλάκας («5η εποχή», «11η εντολή», «Χνάρι», «Μουσικό Θέατρο Φτώχειας», «Σούσουρο»), σε συνεργασία με προοδευτικούς τραγουδιστές, ηθοποιούς και συνθέτες (Γκαϊφύλλιας, Λήδα και Σπύρος, Ζωγράφος, Τζαβέλλας, Ζουγανέλλης, Μπουλάς, Αδριανός, κ.ά.), παρουσιάζοντας ένα σύνθετο πρόγραμμα με μουσική και αντικαθεστωτικά κείμενα και μικρά θεατρικά, ενώ με το σχήμα «Για ένα Πολιτικό Καφενείο» έδωσε πολλές παραστάσεις στον πεζόδρομο της Μνησικλέους για «να συμβάλουν έμπρακτα και οι καλλιτέχνες στην ανατροπή των καταπιεστών του λαού» .
Το 1975 κυκλοφόρησε σε ένα δισκάκι 45 στροφών τα πρώτα του 2 τραγούδια («Πανηγύρι» και «Ο Μηχανισμός»: «Με πείσανε να γίνω ρεβιζιονιστής / και να γυρίσω δίσκο...») και σε λίγο προχώρησε σε έκδοση δικών του «παράνομων» (όπως τις έλεγε) κασετών, τις οποίες ηχογραφούσε και διακινούσε μόνος του στα Προπύλαια, τα κάγκελα του Πολυτεχνείου, την πλατεία των Εξαρχείων, το Μοναστηράκι και τον Λυκαβηττό. Δημιούργησε επίσης το συγκρότημα «Exarchia Square Band» και συμμετείχε σε συναυλίες, σε κοινωνικοπολιτικές εκδηλώσεις, σε μουσικοθεατρικά σχήματα, σε θέατρο του δρόμου και άλλα προχωρημένα «δρώμενα». Το 1976, από τη σχέση του με τη Λίλλιαν Χαριτάκη, γεννήθηκε η κόρη του, η Λίλλιαν – Κυριακή ή «Νιουνιού», όπως συνήθιζε ο ίδιος να την αποκαλεί.
Στις 24 Οκτωβρίου 1977 φυλακίσθηκε επί 2 μήνες, μαζί με άλλους 5 εκδότες – συγγραφείς του αντιεξουσιαστικού χώρου, που η τότε κυβέρνηση θεώρησε «ηθικούς αυτουργούς» σε επεισόδια στους δρόμους της Αθήνας σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τους μυστηριώδεις θανάτους 4 φυλακισμένων Γερμανών ανταρτών πόλης (τα εντάλματα σύλληψής τους τούς είχαν χαρακτηρίσει «εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν αρνητικά το κοινωνικό σύνολο»). Το 1981, λίγο μετά τις καταλήψεις άδειων αθηναϊκών σπιτιών από αντιεξουσιαστές, όπου ήταν τακτικός θαμώνας και τραγουδιστής, έγραψε και κυκλοφόρησε μόνος του το βιβλίο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» και το 1982 κυκλοφόρησε τον πρώτο του μεγάλο δίσκο, με τίτλο «Ο Ξαναπές», σε 4 τραγούδια του οποίου συμμετείχαν ο Β. Παπακωνσταντίνου και η Χάρις Αλεξίου.
Το 1985 άνοιξε ένα μαγαζάκι - κατοικία στην οδό Καλλιδρομίου, που το ονόμασε «Χώρο Προετοιμασίας». Εκεί έγραφε, συνέθετε τα τραγούδια του, πουλούσε βιβλία, παιχνίδια για παιδιά, πρόχειρα κοσμήματα, κασέτες, φωτιστικά, πήλινα, κάρτες παλιές και πολλά άλλα. Το 1987 κλείστηκε με την βία σε ψυχιατρική κλινική και έπειτα στις φυλακές Κορυδαλλού, μετά από εναντίον του μήνυση για βιασμό. Αποφυλακίστηκε με χρηματική εγγύηση, αλλά λόγω του έντονου συναισθηματισμού του και της επιμονής του σε όσα διακήρυσσε σε ολόκληρη του τη ζωή του, δεν κατάφερε να ξεπεράσει τη μεγάλη του πίκρα και απογοήτευση, τόσο για την αβάσιμη κατηγορία όσο και για την εγκατάλειψή του από πολλούς παλαιούς δήθεν «συντρόφους» και «φίλους» του: «Είμαι πάντα πρόθυμος να δεχτώ μαθήματα, είμαι πάντα ανοιχτός να δεχτώ μηνύματα, είμαι πάντα έτοιμος να δεχτώ χτυπήματα, είμαι αυτό που ήμουν πάντα, εγώ γεννήθηκα στο κυπαρίσσι»).
Μετά από δύο ανεπιτυχείς απόπειρες αυτοκτονίας (την πρώτη φορά έσπασε το σχοινί και την δεύτερη η καρέκλα), στις 17 Μαρτίου του 1988 βρέθηκε κρεμασμένος στο μαγαζάκι – κατοικία του. Την παραμονή είχε κολλήσει ένα σημείωμά του στο τζάμι: «Θα περιμένω ακόμα μια μέρα». Σε σημείωμα που βρέθηκε δίπλα του, ο Άσιμος είχε γράψει: «Αυτοκτονώ γιατί τον τελευταίο καιρό είχα διάφορα προβλήματα. Για την ενέργειά μου αυτή ας μην αναζητήσει η αστυνομία κανένα υπεύθυνο και οι δημοσιογράφοι να μην ασχοληθούν μαζί μου. Τα νοσοκομεία δεν με βοήθησαν να ξεπεράσω το πρόβλημά μου, για να μπορέσω να δουλέψω όπως πρώτα. Δεν κρατάω όμως παράπονο για κανένα. Παρακαλώ ο,τιδήποτε αξίας βρεθεί, να παραδοθεί στην κόρη μου».
Δισκογραφία:
Οι «παράνομες κασέτες», όπως ήθελε ο ίδιος να τις ονομάζει λόγω του στιχουργικού τους περιεχομένου, ηχογραφήθηκαν εδώ και εκεί με την σύμπραξη διάφορων μουσικών και διακινούντο «υπόγεια» από τον ίδιο ή από διάφορους φίλους του. Όσο ζούσε, ηχογράφησε και 1 single με 2 τραγούδια, έναν μεγάλο δίσκο και συμμετείχε σε έναν άλλον του Βασίλη Παπακωνσταντίνου με 5 δικές του συνθέσεις. Οι υπόλοιπες εκδόσεις τραγουδιών του ήταν μετά τον θάνατό του.
1974, «Ρωμιός – Μηχανισμός», single
1978, «Παράνομη κασέτα No.000001. Kασέτα με το βαρέλι που για να βγει το σπάει»
1982, «Ο Ξαναπές». Μεγάλος δίσκος. Συμμετέχουν ο Β. Παπακωνσταντίνου και η Χάρις Αλεξίου.
1986, «Παράνομη κασέτα No.000005. Ο Σάλιαγκας»
1986, «Παράνομη κασέτα No.000006. Η Ζαβολιά», τριπλή κασέτα
1986, «Παράνομη κασέτα No.000007. Πάλι στην Ξεφτίλα»
1987, «Παράνομη κασέτα No.000008. Το Φανάρι του Διογένη»
1987, Συμμετοχή με 5 τραγούδια στο δίσκο «Χαιρετίσματα» του τραγουδιστή Β. Παπακωνσταντίνου.
1988, Συμμετοχή στο δίσκο «Ήχοι του Χειμώνα» με το τραγούδι «Πάλι στην ξεφτίλα».
1989, «Το Φαναρι του Διογένη» με συμμετοχή της Σωτηρίας Λεονάρδου. Δίσκος που κυκλοφόρησε μετά θάνατον με κομμάτια από την «Παράνομη κασσέτα No.000008» με κάποιες «απαλείψεις» λόγω παρέμβασης από την δισκογραφική εταιρία.
Σχετική Βιβλιογραφία:
Άσιμος Νικόλας, «Αναζητώντας Κροκανθρώπους», εκδόσεις «Βιβλιοπέλαγος», Αθήνα, 2000 (είχε αρχικά κυκλοφορήσει από τον ίδιον το 1981, σε περιορισμένα αντίτυπα
Αλλαμανής Γιώργος, «Δίχως Καβάντζα Καμιά: Βίος και Πολιτεία του Νικόλα Άσιμου,», εκδόσεις «Λιβάνης Α.Α.», Αθήνα, 2000
Με καταλάβανε άραγε; Αυτό που καθορίζει τα όριά μου, αυτό που με κάνει να ξεχωρίζω από τους άλλους ανθρώπους, είναι το ότι ξεσκέπασα την χριστιανική ηθική… Το γεγονός ότι η ανθρωπότητα δεν άνοιξε μέχρι τώρα τα μάτια της σχετικά με αυτήν, για εμένα είναι η μεγαλύτερη κηλίδα βρωμιάς που λερώνει την συνείδησή της. Σε αυτό εγώ βλέπω μία εθελούσια τύφλωση, η οποία έφτασε πια να γίνει δεύτερη φύση των ανθρώπων, μια συστηματική εμμονή που θέλει να αγνοεί κάθε αλήθεια, κάθε αίτιο και κάθε πραγματικότητα, μία απατεωνιά που στον ψυχολογικό τομέα αγγίζει το κακούργημα. Η εθελούσια τύφλωση μπροστά στον Χριστιανισμό είναι το ανώτατο έγκλημα, το έγκλημα ενάντια στην ίδια την ζωή…
Ο χριστιανός παρουσιάζεται έως και σήμερα σαν το δήθεν κατ’ εξοχήν «ηθικό ον» την ώρα που υπήρξε ο πιο παράλογος, ο πιο ψεύτης, ο πιο μάταιος και ο πιο επιπόλαιος τύπος ανθρώπου, ο οποίος μάλιστα έγινε επιζήμιος, όσο ούτε καν μπορεί να φανταστεί, απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό και αποδείχθηκε ο μεγαλύτερος περιφρονητής των ανθρώπων. Η χριστιανική ηθική είναι η χειρότερη μορφή εθισμού στην ψευτιά, είναι η ζώσα Κίρκη της ανθρωπότητας, ο απόλυτος διαφθορέας της. Δεν είναι τόσο η πλάνη της που με τρομάζει, δεν είναι η εδώ και αιώνες πλήρης εξαφάνιση της «καλής προαίρεσης», ούτε και είναι η έλλειψη αρετής, αξιοπρέπειας και γενναιότητας στα πνευματικά πράγματα που προδίδονται από τον θρίαμβο αυτής της ηθικής, όσο είναι η ανυπαρξία φυσικότητας, αποτέλεσμα της τερατωδίας ενός κυρίαρχου συστήματος που βαπτίζει ηθικό το αντι-φυσικό και του αποδίδει μάλιστα τις υπέρτατες τιμές και το κρεμάει ψηλά, πάνω από την ανθρωπότητα σαν έναν νόμο, σαν μία κατηγορηματική προσταγή!
Πώς γίνεται λοιπόν να παραβλέψει κάποιος αυτό το σημείο; πόσο μάλλον όταν δεν το παραβλέπει ένας μόνον άνθρωπος, ούτε καν ένας συγκεκριμένος λαός, αλλά ολόκληρη η ανθρωπότητα! Μας διδάξανε να περιφρονούμε όλα τα βασικά ένστικτα της ζωής και σφυρηλατήσανε με κτυπήματα ψευτιάς ένα διαφορετικό είδος ψυχής και ένα διαφορετικό είδος πνεύματος, με σκοπό να καταστρέψουνε το σώμα. Στην βασικότερη αρχή της ζωής, στις γενετήσιες πράξεις, μας δίδαξαν να βλέπουμε κάτι το ακάθαρτο… Δεν δίδαξαν ποτέ ανώτερες αξίες στους ανθρώπους, αλλά μόνο αξίες αυτοϋποτίμησης και παρακμής… Η ηθική της άρνησης, η μόνη που αυτοί δίδαξαν μέχρι σήμερα, αποπνέει θέληση για θάνατο, αρνούμενη την ζωή στα ίδια τα θεμέλιά της.
Μία μόνο είναι η διαπίστωση: δεν είναι στην πραγματικότητα η ανθρωπότητα αυτή που βρίσκεται σε βαθύτατη παρακμή, αλλά μόνο η παρασιτική ράτσα του παπαδαριού, η οποία ανυψώθηκε με τα ψέμματά της στην θέση του αιώνιου διαιτητή των αξιών και χρησιμοποίησε ως εργαλείο της την χριστιανική ηθική για να αποκτήσει εξουσία… Ο ορισμός αυτής της ηθικής είναι μία ιδιοσυγκρασία αχρείων, που καθοδηγούνται από τον κρυμμένο σκοπό τους να εκδικηθούνε την ζωή, έναν σκοπό άλλωστε που ήδη στεφανώθηκε από επιτυχία. Σε αυτόν τον ορισμό εγώ αποδίδω ιδιαίτερη βαρύτητα.
Πηγή: Friedrich Nietzche, «Ecce Homo» («Ίδε ο Άνθρωπος»)
Το «grupodeafinidad» (γκρούπο ντε αφινιδάδ, «ομάδα συγγένειας») ήταν το όνομα μιας οργανωτικής μορφής που επινοήθηκε στην Ισπανία της προ-Φρανκικής εποχής, για ν’ αποτελέσει την βάση της ισχυρής «Ιβηρικής Αναρχικής Ομοσπονδίας» («FederacionAnarquistaIberica»). Μια φωτογραφική βέβαια αναπαραγωγή των μορφών οργάνωσης και των μεθόδων της F.A.I. δεν θα ήταν ούτε δυνατή, ούτε επιθυμητή, αφού οι Ισπανοί αναρχικοί της δεκαετίας του 1930 αντιμετώπιζαν μια εντελώς διαφορετική κοινωνική πραγματικότητα από εκείνη που εμείς αντιμετωπίζουμε σήμερα. Ωστόσο, η μορφή τουgrupodeafinidad έχει αρκετά χαρακτηριστικά άμεσα εφαρμόσιμα σε κάθε κοινωνική κατάσταση γι’ αυτό και αυτά έχουν συνειδητά υιοθετηθεί από τους σύγχρονους ριζοσπάστες που ονομάζουν πολλές φορές τις οργανώσεις τους «κολλεκτίβες», «κοινόβια» ή «οικογένειες».
Το grupodeafinidad μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ως ένας νέος τύπος εκτεταμένης οικογένειας, στην οποία οι δεσμοί συγγένειας αντικαθίστανται από στενές ανθρώπινες σχέσεις – σχέσεις βασισμένες σε κοινές επαναστατικές ιδέες και πρακτική. Πολύ πριν κερδίσει δημοτικότητα η λέξη «φυλή» στην αμερικανική αντικουλτούρα, οι Ισπανοί αναρχικοί ονόμαζαν τις συνελεύσεις τους «assembleasdelastribus», δηλαδή συνελεύσεις των φυλών.
Κάθε grupodeafinidad κρατιέται σκόπιμα μικρό, ώστε να επιτρέπει τον μεγαλύτερο βαθμό στενών σχέσεων ανάμεσα στα μέλη του. Αυτόνομη, συμβιωτική και αμεσοδημοκρατική, η ομάδα συνδυάζει την επαναστατική θεωρία με τον επαναστατικό τρόπο ζωής στην καθημερινή συμπεριφορά των μελών της. Δημιουργεί έναν ελεύθερο χώρο, στον οποίο οι επαναστάτες μπορούν να ξαναφτιάξουν τους εαυτούς τους, τόσο ως πρόσωπα όσο και ως κοινωνικά όντα.
Τα gruposdeafinidad στοχεύουν στο να λειτουργήσουν ως καταλύτες μέσα στο λαϊκό κίνημα και όχι ως «πρωτοπορίες», διασπείρουν πρωτοβουλία και συνείδηση και όχι εντολές από ένα «γενικό επιτελείο» ή από κάποια άλλη «πηγή διαταγών». Οι ομάδες πληθαίνουν σε μοριακό επίπεδο και (όπως συμβαίνει με τα μόρια των αερίων που περιφέρονται ελεύθερα και τυχαία) ακολουθούν την δική τους «κίνηση Μπράουν». Το αν θα συνδεθούν κάποτε ή αν θα διαχωριστούν, καθορίζεται από τις ζωντανές καταστάσεις και όχι από γραφειοκρατικές οδηγίες που έχουν συλληφθεί σε κάποιο απομακρυσμένο κέντρο.
Έτσι, υπό συνθήκες ανοικτής πολιτικής καταστολής, τα gruposdeafinidad αποδεικνύονται εξαιρετικά ανθεκτικά στην όποια απόπειρα αστυνομικής διείσδυσης. Λόγω της στενότητας των σχέσεων μεταξύ των μελών, οι ομάδες είναι πολύ δύσκολο να διαβρωθούν και, ακόμα και εάν συμβεί αυτό, δεν υπάρχει κανένας συγκεντρωτικός μηχανισμός από όπου μπορεί ο χαφιές να αποσπάσει μία έγκυρη εικόνα του κινήματος ως σύνολο.
…Κάθε grupodeafinidad προσπαθεί να αποκτήσει τις πηγές που χρειάζεταιγια να λειτουργήσει με αυτάρκεια. Κάθε ομάδα επιζητεί ένα ολοκληρωμένο σώμα γνώσης και εμπειρίας, ώστε να αντιπαρέλθει τους κοινωνικούς και ψυχολογικούς περιορισμούς που επιβάλλει η αστική κοινωνία πάνω στην ελεύθερη ανάπτυξη. Κάθε ομάδα, ως πυρήνας συνείδησης κι εμπειρίας, επιχειρεί να προαγάγει το αυθόρμητο λαϊκό επαναστατικό κίνημα μέχρι το σημείο εκείνο, κατά το οποίο όλες οι ομάδες θα μπορούν τελικά να χαθούν μέσα στις νέες οργανικές κοινωνικές μορφές που θα δημιουργήσει η Επανάσταση.