Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Ζαν - Ζακ Ρουσώ: ΟΙ ΙΔΙΩΤΕΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ


«Όταν τα δημόσια πράγματα πάψουν να είναι η κυριώτερη απασχόληση των πολιτών κι όταν οι πολίτες αρχίσουν να προτιμούνε την εξυπηρέτηση του βαλάντιού τους παρά την εξυπηρέτηση του προσώπου τους, η κοινωνία τότε βρίσκεται ήδη κοντά στην καταστροφή της. Είναι ανάγκη να πάνε στη μάχη; Πληρώνουν μισθοφορικά στρατεύματα κι αυτοί κάθονται στην ησυχία τους. Χρειάζεται να πάνε στο συμβούλιο; Διορίζουν αντιπροσώπους κι αυτοί μένουνε στα σπίτια τους. Εξ αιτίας της οκνηρίας και της φιλοχρηματίας τους, παίρνουν στο τέλος στρατιώτες για να υπηρετούν την πατρίδα και διορίζουνε βουλευτές που δεν κάνουν άλλο τίποτε παρά να την πουλάνε.

Οι φροντίδες του εμπορίου και των τεχνών, η ακόρεστη επιθυμία του κέρδους, η μαλθακότητα και ο πόθος των ανέσεων, μεταβάλλουν τις προσωπικές υπηρεσίες σε χρηματικές. Ο καθένας δίνει ένα μέρος από το κέρδος του για να διατηρήσει την ανάπαυσή του. Δόστε χρήματα και σε λίγο θάχετε δεσμά. Η λέξη αντισήκωμα είναι λέξη δουλική. Είναι άγνωστη στο ελεύθερο άστυ. Σε μία αληθινά ελεύθερη πολιτεία, οι πολίτες όλα τα κάνουν με τα χέρια τους και τίποτα με το χρήμα. Αντί να πληρώνουν για να εξαιρεθούν από τις υποχρεώσεις τους, θα πληρώνανε για να τις εκπληρώσουν αυτοί οι ίδιοι...

Όσο καλύτερα συγκροτημένη είναι η πολιτεία, τόσο περισσότερο υπερισχύουν οι δημόσιες υποθέσεις έναντι των ιδιωτικών, στο πνεύμα των πολιτών. Υπάρχουνε επίσης πολύ λιγώτερες ιδιωτικές υποθέσεις και τούτο γιατί, επειδή το ποσό της κοινής ευτυχίας, παρέχει ένα μερίδιο πολύ αξιόλογο στην ευτυχία του κάθε ατόμου, δεν μένουν σε αυτό παρά ελάχιστα πράγματα, που θα πρέπει ν’ αναζητήσει με τις ιδιάιτερες φροντίδες του. Σε μια καλά διοικούμενη πολιτεία ο κάθε πολίτης σπεύδει για να λάβει μέρος στις συνελεύσεις. Όταν υπάρχει κακή κυβέρνηση κανείς δεν θέλει ούτε ένα βήμα να κάνει για να πάει στη συνέλευση, γιατί κανένας δεν ενδιαφέρεται για ό,τι γίνεται. Προβλέπουν ότι δεν πρόκειται να επικρατήσει η γενική θέληση κι έτσι στο τέλος τούς απορροφούν ολοκληρωτικά οι ατομικές τους φροντίδες. Οι καλοί νόμοι θα δημιουργήσουν καλύτερους νόμους, οι κακοί οδηγούνε σε χειρότερους.

Όταν κάποιος πει για τις υποθέσεις της πολιτείας «τι μ' ενδιαφέρει;», πρέπει αμέσως να καταλάβουμε ότι αυτή η πολιτεία είναι χαμένη.»

(Jean - Jacques Rousseau, «Το Κοινωνικό Συμβόλαιο»)

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Η ΛΑΤΙΝΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ



«Οι... επιμελώς "άγνωστοι" λατινοαμερικανικοί αγώνες ενάντια στην Εκκλησία»

Διάλεξη του συγγραφέα - ιστορικού Βλάση Ρασσιά, στο ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΑΘΗΝΑΙΟ «ΕΚΑΤΗΒΟΛΟΣ», Αριστοτέλους 36, 1ος όροφος, Αθήνα (Σάββατο 4 Δεκεμβρίου, ώρα 20.30)


Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Νικόλας Άσιμος: ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΟΥ...


«Δεν θεωρώ κανέναν σύντροφό μου. Τους καθαίρεσα όλους. Δεν μπορεί να είναι σύντροφος κάποιος που η ταυτότητά του γράφει "χριστιανός ορθόδοξος". Δεν μπορώ ακόμη να καταλάβω πώς είναι δυνατόν μία γυναίκα που έχασε άντρα και πατέρα στον Εμφύλιο να κάθεται να ακούει κηρύγματα κάθε Κυριακή στην εκκλησία από έναν παπά που κάνει έρωτα με το μικρόφωνο. Ξέρεις ποια είναι η τελευταία μου επιθυμία; Να μου δώσουν τον Άγιο Παντελεήμονα – το ναό της Αχαρνών – να τον κάνω καφωδείο. Έχει υπέροχη ακουστική.» (Νικόλας Άσιμος)

Πηγή: ιστολόγιο ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Νικόλας Άσιμος: ΣΑΣ ΚΟΛΛΑΜΕ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ ΜΕ ΕΝΑ ΖΕΛΟΤΕΪΠ

Μήνυμα προς όλους, για όλα.

Μια είναι η βόλτα, μόνο μια, αυτή θα μας λευτερώσει.

Δε σταματάει αυτή η βόλτα, ούτε ποτέ της έχει αρχίσει.

Magic theater fur fur: το μεγαλύτερο θέατρο στην ιστορία, που καταργεί την Ιστορία. Εγώ που το έχω ξεκινήσει έχω αναλάβει την ευθύνη.

Με ξέρουν όλοι οι σοφοί του κόσμου, κι όλοι οι καλλιτέχνες του πλανήτη.

Στην αρχή υπήρξα μονάχος μου, τώρα υπάρχουν κι άλλοι πολλοί που μπήκανε στο θέατρο μας.

Ανθρώπους ψάχνουμε όχι ιδεολογίες, Ανθρώπους που να ‘χουν θάρρος, αγάπη, καλοσύνη. Ανθρώπους που δεν είναι ψεύτες, ρηχοί και βολεμένοι και ξέρουν να δίνουνε, όχι να ρουφάν και να εκμεταλλεύονται τους γύρω. Ανθρώπους έστω με καρδιά. Κι ας είναι δικηγόροι, παπάδες και αστυνόμοι. Κι ας είναι και χαφιέδες, κομουνιστές, αναρχικοί, αρκεί να έχουν τόλμη να κρατήσουν ένα λόγο και να πούνε την αλήθεια.

Αν δεν καταλαβαίνετε το θέατρο μας και μας κοροϊδεύετε ακόμα, δεν φταίμε εμείς. Εμείς έχουμε τη γνώση. Αυτή που δεν έχουν όλοι μαζί οι κυβερνήτες, οι δικαστές και οι γιατροί. Σας κολλάμε στον τοίχο με ένα ζελοτέϊπ.

Είμαστε καθαροί γι' αυτό ζούμε μέσα στις υπόγες και χαρίζουμε. Δίνουμε παραστάσεις στην πλατειά και χαίρονται τα παιδάκια και δεν έχουμε λεφτά. Είμαστε αυτόδουλοι της καλοσύνης. Ξέρουμε να δημιουργούμε, όχι να καταστρέφουμε. Ξενυχτάμε μέρα - νύχτα και φτιάχνουμε μονάχοι τα όργανα μας. Οι άλλοι σπάνε λάμπες και μπουκάλια, εμείς τα καθαρίζουμε με σκούπες. Οι σκουπιδιάρηδες είναι μαζί μας και όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη.

Ρωτήστε στην περιοχή των Εξαρχείων που μας ξέρει. Μας αγαπάνε όλοι. Ρωτήστε αν χρωστάμε τίποτα και σε κανένα. Σε όλους έχουμε δώσει με το παραπάνω. Μπακάληδες, ψιλικατζήδες, περιπτεράδες, ταβερνιάρηδες μας εκτιμάνε. Χαρίζουμε το γέλιο, την αγάπη και την ευτυχία. Κάναμε τους γέρους να αισθάνονται παιδία. Τα πρεζόνια να κόψουνε την άσπρη και να γελάνε.

Εγώ που το ‘χω ξεκινήσει όλο αυτό, δεν έδειρα ποτέ και πουθενά κανέναν. Μ’ έχουν περάσει από όλα τα μπουντρούμια και το κορμί μου είναι γεμάτο πληγές. Τα όπλα μου είναι πιστολάκια και νταούλια απ’ αυτά που παίζουν τα παιδάκια, παίζει και η μικρή μου κόρη. Όταν όλοι εσείς κολλάτε αφίσες και γεμίζετε σκουπίδια την Αθηνά, εγώ σας πολεμάω με μια ζωγραφιά στον τοίχο του σπιτιού μου. Εκεί που ήταν βόθρος και μπάζα και ουρλιάζανε τα κομπρεσέρ.

Εκεί μένω τώρα, τρία χρόνια μαζί με την μικρή μου κόρη, φιλοξενώντας κι άλλους, που δεν είχανε να φάνε και πού να κοιμηθούνε. Και δε φοβάμαι να δώσω τη διεύθυνση μου, την ξέρουν όλοι: Αραχώβης 41, Εξάρχεια.

(απόσπασμα από «ανοικτή επιστολή» του Νικόλα Άσιμου, αρκετούς μήνες πριν την αυτοκτονία του)

Σάββατο, 31 Ιουλίου 2010

Οι ουκρανές FEMEN για την χριστιανική Εκκλησία

"Χάππενινγκ" των ουκρανών FEMEN ενάντια στον Χριστιανισμό



Αναδημοσίευση από το μπλογκ "Απελευθέρωση"

Παρασκευή, 2 Ιουλίου 2010

Βίλχελμ Ράϊχ: Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥ


Ο επικρατέστερος τύπος οικογένειας, ο μικροαστικός, εκτείνεται πολύ πέρα από την μικροαστική κοινωνική τάξη και εισχωρεί τόσο στην μεγαλοαστική τάξη όσο και, βαθύτερα μάλιστα, στην τάξη των βιομηχανικών εργατιών. Βάση της μικροαστικής οικογένειας είναι η σχέση του πατριαρχικού πατέρα με την σύζυγο και τα παιδιά του. Τρόπον τινά εκείνος είναι ο υπέρμαχος και εκπρόσωπος της κρατικής εξουσίας μέσα στην οικογένεια. Λόγω της αντίφασης που δημιουργούν η υποτακτική θέση του στην παραγωγική διαδικασία και η κυριαρχική θέση του στις οικογενειακές λειτουργίες, αποκτά λογικά και τυπικά μια φύση επιλοχία, προσκυνώντας τους ανωτέρους του, απορροφώντας τις επικρατούσες αντιλήψεις -εξ’ ου και η τάση του να μιμείται- και καταπιέζει τους κατωτέρους του. Όχι μόνο μεταφέρει μέσα στην οικογένεια τις κυβερνητικές και κοινωνικές αντιλήψεις, αλλά και τις επιβάλλει.

…Η καταστολή των σεξουαλικών αναγκών που επιβάλλει η μικροαστική οικογένεια, προκαλεί στα μέλη της μια γενική εξασθένιση των διανοητικών και ψυχικών λειτουργιών. Κυρίως τους αφαιρεί την αυτοπεποίθηση, την βούληση και την κριτική ικανότητά τους. Η ψυχική δομή του υποτακτικού είναι ένα κράμα σεξουαλικής ανικανότητας, αδεξιότητας, ανάγκης για κάποιο στήριγμα, επιθυμίας για έναν φύρερ, φόβου της εξουσίας, φόβου για τη ζωή και, εν τέλει, μυστικισμού. Γι’ αυτόν τον λόγο η οικογένεια είναι ένας από τους θεσμούς τους οποίους έμμονα υποστηρίζει η συντηρητική σεξουαλική επιστήμη. Γιατί αυτή περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο «εγγυάται την διατήρηση του κράτους και της κοινωνίας», κατά τη συντηρητική πάντοτε και αντιδραστική έννοια.

(απόσπασμα από το βιβλίο του Wilhelm Reich «Η Σεξουαλική Επανάσταση»)

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Λουϊ Αραγκόν: ΧΟΡΙΚΟ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟΝ ΠΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΑ


"Κι' αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,

θα τον ξαναπορεύομουν τούτο το δρόμο ..."

Μια φωνή ανεβαίνει από τα σίδερα

και μιλάει για μελλούμενες μέρες.


Λένε πως στο κελλί του

Δύο άντρες απόψε

Του ψιθυρίζανε: "Πες τους το ναι.

Τόσο έχεις βαρεθή τούτη τη ζωή;


Μπορείς να ζήσεις, μπορείς να ζήσεις,

μπορείς να ζήσεις σαν και μάς!

Μια λέξη πες και γλύτωσες!

Γονατιστός, μπορείς να ζήσεις ..."


"Κι' αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,

θα τον ξαναπορεύομουν τούτο το δρόμο ..."

Η φωνή που ανεβαίνει από τα σίδερα

μιλάει για μελλούμενες μέρες.


"Μια λέξη σου: κι' η πόρτα ανοίγει

η πόρτα ανοίγει κι' εσύ βγαίνεις! Μια σου λέξη,

κι' ο μακελλάρης χάνει το σφαχτό!

Πές το τό ξόρκι, και παίρνουν τέλος τα δεινά σου!


Πες τους τη λέξη, πές ένα ψέμμα,

όσο που αρκεί να αλλάξει η μοίρα σου ...

Για σκέψου, σκέψου, σκέψου, σκέψου

Τι γλύκα πώχουνε τα πρωινά ..."


"Κι' αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,

θα τον ξαναπορεύομουν τούτο το δρόμο ..."

Η φωνή που ανεβαίνει από τα σίδερα

είναι για τους μελλούμενους ανθρώπους.


"Το είπα ό,τι ήταν να ειπωθή:

Για σκέψου τον Ερρίκο το βασιληά ...

Έν' άλογο για το βασίλειό του ...

Μια λειτουργία για το Παρίσι ..."


Μάταιος ο κόπος. "Δρόμο λοιπόν!

Ας τον βαραίνει το αίμα του μια και το θέλει!

Μια τύχη τού 'μενε, την κλώτσησε,

Aδικα ας πάει τούτος ο αθώος!


Κι' αν ήταν να τον ξαναπορευθή,

θα τον ξαναπορεύονταν τούτο το δρόμο;

Η φωνή που ανεβαίνει από τα σίδερα

λέει: "Κι' όλας αύριο θα τον πορευτώ".


Ένας πεθαίνει, η Γαλλία μένει.

Η Γαλλία, ο έρωτάς μου, η άρνησή μου.

Ω φίλοι μου, σεις, αν πεθάνω,

τώρα θα ξέρετε το γιατί!"


Φτάσανε να τον παραλάβουν.

Μιλάνε γερμανικά.

Ένας τους ορμηνεύει: "Παραδίνεσαι;"

Αυτός ατάραχος ξαναλέει:


"Κι' αν ήταν να τον ξαναπορευτώ,

θα τον ξαναπορεύομουν τούτο το δρόμο

κάτω απ' τους γρόθους σας, κάτω απ' τα σίδερα

να τα χαρούνε οι μελλούμενες οι μέρες."


Βροχή, πιστέφτε, απάνω του τα βόλια

Κι αυτός να τραγουδάει "Sanglant est leve' ..."

Χρειάστηκε να του ρίξουν κι' άλλα κι' άλλα

για να του σβήσουν τη φωνή.


Ένα καινούργιο γαλλικό τραγούδι

στα χείλη του τότε τραγουδήθη:

ήταν ό,τι έλειπε απ' τη Μασσαλιώτισσα

για να φουντώσει σ' όλη την οικουμένη.


Louis Aragon

Σάββατο, 15 Μαΐου 2010

AMERICAN INDIAN MOVEMENT - AIM



Απόσπασμα από την ομιλία του συγγραφέα Βλάση Ρασσιά με τίτλο «Αmerican Indian Movement, AΙΜ: ο αγώνας των αυτοχθόνων βορειοαμερικανών για την εθνική τους αξιοπρέπεια κατά την δεκαετία του '70» που έγινε στην αίθουσα του Φιλοσοφικού Αθήναιου "Εκατηβόλος" το Σάββατο 1 Μαϊου 2010.

Τετάρτη, 12 Μαΐου 2010

Καμίλο Μπερνέρι: Ο ΟΜΟΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΟΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ


Πρέπει να απαλλαγούμε από τον ρομαντισμό, που πάει να πει ότι επιτέλους κάποτε θα πρέπει να δούμε προοπτικά τις μάζες.


Ο υποτιθέμενος ομοιογενής λαός δεν υπάρχει, αυτό που όντως υπάρχει είναι ένα πλήθος ανθρώπων που όχι μόνο διαφέρουν μεταξύ τους, αλλά και που είναι χωρισμένοι σε κατηγορίες.


Η υποτιθέμενη επαναστατική θέληση των μαζών δεν υπάρχει, αυτό που όντως υπάρχει είναι διάφορες επαναστατικές στιγμές όπου μόνο κατά την διάρκειά τους οι μάζες μπορούν να λειτουργήσουν ως κινητήριος μοχλός για την επανάσταση.


Camillo Luigi Berneri, 1925

Σάββατο, 3 Απριλίου 2010

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ


Ο δικός μου εσταυρωμένος γεννήθηκε προ Χριστού.
Του δικού μου εσταυρωμένου η μάνα δε μύρισε τον κρίνο.
Μύρισε αυτό που μυρίζουν όλες οι μανάδες του κόσμου.
Ο δικός μου εσταυρωμένος γεννήθηκε μέσα στο αίμα και στο σκατό,
όπως γεννιόντουσαν οι άνθρωποι μέχρι πρότινος.

Ο δικός μου εσταυρωμένος δεν υπήρξε θείο βρέφος.
Ο δικός μου εσταυρωμένος δεν είχε αν - αρχο πατέρα.
Ο δικός μου εσταυρωμένος δεν κρατάει σκήπτρα εξουσίας.
Ο δικός μου εσταυρωμένος δεν απέκτησε οπαδούς και πιστούς ηγεμόνες και αυτοκράτορες.

Τον δικό μου εσταυρωμένο φοβήθηκαν και μίσησαν όλοι οι αυτοκράτορες.
Ο δικός μου εσταυρωμένος είναι ο Σ Π Α Ρ Τ Α Κ Ο Σ

Ανασταίνεται κάθε φορά που υπάρχει όπου γης μια εξέγερση.
Ανασταίνεται κάθε φορά που υπάρχει όπου γης κοινωνική επανάσταση.
Σταυρώνεται και πεθαίνει κάθε φορά που η επανάσταση οπισθοδρομεί και δε διαρκεί.

Καλή Επ-ανάσταση, σύντροφοι.

Πηγη΄: ιστολόγιο "Ελευθεριακός Κόσμος"

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Ζαν - Φρανσουά Βαρλέ


Ζαν - Φρανσουά Βαρλέ (Jean - Francois Varlet, Paris, 14 Ιουλίου 1764 - Corbeil, 4 Οκτωβρίου 1837). Γάλλος επαναστάτης του 18ου αιώνα, ηγέτης της εξτρεμιστικής παράταξης των «Λυσσασμένων» («Les Enragés»), προπαγανδιστής της άμεσης δημοκρατίας και της «δικτατορίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου».

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γόνος αστικής παρισινής οικογένειας, σπούδασε στο κολλέγιο του Harcourt που τότε αποτελούσε φωλεά των «Διαφωτιστών» και υιοθέτησε τις δημοκρατικές απόψεις. Εργαζόμενος έως τότε ως ταχυδρομικός υπάλληλος, αναμείχθηκε με ζήλο στην Γαλλική Επανάσταση, συνθέτοντας επαναστατικά και πατριωτικά τραγούδια, κάνοντας ομιλίες, κυρίως στο «Palais Royal», και στηρίζοντας με την υπογραφή του πάμπολλες λαϊκές εκκλήσεις προς την Εθνοσυνέλευση, καθώς και την συγκεκριμένη του ηγέτη των «Γιρονδίνων» Μπρισό (Jacques - Pierre Brissot, 1754 - 1793) στις 17 Ιουλίου 1791 που ζητούσε την έκπτωση του Λουδοβίκου και έγινε η αφετηρία για την περιβόητη «σφαγή του Πεδίου του Άρεως» («Fusillade du Champ de Mars») την ίδια ημέρα.

ΣΥΝΙΔΡΥΤΗΣ ΤΩΝ «ΛΥΣΣΑΣΜΕΝΩΝ»

Έγινε μέλος της «Λέσχης των Ιακωβίνων» («Club des Jacobins»), της «Λέσχης των Κορδελιέρων» («Club des Cordeliers») και στέλεχος του «Τμήματος των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου» («Droits de l’ Homme Section»). Στα διάφορα κείμενά του και τις ομιλίες του προπαγάνδιζε συστηματικά την ιδέα της άμεσης Δημοκρατίας, αλλά και της αναδιανομής των περιουσιών, υπογράφοντας ως «πολίτης Βαρλέ, παριζιάνος, απόστολος της Θεάς Ελευθερίας, Ιακωβίνος και Αβράκωτος».

Τον Μάϊο του 1792 χαρακτήρισε ανοικτά σε ομιλίες του στην «Εθνοσυνέλευση» και στην «Λέσχη των Ιακωβίνων» ως «προδότη» και «εγκληματία» τον Λαφαγιέτ (Gilbert du Motier, μαρκήσιο de Lafayette, 1757 - 1834) και έκρουσε τον κίνδυνο του κινδύνου μήπως «μια νέα αριστοκρατία των αξιωμάτων διαδεχθεί την παλαιά αριστοκρατία της καταγωγής». Στις 6 Aυγούστου 1792 διάβασε στην «Εθνοσυνέλευση» ψήφισμα που ανάμεσα σε άλλα (ανάκληση όλων των διπλωματών, άμεση σύλληψη και παραπομπή σε δίκη του Λαφαγιέτ, κ.ά.) ζητούσε και την εκθρόνιση του βασιλιά και λίγες μόλις ημέρες αργότερα, στις 10 Αυγούστου 1792, συμμετείχε ενεργά στην ανατροπή της μοναρχίας του Λουδοβίκου από την «Κομμούνα» του Παρισιού. Στις αρχές του φθινοπώρου πρότεινε επίσης («Projet d'un mandat special et impérat, aux mandataires du peuple à la Convention nationale») την άμεση σύσταση ενός δημοκρατικού συμβουλίου που να απαρτίζεται από εξαίρετου ήθους άνδρες (τους «θεματοφύλακες της κυριαρχίας», «magistrats du souverain») με σκοπό την προστασία της λαϊκής θέλησης μέσα από συνεχή επιτήρηση των εκλεγμένων εκπροσώπων του λαού.

Από τον Φεβρουάριο του 1793 σχετίστηκε με τον άθεο «κόκκινο παπά» («cure rouge») Ζακ Ρου (Jacques Roux, 1752 – 1794), επίσης μέλος των «Κορδελιέρων», και μαζί δημιούργησαν την πρώτη συσπείρωση επαναστατών, από τους οποίους γεννήθηκε μετά από 2 – 3 εβδομάδες η εξτρεμιστική παράταξη των «Λυσσασμένων» («Les Enragés»). Στις 10 Μαρτίου στην «Λέσχη των Κορδελιέρων», ως αντιπρόσωπος της «Αδελφικής Εταιρείας και των δύο Φύλων» («Société Fraternelle de l’ Un et l’ Autre Sexe», την οποία είχε ιδρύσει τον Φεβρουάριο του 1790 ο εκπαιδευτικός Claude Dansard), προσπάθησε μαζί με τον Φουρνιέ (Claude Fournier L’ Héritier, 1745 – 1825) να ξεκινήσουν εξέγερση κατά των κυβερνώντων «Γιρονδίνων», ζητώντας να διωχθούν με την κατηγορία της «προδοσίας» ο στρατηγός Ντυμουριέ (Charles - Francois du Périer Dumouriez, 1739 - 1823) και 6 ηγέτες των «Γιρονδίνων» (Roland, Brissot, Gensonne, Petion, Barbaroux και Louvet). Η προσπάθειά τους όμως απέτυχε, επειδή προσέκρουσε στην απροθυμία των επικεφαλής της «Κομμούνας» Σωμέτ (Pierre Gaspard Chaumette, 1763 - 1794) και Εμπέρ (Jacques - René Hébert, 1757 – 1794) να προσχωρήσουν στην σχεδιαζόμενη εξέγερση.

Απτόητος πάντως ο Βερλέ δήλωσε μετά από δύο εβδομάδες στην «Λέσχη των Ιακωβίνων» ότι η εξέγερση κατά των «Γιρονδίνων» έπρεπε να υλοποιηθεί («η μετριοπάθεια είναι στις ημέρες μας κάτι πέρα για πέρα απαράδεκτο… η εξέγερση αντίθετα είναι το πιο ιερό από όλα τα καθήκοντα του πολίτη») και στις 27 Μαρτίου κάλεσε σε σύσταση μιας 9μελούς «Κεντρικής Επαναστατικής Επιτροπής» («Comité Central Révolutionaire») με στόχο την σωτηρία της Δημοκρατίας. Έχοντας εκλεγεί επικεφαλής της συγκεκριμένης επιτροπής ο Βαρλέ, στις 13 Μαϊου επανέφερε από το βήμα της «Λέσχης των Ιακωβίνων» την πρότασή του για άμεση σύσταση ενός οργάνου αδιάφθορων πατριωτών με σκοπό να προστατεύει τον λαό από παρεκτροπές των εκλεγμένων αντιπροσώπων του και παράλληλα κατήγγειλε συλλήβδην την αντιπροσωπευτική δημοκρατία («ο λαός μπορεί να εκπροσωπείται αλλά ποτέ να αντιπροσωπεύεται»), όμως αντί να συζητηθούν οι απόψεις του κάποιοι συντηρητικοί μεθόδευσαν την μετά από 5 ημέρες (στις 18 Μαϊου) διαγραφή του από την «Λέσχη» με την αιτιολογία ότι επέδειξε «υπερβάλλοντα πολιτικό ζήλο».

Εξαιτίας των ανατρεπτικών δραστηριοτήτων του και όντας εύκολος στόχος μετά την αποπομπή του από τους «Ιακωβίνους», ο Βαρλέ συνελήφθη στις 24 Μαϊου 1793 μαζί με τον αξιωματούχο της «Κομμούνας» Εμπέρ και άλλους ακραίους «Αβράκωτους», αλλά, έπειτα από απαίτηση της «Κομμούνας» και των «Ιακωβίνων», απελευθερώθηκαν πανηγυρικά όλοι μετά από 3 ημέρες και στεφανώθηκαν από τους ομοϊδεάτες τους με στεφάνι βελανιδιάς. Όλοι τους συμμετείχαν ενεργά στην μετά από λίγες μόνον ημέρες μεγάλη εξέγερση (31 Μαϊου – 2 Ιουνίου 1793) που ανέτρεψε τους «Γιρονδίνους», και της οποίας το σύνθημα έναρξης έδωσε ο ίδιος ο Βαρλέ ως επικεφαλής της «Κεντρικής Επαναστατικής Επιτροπής».

ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ

Έναν μήνα αργότερα, προσυπέγραψε το περίφημο αντι-ιδιοκτησιακό «Μανιφέστο των Λυσσασμένων» του Ρου, μοιραζόμενος μαζί του εφεξής την οργή των πρώην ομοϊδεατών του «Ιακωβίνων»: «Η ελευθερία είναι ένα μάταιο και κούφιο φάντασμα, όταν ο πλούσιος μέσω των μονοπωλίων μπορεί να ασκεί ελεύθερα το δικαίωμα ζωής ή θανάτου επί των ομοίων του… Ελευθερία του εμπορίου είναι να κάνεις χρήση του εμπορίου και να επωφελείσαι απ’ αυτό. Και όχι το δικαίωμα να ασκείς τυραννία επί των πολιτών».

Στις 17 Σεπτεμβρίου έβγαλε στην «Συμβατική» έναν ακόμη λόγο που ενόχλησε τους «Ορεινούς» («Montagnards») και την επόμενη ημέρα συνελήφθη με την κατηγορία ότι ήταν συνεργός του ήδη φυλακισμένου (για «συνομωσία για ανατροπή της συνταγματικής τάξης») Ρου και κλείστηκε στην φυλακή «Madelonnettes». Μέσα όμως και από την φυλακή ο Βαρλέ, που ήδη χρησιμοποιούσε ως σύνθημά του το «ζήτω η δικτατορία των δικαιωμάτων του ανθρώπου», πέρασε στην αντεπίθεση με ένα άκρως συναισθηματικό κείμενο, που του εξασφάλισε πολλούς υποστηρικτές: «εκείνος που στις 21 Ιουνίου 1791 και στις 10 Αυγούστου και στις 31 Μαϊου συνωμότησε με τον λαό ενάντια στην βασιλική και νομοθετική τυραννία, είναι άραγε ένας πράκτορας των Άγγλων ή των αριστοκρατών, εξασκημένος να προκαλεί για λογαριασμό τους ανταρσίες;… Απαντήστε μου Κολλό ντ’ Ερμπουά, Ροβεσπιέρε… Ιακωβίνοι, Κορδελιέροι, Αβράκωτοι… Είμαι ένας πατριώτης και παρ’ όλα αυτά είμαι στα σίδερα… Ο Βαρλέ, που με έδιωξαν από τους Ιακωβίνους και από τους Κορδελιέρους. Ο Βαρλέ, ο υποτιθέμενος ραδιούργος, ο υποτιθέμενος εξαγορασμένος, ο Βαρλέ τούτο και κείνο. Ο πίδακας της συκοφαντίας ξεχύθηκε, τρέχει και δεν σταματά. Ω, αξιότιμοι διανεμητές του αναθέματος ή της δημόσιας εύνοιας, αχρείοι ηθοποιοί των σκοταδιών, ποια είναι τα ονόματά σας; Βγήτε μπροστά και αποκαλυφθείτε. Πείτε μας τι εσείς έχετε πράξει κατά την Επανάσταση, ποία είναι τα αγωνιστικά εύσημά σας;… Και ας μου πει κάποιος γιατί δεν μου απαγγέλλονται δημόσια οι κατηγορίες, μπροστά στο Επαναστατικό Δικαστήριο;».

Στις 5 Οκτωβρίου η γενική συνέλευση του Τμήματός του («Τμήμα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου») ψήφισε ότι οι εναντίον του κατηγορίες δεν ευσταθούσαν και προέτρεψε την «Επιτροπή Γενικής Ασφαλείας» να τον αποφυλακίσει, ενώ μέχρι το τέλος του μήνα το ίδιο είχαν ζητήσει και άλλα Τμήματα, καθώς και πολλοί μεμονωμένοι «Ιακωβίνοι», ακόμα και ο ίδιος ο Εμπέρ που μόλις προ ολίγων εβδομάδων είχε μεθοδεύσει την διαγραφή του και από τους «Κορδελιέρους». Τελικά ο Βαρλέ αφέθηκε ελεύθερος στις 14 Νοεμβρίου 1794 (24η Μπρυμαίρ του έτους 2).

Η περιπέτειά του αυτή τον σταμάτησε όμως από το να ασκεί έντονη κριτική προς την Επαναστατική Κυβέρνηση των «ροβεσπιεριστών» και την παντοδύναμη τότε «Επιτροπή Κοινώς Σωτηρίας» («Comite de Salut Public»), ιδίως κατά τις πολύ δύσκολες ημέρες περί τα τέλη του επόμενου χειμώνα, όταν κορυφωνόταν η εφαρμογή του λεγόμενου «Τρόμου». Ενώ ήδη από τον Νοέμβριο του 1793 είχαν διαλυθεί ο «Λυσσασμένοι», ο Ρου είχε αυτοκτονήσει μέσα στην φυλακή και η λαιμητόμος είχε κόψει την άνοιξη του 1794 τα κεφάλια εκείνων που απάρτιζαν τις φράξιες των «Εμπεριστών» και των «Νταντωνιστών», ο Βαρλέ παρέμενε ενεργός στα πολιτικά πράγματα, ως αντιγραμματέας του Τμήματός του: μετά από την απόπειρα κατά της ζωής του μέλους της «Επιτροπής Κοινώς Σωτηρίας» Κολλό ντ’ Ερμπουά (Jean - Marie Collot d’ Herbois, 1749 – 1796) στα τέλη του Μαϊου 1794, το ψήφισμα αλληλεγγύης προς την κυβέρνηση που εξέδωσε το «Τμήμα των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», συντάχθηκε από τον Βαρλέ και έφερε την υπογραφή του.

ΤΟ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ «Η ΕΚΡΗΞΗ»

Ο Βαρλέ συνελήφθη ξανά στις 5 Σεπτεμβρίου 1794, αυτή την φορά από τους πραξικοπηματίες «θερμιδοριανούς», πέντε περίπου εβδομάδες μετά την πτώση του Ροβεσπιέρου, κατηγορούμενος ως οπαδός του «Τρόμου» και έμεινε στην φυλακή «Pléssis» και εν συνεχεία στην «La Force» και την «Bicetre», για έναν σχεδόν χρόνο. Ήδη από τον Οκτώβριο του 1794 κυκλοφορούσε παράνομα από χέρι σε χέρι η μπροσούρα του «Έκρηξη» («Gare l’ explosion») με ημερομηνία 15 Βεντεμιαίρ του έτους 3 (6 Οκτωβρίου 1794), η οποία κατά τον Γούντκοκ (George Woodcock, 1912 - 1995) απετέλεσε «το πρώτο αναρχικό μανιφέστο της ηπειρωτικής Ευρώπης» (2004, σελ. 52). Στο εξώφυλλο της μπροσούρας υπήρχε ένα καιγόμενο κτίριο, πλαισιωμένο από το σύνθημα «Καλύτερα να καταστραφεί μια επαναστατική κυβέρνηση παρά ένα επαναστατικό ιδανικό» και στις σελίδες της ο Βαρλέ, που υπέγραφε ως «ελεύθερος» («Varlet, libre»), κατήγγειλε την τυραννία των «θερμιδοριανών» («η δεσποτεία έχει τώρα περάσει από τα παλάτια των βασιλιάδων στις αίθουσες των επιτροπών. Εκείνο που έκανε μισητούς τους μονάρχες δεν ήταν ούτε η πορφύρα τους, ούτε το σκήπτρο τους, ούτε το στέμμα τους, αλλά η αλαζονεία και η τυραννία τους. Στην χώρα μου έχει απλώς γίνει μία αλλαγή στα ενδύματα, τίποτε άλλο») και έκανε έκκληση στον λαό να ξεσηκωθεί και να καταστρέψει τους νέους δυνάστες του: «ξεσηκωθείτε! δείξτε ενέργεια, τολμήστε τα όλα, καταστρέψτε την τυραννία».

Παρά τις πολλές εκκλήσεις του ιδίου προς τους «θερμιδοριανούς» να τον παραπέμψουν σε δίκη (σε επιστολή του της 16ης Ιουλίου 1795 προς την «Επιτροπή Γενικής Ασφαλείας», περιέγραφε τον εαυτό του ως έναν άνθρωπο «με θερμό κεφάλι αλλά καλή καρδιά»), παρέμεινε στις φυλακές μέχρι τα τέλη του Οκτωβρίου 1795, οπότε, μετά την αποτυχημένη στάση των μοναρχικών στις 12 – 14 Βεντεμιαίρ του έτους 4 (4 – 6 Οκτωβρίου 1795), απολύθηκαν από τις φυλακές όλοι οι κρατούμενοι δημοκράτες επαναστάτες.

ΥΣΤΕΡΟΣ «ΙΑΚΩΒΙΝΟΣ»

Μετά την αποφυλάκισή του συμμετείχε αρχικά στην φιλο-ιακωβινική οργάνωση «Λέσχη του Πανθέου» («Societe du Pantheon») του Ιταλού επαναστάτη και «ροβεσπιεριστή» Φίλιππου Μπουοναρόττι (Filippo Giuseppe Maria Ludovico Buonarrotti ή Buonarroti, 1761 - 1837) και προσυπέγραψε μάλιστα την αίτησή της προς τις αρχές να ιδρύσει λατρεία του «Φυσικού Νόμου» ως «θρησκευτική» διάσταση του πολιτικού αιτήματος για Ισότητα. Η «Λέσχη» διαλύθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1796 από τον νεαρό τότε στρατηγό Ναπολέοντα Βοναπάρτη κατ’ εντολή του «Διευθυντηρίου», αλλά λίγο μετά ο Βαρλέ προσχώρησε στην νεοϊδρυθείσα από αδιάλλακτους αριστερούς «Ιακωβίνους» «Ένωση των Δικαίων» ή «Εταιρεία των Ίσων» («Societe des Egaux»), η οποία απετέλεσε ιστορικά την πρώτη μεγάλη σοσιαλιστική επαναστατική οργάνωση της Γαλλίας.

Όταν μετά από λίγο οι ηγέτες της οργάνωσης προσπάθησαν να οργανώσουν ένοπλη εξέγερση, αλλά τελικά συνελήφθησαν μετά από κατάδοση στις 10 Μαϊου 1796 (21 Φλορεάλ του έτους 4, παραμονή της προγραμματισμένης εξέγερσης), ο Βαρλέ είχε την τύχη να μην περιλαμβάνεται το όνομά του στα κατασχεθέντα από την αστυνομία χαρτιά και έτσι γλίτωσε την σύλληψη – οι σύντροφοί του καταδικάστηκαν είτε σε θάνατο, είτε σε πολυετείς εξορίες.

Το 1798 νυμφεύθηκε την Marie Mabire, θυγατέρα ενός εισοδηματία από το Bray-sur-Seine με την οποία απέκτησε τρία τέκνα, καθώς επίσης και, ως προίκα, μια αξιόλογη βιβλιοθήκη. Όταν την επόμενη χρονιά, τον Ιούλιο του 1799, έγινε προσπάθεια ανασύστασης της «Λέσχης των Ιακωβίνων» με την ίδρυση της βραχύβιας «Επανένωσης των φίλων της ισότητας και της ελευθερίας» («Reunion d'amis de l'egalite et de la liberte») ή «Λέσχης της Manege» («Club du Manege»), ο Βαρλέ συμμετείχε στην προσπάθεια και έχει μάλιστα διασωθεί στο «Moniteur» της 5ης Αυγούστου 1799 (18η Θερμιδόρ του έτους 7) μία ομιλία του ενάντια στα τυχερά παιχνίδια που διέφθειραν τον λαό.

ΒΟΝΑΠΑΡΤΙΣΤΗΣ

Μετά το 1800 πάντως εγκατέλειψε σιγά - σιγά την πολιτική δράση, αλλά και μεταστράφηκε στην συνέχεια (γύρω στο 1814) σε ένθερμος οπαδός του Βοναπάρτη. Όταν μάλιστα ο Ναπολέων επέστρεψε στα τέλη του Φεβρουαρίου του 1815 από την Έλβα (Elba) και προχώρησε επικεφαλής των οπαδών του για να καταλάβει το Παρίσι, έγραψε γι’ αυτόν από την Νάντη την αλληγορία «Le Phénix, le hibou et les oiseaux de proie», που όμως δεν είδε το φως της δημοσιότητας μέχρι το 1831.

Λόγω φτώχειας (όπως γνωρίζουμε από μία αναφορά της αστυνομίας το 1813) είχε φύγει από το Παρίσι και ζούσε αρκετά χρόνια στην πόλη Μω (Meaux) και μετά στην Νάντη, όπου και έζησε την «Ιουλιανή Επανάσταση» του 1830, η οποία ανέτρεψε τον τελευταίο Βουρβώνο μονάρχη Κάρολο τον 10ο (1757 - 1837) και παρακίνησε επίσης τον Βαρλέ να ασχοληθεί ξανά με την πολιτική, θέτοντας υποψηφιότητα στο τοπικό «College Electoral de Nantes» και συγγράφοντας μερικές ακόμη μπροσούρες. Μία από αυτές («Le Pater Noster d’ un libre penseur dédié aux Manes de Voltaire»), που μάλιστα εκδόθηκε στο Παρίσι και ήταν αφιερωμένη στην μνήμη του Βολταίρου, αποτελούσε ντεϊστική προσευχή προς τον «Θεό της Φύσης», τον οποίο ο Βαρλέ καλούσε να απελευθερώσει την ανθρωπότητα.

Το 1834 τον βρίσκουμε επικεφαλής του παραρτήματος Νάντης της ιακωβινικής «Εταιρείας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη» («Société des Droits de l’ Homme et du Citoyen»), την οποία είχαν ιδρύσει οι Αλμπέρ Λαπονεραί (Albert Laponneraye ή Lapponneraye, Albert Dulin de Laponneraye, 1808 – 1849) και Ναπολέων Λεμπόν (Napoléon Lebon) και τελικά την διέλυσε την άνοιξη της ίδιας χρονιάς η αστυνομία του «βασιλιά - πολίτη» Λουδοβίκου Φιλίππου (1830 - 1848) μετά από διαδηλώσεις της στο Παρίσι και την Λυών που κτυπήθηκαν με τρομερή βία και άφησαν εκατοντάδες νεκρούς, ιδίως στις παρισινές οδούς Beaubourg και Transnonain.

Ζώντας υπό στενή αστυνομική παρακολούθηση, μετακόμισε δύο χρόνια μετά (τον Ιούνιο του 1836) στο Κορμπέϊγ (Corbeil, σημερινό Corbeil – Essonnes), 30 χιλιόμετρα από το Παρίσι, όπου τελικά πέθανε σε ηλικία 73 ετών από πνιγμό στα νερά του Σηκουάνα στις 4 Οκτωβρίου 1837 μετά από ατύχημα κατά τους πανηγυρισμούς των δημοκρατών της περιοχής για τον θάνατο στην Τσεχία του έκπτωτου μονάρχη Καρόλου από χολέρα.


Bλάσης Ρασσιάς, 2010


ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

«Projet d’ une caisse patriotique et parisienne», 1789 «Voeux formés par des Français libres», 1791 «Projet d’ un mandat special et impérat, aux mandataires du peuple à la Convention nationale», 1792 «Déclaration solennelle des droits de l’ homme dans l’ état social», 1793 «Plan d’ une nouvelle organization de la société mère des amis de la constitution suivi de la religion du philosophe dédie aux indigens», 1793 «L’ Apοtre de la liberté prisonnier, à ses concitoyens libres», 1793 «Gare l’ explosion», 1794 «Le panthéon francais», 1795 «Magnanimité de l’ Empereur des Francais envers ses ennemis, à l’ occasion de la nouvelle déclaration des Puissances», 1814 «Le Phénix, le hibou et les oiseaux de proie», 1815, πρώτη έκδοση το 1831 «L’ Etoile polaire de la marine Francaise», 1830 «Le Pater Noster d’ un libre penseur dédié aux Manes de Voltaire», 1830 «Déclaration des Droits de l’ homme maritime», 1831 «Circulaire adressée aux habitants de Nantes», 1831


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Albert Mathiez, «La Vie chère et le mouvement sodal sous la Tèrreur», Paris, 1927 R. B. Rose, «The Enragés: Socialists of the French Revolution ?», London, 1965 Morris Slavin, «Jean Varlet as defender of Direct Democracy» στο «Athene. Webtijdschrift voor directe democratie» ( http://www.athene.antenna.nl ) Albert Soboul, «Dictionnaire de la Révolution Francaise», Paris, 1989 George Woodcock, «Anarchism: a history of libertarian ideas and movements», New York, 1962 και 2004 «Annales Historiques de la Revolution Francaise» (τ. 284, 1991) και διάφορα περιοδικά από το «Aρχείο Κοινωνικής Ιστορίας»

Πηγή: http://knol.google.com

Δευτέρα, 8 Μαρτίου 2010

Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΤΖΟΥΖΕΠΕ ΠΙΝΕΛΛΙ



Η μπαλάντα για τον αναρχικό εργάτη Τζουζέπε Πινέλλι (Giuseppe "Pino" Pinelli, 1928 – 1969) που δολοφονήθηκε με εκπαραθύρωση από την αστυνομία του Μιλάνου, αποτελώντας στην ουσία το δέκατο έβδομο θύμα της φασιστικής βόμβας στην πλατεία Φοντάνα στις 12 Δεκεμβρίου 1969.

Τρίτη, 2 Μαρτίου 2010

ΜΕΣΟΝ ΜΑΣ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΜΙΣ!


«Επειδή αισθανόμεθα τον προορισμόν της ανθρωπότητος, επειδή θέλομεν μίαν ανθρωπότητα μεγάλην, αναπνέουσαν ελευθέρως, απηλλαγμένην θρησκευτικών και κοινωνικών προλήψεων, ζώσαν εν ομονοία, εν αγάπη, εργαζομένην, προοδεύουσαν, ευτυχή, ανεξάρτητον.

Είμεθα η στρατιά της αναρχίας εναντίον της στρατιάς της τυραννίας, της εργασίας εναντίον του χρήματος, της αληθείας εναντίον του ψεύδους.

Αρεταί μας είναι: η αγάπη και η δικαιοσύνη, σκοπός μας η ευτυχία, μέσον μας η αλήθεια και η δύναμις!

Πρωταγωνισταί μας: υπήρξαν και είναι τα μεγαλύτερα πνεύματα των αιώνων: ο Δημόκριτος, ο Επίκουρος, ο Πρωταγόρας, ο Επίχαρμος, ο Διογένης, ο Λουκρήτιος, ο Αβερόης, ο Ραμπελαί, ο Μονταίην, ο Μποετί, ο Διδερό, ο Βολταίρος, ο Ελβέτιος, ο βαρώνος Χόλμπαχ, ο Σενιέ, ο Δαντόν, ο Ανάχαρσις Κλόοτζ, ο Εμπέρ, ο Σωμέτ, ο Μαρά, ο Βύρων, ο Σίλλερ, ο Γκαίτε, ο Χάϊνε, ο Προυντών, ο Μπακούνιν, ο Κροπότκιν, ο Χέκελ, ο Μαξ Νορντάου, ο Ρεκλύ, ο Γκραβ, ο Τολστόϊ, ο Ίψεν.

Μάρτυρές μας είναι ουχί οι μυθικοί άγιοι, φυγάδες της εργασίας, ερημίται μισάνθρωποι, μισογύναι, εχθροί και αυτής έτι της καθαριότητος, αλλά οι μάρτυρες της Ελευθερίας και την Αληθείας: η Υπατία, ο Τζιορντάνο Μπρούνο, ο Βανίνι, ο Ντολέ, ο Λα Μπαρ, ο Φερρέρ.

Ήρωές μας, είναι όλοι οι τυραννοκτόνοι και οι ελευθερομανείς: ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, ο Βρούτος και η Επίχαρις, η Σοφία Περόφσκα και ο Ανιολίλο».

Πηγή: Γιώργος Τελεμίτης, μπροσούρα «Κάτω τα είδωλα», Αλεξάνδρεια, 1909

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Οκτάβιο Πάζ: «ΗΛΙΟΠΕΤΡΑ» (απόσπασμα)

«...άπλωσε το χέρι / κυρά εσύ των σπόρων που είναι μέρες / η μέρα υψούται στ’ άπειρο, βλασταίνει / θνητή γεννιέται κι όμως δεν πεθαίνει / κάθε μια μέρα είναι και γέννα / κάθε ανατολή, σαν ανατέλλουμε όλοι / και ο ήλιος ανατέλλει με ήλιου πρόσωπο / κι ο γείτονας κι αυτός με το δικό του / το πρόσωπο, που είναι το πρόσωπο όλων, / πύλη του είναι, ανάτειλε, έλα, / κάνε να δώ την όψη αυτής της μέρας, / κάνε να δώ την όψη αυτής της νύχτας, / όλα συνέχονται, τα πάντα αλλάζουν, / αψίδα του αίματος, σφυγμών γεφύρι, / στην άλλη όχθη πάρε με της νύχτας, / όπου εγώ είμ’ εσύ και όλοι, ενωμένοι / στων αντωνυμιών μέσα το κράτος, / πύλη του είναι: εγέρσου, το είναι σου άνοιξε, / διδάξου τώρα και το εσύ, σκάψε / στην όψη σου μορφή, πρόσωπο πάρε, / το πρόσωπό μου για να δείς που εσένα / βλέπει, και τη ζωή ως τον θάνατο όλη, / πρόσωπο πέλαγου, ψωμιού και βράχου, / πηγή που μας διαβρώνει και μας κάνει / πρόσωπο ανώνυμο, απρόσωπο είναι, / παρουσιών άφατη παρουσία…»

(μετάφραση Κώστα Κουτσουρέλη, 2007)

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ ΠΙΕΤΡΟ ΓΚΟΡΙ


Πιέτρο Γκόρι (Pietro Gori, Messina, 1 Αυγούστου 1865 – Portoferraio , 8 Ιανουαρίου 1911). Ιταλός δικηγόρος και χαρισματικός ρήτορας, αναρχικός προπαγανδιστής, οργανωτής, εκδότης, δημοσιογράφος, συγγραφέας, ποιητής και στιχουργός του 19ου αιώνα.

Γεννήθηκε στην Μεσσήνη (Messina) της Σικελίας από την αστική οικογένεια των τοσκανών Φραντσέσκο Γκόρι (Francesco Gori, ενός παλαιού αγωνιστή του «Risorgimento») και Τζούλια Λουσκόνι (Giulia Lusoni), που μετά από μερικά χρόνια, το 1878, εγκαταστάθηκαν στο Λιβόρνο (Livorno). Όντας ιδιαίτερα ανήσυχο πνεύμα και χαρακτηριζόμενος από υψηλή ευφυϊα και ευφράδεια λόγου, έλαβε κλασική παιδεία, συμμετείχε στην εφηβική του ηλικία σε μία οργάνωση μοναρχικών, από την οποία όμως τον απέβαλαν λόγω «απρεπούς συμπεριφοράς» και εν συνεχεία άρχισε να αρθρογραφεί στην κεντρώα εφημερίδα του Λιβόρνο «Μεταρρύθμιση» («La Riforma»). Το 1886, σε ηλικία 20 ετών, έκανε εγγραφή στο «Πανεπιστήμιο της Πίζας» («L’ Università di Pisa»).

Στην νομική σχολή του πανεπιστημίου της Πίζας ήλθε σε επαφή με αναρχικούς συμφοιτητές του, προσχώρησε στον Αναρχισμό και την επόμενη χρονιά (1887) συνελήφθη για πρώτη φορά για ένα δημοσίευμά του υπέρ των αναρχικών μαρτύρων της Πρωτομαγιάς του Σικάγου και ενάντια στην παρουσία αμερικανικών πλοίων στο λιμάνι του Λιβόρνο. Χωρίς να πτοηθεί, ο Γκόρι συνέχισε τις ελευθεριακές δημοσιεύσεις και δράσεις του και την επόμενη χρονιά (1888), ως γραμματέας της «Φοιτητικής Ένωσης» («Associazione Studentesca»), διοργάνωσε με συμφοιτητές του ένα φιλοσοφικό μνημόσυνο για τον πανθεϊστή μάρτυρα του ελευθέρου πνεύματος Τζιορντάνο Μπρούνο (Giordano Bruno).

Το 1889 πήρε πτυχίο νομικού με την πτυχιακή του εργασία «Φτώχεια και Εγκληματικότητα» («La miseria e il delitto») και προχώρησε για επάρκεια στην δικηγορία, ενώ τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς δημοσίευσε με το ψευδώνυμο «Ρίγκο» («Rigo», αναγραμματισμός του επωνύμου του) το πρώτο του δοκίμιο με τίτλο «Επαναστατικές Σκέψεις» («Pensieri ribelli»). Για το τελευταίο συνελήφθη για μία ακόμη φορά με την κατηγορία της διέγερσης πολιτικών παθών, ωστόσο αθωώθηκε στην δίκη που ακολούθησε, έπειτα από την άριστη υπεράσπιση που του παρείχαν αφιλοκερδώς οι καλύτεροι καθηγητές του.

Η τρίτη του σύλληψη έγινε στις 13 Μαϊου 1890 μαζί με 27 ακόμη φοιτητές, με την κατηγορία ότι είχαν οργανώσει τις πρωτομαγιάτικες διαδηλώσεις στο Λιβόρνο με σκοπό την πρόκληση εξέγερσης και στην δίκη που ακολούθησε καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους. Έμεινε 6 μήνες στις φυλακές του Λιβόρνο και της Λούκα (Lucca) μέχρι τις 10 Νοεμβρίου, οπότε και αθωώθηκε από το εφετείο και αποφυλακίστηκε.

Αμέσως μετά την αποφυλάκισή του ο Γκόρι έφυγε για το Μιλάνο, όπου βρήκε δουλειά ως δικηγόρος στο γραφείο του σοσιαλιστή Φίλιππου Τουράτι (Filippo Turati, 1857 – 1932), ενώ στις 4 - 6 Ιανουαρίου 1891 συμμετείχε στο συνέδριο της ελβετικής πόλης Καπολάγκο (Capolago), στο οποίο ιδρύθηκε από 80 περίπου εκπροσώπους ιταλικών ομάδων το βραχύβιο «Σοσιαλιστικό Αναρχικό Επαναστατικό Κόμμα» («Partito Socialista Anarchico Rivoluzionario», PSAR) υπό την επιρροή των ιδεών του Ερρίκο Μαλατέστα (Errico Malatesta). Σε όλη την διάρκεια του έτους συμμετείχε μαζί με τον Τουράτι στην νομική υπεράσπιση πολιτικών κρατουμένων, ενώ είχε ήδη εκδώσει τις αγωνιστικές ποιητικές του συλλογές «Κατάκτηση του μέλλοντος» («La conquista dell' avvenire», 1890) και «Φυλακές και μάχες» («Prigioni e battaglie: versi», 1891), που είχαν γίνει ανάρπαστες, πουλώντας 9.000 αντίτυπα η κάθε μία.

Το 1891 επίσης, συμμετείχε μαζί με τον Τουράτι στο συνέδριο του «Εργατικού Ιταλικού Κόμματος» («Partito Operaio Italiano», POI, 1882 - 1892) στο Μιλάνο, μετέφρασε το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» των Μαρξ και Ένγκελς και άρχισε να εκδίδει το σοσιαλιστικό – αναρχικό περιοδικό «Ο Φίλος του Λαού» («L’ Amico del Popolo», 1891 - 1892), του οποίου όλα σχεδόν τα 27 τεύχη κατάσχονταν λίγο μετά την κυκλοφορία τους από την αστυνομία και κόστιζαν στον εκδότη τους καινούργιες συλλήψεις, δίκες και μικροκαταδίκες, ενώ ήδη από τις 22 Νοεμβρίου 1891 μία μυστική οδηγία του υπουργού Εσωτερικών Luigi Pelloux ζητούσε από τις ανά τόπους αρχές την στενότατη παρακολούθησή του. Ως αποτέλεσμα αυτής της οδηγίας, ο Γκόρι συνελήφθη αρκετές φορές «για προληπτικούς λόγους», κυρίως τις παραμονές διαδηλώσεων και εργατικών συγκεντρώσεων, ωστόσο εκείνος χρησιμοποίησε δημιουργικά τον χρόνο των «προληπτικών» κρατήσεών του για συγγραφή ποίησης: λίγο πριν την πρωτομαγιά του 1892, στην φυλακή Σαν Βιτόρε (San Vittore), έγραψε τον «Ύμνο στην 1η Μαϊου» («Inno del primo Μaggio»)

Στις 4 Απριλίου 1892 συμμετείχε στο Μιλάνο στο συνέδριο με τίτλο «Socialismo legalitario e socialismo anarchico» για έναν μεταρρυθμιστικό ή αναρχικό Σοσιαλισμό, όπου τάχθηκε υπέρ της δεύτερης τάσης, την οποία υπερασπίστηκε και στο επακολουθήσαν στις 14 Αυγούστου στην Γένοβα «Εθνικό Συνέδριο Εργατικών και Σοσιαλιστικών Οργανώσεων», αντιστεκόμενος στην πρόταση για ίδρυση του ρεφορμιστικού «Σοσιαλιστικού Κόμματος των Ιταλών Εργατών» («Partito Socialista dei Lavoratori Italiani», PSLI, 1893 - 1895), πρόδρομο του «Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος» («Partito Socialista Italiano», PSI). Γνωστός πια για τις αντι-ρεφορμιστικές θέσεις του, έγινε ανεπιθύμητος στους χώρους των κοινοβουλευτικών σοσιαλιστών, με αποτέλεσμα, όπως και ο ομοϊδεάτης του Αμιλκάρε Τσιπριάνι (Amilcare Cipriani, 1844 – 1918), να αποβληθεί τον Αύγουστο του 1893 από το σοσιαλιστικό συνέδριο της Ζυρίχης (Zürich). Σε απάντηση, εξέδωσε το επίσης βραχύβιο περιοδικό «Κοινωνική Πάλη» («Lotta Sociale»), το οποίο γνώρισε μοίρα ανάλογη του «Φίλου του Λαού», με αλλεπάλληλες κατασχέσεις των τευχών του.

Νωρίτερα την ίδια χρονιά, τον Μάϊο του 1893, είχε υπερασπιστεί ως δικηγόρος, παρά τις ιδεολογικές διαφορές μαζί του, τον ιντιβιντουαλιστή αναρχικό Paolo Schicchi (1865 – 1950, αντίπαλο των απόψεων του Μαλατέστα για ένα οργανωμένο και σοσιαλιστικό αναρχικό κίνημα). Ο τελευταίος είχε ρίξει μία μικρής ισχύος βόμβα (δίχως δυναμίτη) στο ισπανικό προξενείο της Γένοβας, ως εκδίκηση για τα βασανιστήρια στα οποία τον είχε υποβάλει η αστυνομία της Βαρκελώνης και, παρά τις προσπάθειες του Γκόρι, καταδικάστηκε τελικά σε 11 χρόνια καταναγκαστικά έργα.

Τους πρώτους μήνες του 1894 ο Γκόρι υπερασπίστηκε νομικά μερικούς ακόμη συντρόφους του, όπως λ.χ. από τις 22 Μαρτίου έως τις 8 Ιουνίου την ομάδα του Γκαλεάνι (Luigi Galleani, 1861 - 1931) στην Γένοβα και στις 6 Απριλίου τον τυπογράφο του Chieti και εκδότη της εφημερίδας «Il Pensiero» Ντι Σιούλο (Camillo Di Sciullo, 1853 - 1935), ο οποίος και αθωώθηκε. Τον Ιούλιο του 1894 όμως, η ιταλική κυβέρνηση ψήφισε τρεις αντι-αναρχικούς νόμους, με τους οποίους περιορίζονταν πολύ τα πολιτικά δικαιώματα και η ελευθερία της έκφρασης και πολύ σύντομα, στα πλαίσια της εφαρμογής τους, οι συντηρητικές εφημερίδες άρχισαν να στοχοποιούν τον ενοχλητικό δικηγόρο – ποιητή και τελικά κατέληξαν να τον κατηγορούν ανοικτά ως ηθικό αυτουργό της δολοφονίας στην Λυών στις 24 Ιουνίου 1894 του γάλλου προέδρου Καρνό (Marie Francois Sadi Carnot, 1837 – 1894) από τον 21χρονο ιταλό αναρχικό Σάντε Καζέριο (Sante Geronimo Caserio, 1873 – 1894). Κυνηγημένος από την ιταλική αστυνομία ως «συνεργάτης» του Καζέριο, με μόνο «ενοχοποιητικό» στοιχείο το γεγονός ότι είχε συνθέσει ένα τραγούδι για τον τελευταίο, την δίκη και την εκτέλεσή του (το «Ballata per Sante Caserio», «Μπαλάντα για τον Σάντε Καζέριο»), ο Γκόρι υποχρεώθηκε να διαφύγει στο Λουγκάνο της Ελβετίας, ενώ πολλοί ομοϊδεάτες του είχαν ήδη συλληφθεί στο Μιλάνο.

Η καταδίωξή του από τις ιταλικές αρχές δεν έπαψε ωστόσο ούτε στο ιταλόφωνο Λουγκάνο, όπου σε κάποια στιγμή επιχειρήθηκε ακόμα και η δολοφονία του από δύο άγνωστους που τον πυροβόλησαν ανεπιτυχώς με περίστροφα. Τελικά, πιεζόμενη έντονα από τις ιταλικές αρχές, η αστυνομία του Λουγκάνο τον συνέλαβε τον Ιανουάριο του 1895 μαζί με 17 ακόμη πολιτικούς εξόριστους ομοϊδεάτες του και τους απέλασε μετά από δύο εβδομάδες στην Γερμανία. Την περιπέτειά του αυτή ο Γκόρι την έκανε τραγούδι, ένα από τα πιο γνωστά αναρχικά τραγούδια, το περίφημο «Addio a Lugano» («Αντίο στο Λουγκάνο») που συνέθεσε μέσα στην φυλακή: «Έχε γειά όμορφο Λουγκάνο / ώ γη αγαπημένη / διωγμένοι δίχως τύψεις / οι αναρχικοί αναχωρούνε / και το τραγούδι αρχίζουν / με ελπίδα στην καρδιά» («Addio Lugano bella / o dolce terra mia / scacciati senza colpa / gli anarchici van via / e partono cantando / con la speranza in cuor»).

Από την Γερμανία ο Γκόρι πέρασε στο Βέλγιο και κατέληξε στο Λονδίνο, όπου γνωρίστηκε με πολλές εξόριστες προσωπικότητες του διεθνούς αναρχικού κινήματος, όπως η Μισέλ (Louise Michel, 1830 - 1905), ο Κροπότκιν (Pyotr Alexeyevich Kropotkin, 1842 – 1921), ο Φωρ (Sebastien Faure, 1858 - 1942), κ.ά. και εν συνεχεία, μπαρκάροντας από το λιμάνι του Χαλ (Hull) ως ναύτης στο εμπορικό πλοίο «Neuland», πέρασε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, στην Νέα Υόρκη, από όπου ξεκίνησε
μία μακρά περιοδεία ανά τις Η.Π.Α. και τον Καναδά, δίνοντας περισσότερες από 400 διαλέξεις μέσα σε μία μόνον χρονιά, ενώ παράλληλα έκανε δημοσιεύσεις στο περιοδικό του Πάτερσον (Patterson) της Νέας Ιερσέης (New Jersey) «Το Κοινωνικό Ζήτημα» («La Questione Sociale»).

Στο Λονδίνο επέστρεψε στις 18 Ιουλίου 1896, για να συμμετάσχει στο 4ο Συνέδριο της «Δεύτερης Διεθνούς» με θέμα τα εργατικά συνδικάτα («International Socialist Workers and Trade Union Congress», 27 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 1896) ως ένας από τους 7 εκπροσώπους των αμερικανικών εργατικών ενώσεων, αλλά μετά από αλλεπάλληλες αντεγκλήσεις αποβλήθηκε από τις εργασίες, όπως και όλοι οι υπόλοιποι αναρχικοί σύνεδροι, καθώς κρίθηκαν «ενοχλητικοί» από τους κυρίαρχους μαρξιστές. Ακολούθησε μακρά νοσηλεία του στο εκεί «Εθνικό Νοσοκομείο» έπειτα από πλήρη σωματική κατάρρευσή του, λόγω υπερεξάντλησης, αν και ακόμα και νοσηλευόμενος δεν παρέλειπε να στέλνει κείμενά του στο αναρχικό περιοδικό «The Torch» («Η Δάδα»), που εξέδιδαν στο Λονδίνο οι νεαρές ιταλίδες αδελφές Ροσέτι (Olivia και Helen Rossetti).

Μετά από πιέσεις μερικών σοσιαλιστών βουλευτών, η ιταλική κυβέρνηση έπαψε τελικά κάθε διωξή του και του επέτρεψε έτσι να επιστρέψει το φθινόπωρο του 1896 στην Ιταλία, αν και αρχικά έμεινε περιορισμένος στην νήσο Έλβα (Isola d’ Elba). Όταν σε λίγο, τον Δεκέμβριο του 1896, βρέθηκε τελικά με ελευθερία κινήσεων στην κυρίως Ιταλία, επέστρεψε στην παλαιά πολιτική του δράση με κέντρο το Μιλάνο, οργανώνοντας νέες ομάδες στην θέση εκείνων που είχαν διαλύσει οι νόμοι του 1894 και δημοσιεύοντας κείμενά του σε ακμάζουσες αναρχικές εφημερίδες της εποχής, όπως λ.χ. η «L’ Agitazione» της Ανκόνας (Ancona) που εξέδιδε η ομάδα γύρω από τους Ερρίκο Μαλατέστα (Errico Malatesta, 1853 – 1932), Ρεκτσιόνι (Emidio «Nemo» Recchioni, 1864 - 1934)και Αγκοστινέλλι (Cesare Agostinelli, 1854 - 1932). Μέχρι τα μέσα του 1898 ο Γκόρι έκανε μεγάλον αγώνα για να επανασυνδέσει τους αναρχικούς με τους εργάτες και επίσης υπερασπίστηκε σε μια σειρά από πολιτικές δίκες αρκετούς απεργούς εργάτες και αγρότες, καθώς και διάφορους ομοϊδεάτες του, όπως λ.χ. τους εκδότες της «L’ Agitazione» ή τους αναρχικούς λατόμους που κατηγορούντο για την εξέγερση του 1894 στην πόλη της Καράρα (Carrara).

Η ξαφνική αύξηση των τιμών των δημητριακών και του ψωμιού την άνοιξη του 1898 έγινε αφορμή για μια σειρά από ταραχώδεις διαδηλώσεις που οργάνωσε η Αριστερά, με αποκορύφωση την διαδήλωση της 7ης Μαϊου 1898 στο Μιλάνο, όπου με διαταγή του στρατηγού Μπάβα Μπεκάρις (Fiorenzo Bava Beccaris), ο στρατός άνοιξε πυρ ενάντια στο πλήθος, σκοτώνοντας 300 περίπου διαδηλωτές. Ακολούθησε άγρια αστυνομική καταστολή των επαναστατικών οργανώσεων και εφημερίδων και τελικά ο Γκόρι έφυγε από την Ιταλία, όταν προέβλεψε έγκαιρα ότι θα φυλακιζόταν (λόγω των πύρινων άρθρων του στην εφημερίδα «Agitazione» και, όντως, καταδικάστηκε ερήμην σε 12 χρόνια στα κάτεργα).

Μέσω Μασσαλίας κατέληξε για μερικά χρόνια στην Αργεντινή, όπου ίδρυσε στο Μπουένος Άϋρες (Buenos Aires) το επιστημονικό νομικό περιοδικό «Σύγχρονη Εγκληματολογία» («Criminalogia Moderna»), στο οποίο συνεργάζονταν δεκάδες νομικοί από όλον τον κόσμο, ενώ φυσικά συνέχισε τους πολιτικούς και συνδικαλιστικούς αγώνες του (οργάνωσε συνδικαλιστικά τους μεταλλωρύχους του Ροζάριο), συνέγραψε και εξέδωσε αρκετό ανώνυμο και επώνυμο προπαγανδιστικό υλικό (με κορυφαίο το «Η Ουτοπία μας», «La nostra Utopia», που εξέδωσε σε μορφή μπροσούρας) και πρωτοστάτησε στην ίδρυση της αναρχοσυνδικαλιστικής «Αργεντινής Περιφερειακής Εργατικής Ομοσπονδίας» («Federación Obrera Regional Argentina», FORA) στις 25 Μαϊου 1901.

Εκμεταλλευόμενος μία πολιτική αμνηστία, επέστρεψε στην Ιταλία το έτος 1902 και μετά από μερικούς μήνες ίδρυσε στην Ρώμη μαζί με τον 25χρονο τότε Λουϊτζι Φάμπρι (Luigi Fabbri, 1877 - 1935) το θεωρητικό αναρχικό περιοδικό «Η Σκέψη» («Il Ρensiero»), που κυκλοφόρησε από το 1903 έως και το 1911. Το 1905 συμμετείχε στο Συνδικαλιστικό Συνέδριο της Μπολώνιας (Bologna) που εξέτασε την σχέση των συνδικάτων με τις πολιτικές οργανώσεις, εξέδωσε το 1906 το «Socialismo legalitario e socialismo anarchicο» και το 1907 πρωτοστάτησε στις διαδηλώσεις στην νήσο Έλβα (όπου βρισκόταν από το 1906 για λόγους υγείας) με αφορμή τα εργατικά δυστυχήματα.

Μέχρι τον θάνατό του παρέμεινε πολιτικά ενεργός, δρώντας οργανωτικά, συγγράφοντας (άφησε πίσω του ένα τεράστιο έργο με θεατρικά έργα - πολιτικά μονόπρακτα, θεωρητικά δοκίμια και ποίηση), αλλά και υπερασπιζόμενος νομικά τους διάφορους διωκόμενους ομοϊδεάτες του. Τμήμα του στιχουργικού του έργου είναι μερικά διάσημα αναρχικά τραγούδια, όπως τα «Stornelli d’ esilio» («Τραγούδια της εξορίας»), «Ballata per Sante Caserio» («Μπαλάντα για τον Σάντε Καζέριο») και «Addio a Lugano» («Αντίο στο Λουγκάνο»).

Ο ονομαζόμενος και «ποιητής της Αναρχίας» πέθανε νωρίς από οργανική κατάρρευση λόγω της χρόνιας υπερεξάντλησής του, σε ηλικία μόλις 45 ετών, στο Πορτοφεράϊο (Portoferraio) λίγο πριν το ξημέρωμα της 8ης Ιανουαρίου 1911, στα χέρια της αδελφής του Μπισέ (Bice) και του ομοϊδεάτη του Καστιλιόλι (Pietro Castiglioli). Η σορός του μεταφέρθηκε σιδηροδρομικώς για ταφή στην ιδιαίτερη πατρίδα της μητέρας του, το Ροζινιάμο Μαρίτιμο (Rosignano Marittimο), ενώ σε κάθε στάση τον περίμεναν μεγάλα πλήθη ομοϊδεατών του, που ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν συγκεντρωθεί για ανάλογες περιπτώσεις, για να του πουν το ύστατο «χαίρε».

Για μία ολόκληρη δεκαετία μετά τον θάνατό του, η μνήμη του εορταζόταν με πολυπληθείς συγκεντρώσεις σε όλη σχεδόν την Τοσκάνη, σε πολλές πόλεις και χωριά της οποίας είχαν αφιερωθεί σε αυτόν μνημεία, προτομές και αναμνηστικές πλάκες, ενώ το όνομά του είχε δοθεί σε αρκετές πλατείες και οδούς τους. Τα σύμβολα αυτά της λαϊκής λατρείας για τον «ιδεαλιστή ιππότη» (όπως τον αποκαλούσε ο λαός) έγιναν αργότερα στόχος των ανερχόμενων φασιστών του Μπενίτο Μουσολίνι, αν και αργότερα το φασιστικό καθεστώς επιχείρησε ακόμα και να τον ιδιοποιηθεί, παρουσιάζοντάς τον ως ιδεολογικό του «πρόδρομο».

Σήμερα, στο Ροζινιάμο Μαρίτιμο υπάρχει επώνυμό του δημοτικό μουσείο («Museo Pietro Gori»), όπου εκτίθενται τα προσωπικά του αντικείμενα, οι φωτογραφίες του, οι επιστολές του και η βιβλιοθήκη του.

Πηγή: ένα KNOL του Βλάση Ρασσιά

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2010

Ωγκύστ Μπλανκί: ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ

Η άποψη του Γάλλου επαναστάτη του 19ου αιώνα Ωγκύστ Μπλανκί για τον Χριστιανισμό.

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

Γκυ Ντεμπόρ: ΟΙ ΘΕΩΡΙΕΣ ΦΤΙΑΧΝΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΣΟΥΝ ΣΤΗΝ ΜΑΧΗ


«Πρώτα απ' όλα, οφείλω να αποκρούσω τον πιο ψευδή απ' όλους τους μύθους, σύμφωνα με τον οποίο είμαι ένα είδος θεωρητικού των επαναστάσεων. Δείχνουν να πιστεύουν, εδώ που τα λέμε, τα ανθρωπάκια, ότι παίρνω τα πράγματα από την θεωρητική τους πλευρά, ότι είμαι ένας κατασκευαστής θεωρίας, ενός σοφού οικοδομήματος στο οποίο μπορεί κάποιος να πάει να κατοικήσει από την στιγμή που ξέρει την διεύθυνσή του και του οποίου θα μπορούσε μάλιστα, ίσως δέκα χρόνια αργότερα, να τροποποιήσει λιγάκι έναν - δυο ορόφους, μετατοπίζοντας τρεις κόλλες χαρτί, ώστε να φθάσει στην οριστική τελειότητα της θεωρίας που θα επέφερε την δική του λύτρωση.

Οι θεωρίες όμως δεν φτιάχνονται παρά για να πεθαίνουν μέσα στον πόλεμο του χρόνου: είναι πολεμικές μονάδες, ισχυρές ή όχι, που πρέπει να τις ρίξεις στην μάχη την κατάλληλη στιγμή και, όποιες και αν είναι οι υπεροχές ή οι ανεπάρκειές τους, δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις παρά εκείνες μόνον που είναι διαθέσιμες. Οι θεωρίες πρέπει συνεπώς να αντικαθίστανται, επειδή οι αποφασιστικές τους νίκες τους προκαλούν φθορά πολύ περισσότερο από όσο οι επιμέρους ήττες τους, γι' αυτό και καμμία ζωντανή εποχή δεν είχε ως αφετηρία της μια θεωρία».

Πηγή: Guy Debord, «Κάνουμε κύκλους μέσα στην νύχτα και καταβροχθιζόμαστε από φωτιά» («In girum imus nocte et consumimur igni» 1990)

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2010

Ντέσνερ: ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΔΕΝ ΚΑΙΝΕ ΣΗΜΕΡΑ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΠΑΛΟΥΣ ΤΟΥΣ!


Κύριε Deschner, ποιος νομίζετε ότι είναι ο πυρήνας του χριστιανισμού;

Πρόκειται για ένα μήνυμα χαράς με πολεμική εξάρτηση. Απ’ τη μια πλευρά πολλοί ωραίοι μύθοι, π.χ. το παραμύθι με την ανάσταση, πολλές όμορφες επιταγές, όπως η αγάπη του πλησίον και του εχθρού, η επιταγή να μην κλέβουμε, να μην σκοτώνουμε, αλλά και η εξυπνάδα να μην τηρεί τίποτα από αυτά. Ο χριστιανισμός αποτελεί το συνασπισμό μιας χορωδίας με μια πυρκαγιά.

Τι βρίσκετε σήμερα τόσο κακό στο χριστιανισμό; Το 8-τομο έργο σας ονομάζεται «Η εγκληματική Ιστορία του χριστιανισμού» Δεν έχει χάσει την επιρροή της η εκκλησία, τουλάχιστον στη Δυτική Ευρώπη;

Καταρχάς: Δεν περιγράφω το σημερινό χριστιανισμό αλλά το παρελθόν του, δηλαδή κάτι που συχνά είναι διαφορετικό και μερικές φορές πάλι όχι. Σήμερα εγκληματικές είναι οι επιπτώσεις της χριστιανικής ιδεολογίας, οι πολλαπλές επενέργειες της δογματικής τρέλας του. Δεν ικανοποιείται με την απλή πίστη, αλλά θέλει να προσηλυτίσει, να επιτίθεται, να κατακτά. Εγκληματική είναι σήμερα η καταστροφική σεξουαλική και κοινωνική ηθική του, η πρακτική του να προστατεύει στην αγκαλιά της μητέρας το μωρό, το οποίο αργότερα το στέλνει με ευλογίες να σκοτωθεί στον πόλεμο. Μετατρέπει τις μικρές θυσίες των πλούσιων για τους φτωχούς σε μεγάλες θυσίες των φτωχών για τους πλούσιους. Αυτό που χάνει ή φαίνεται να χάνει ο εκκλησιαστικός μηχανισμός στην Ευρώπη, το κερδίζει κάπου αλλού, στην «God’s own country».

Πώς βλέπετε τη σχέση χριστιανισμού- ιουδαϊσμού- μωαμεθανισμού; Η βία και ο αποκλεισμός των διαφορετικά σκεπτόμενων εντοπίζονται εξ ίσου στις μονοθεϊστικές θρησκείες ή υπάρχουν κλιμακώσεις;

Και οι τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες έχουν κάποιο σοβινιστικό περιεχόμενο. Κάτι βίαιο και εκβιαστικό. Λόγω της αλαζονείας τους περί θεϊκής προτίμησης εκδηλώνουν μια αξίωση απολυτότητας, η οποία αποκλείει εκ προοιμίου κάθε πραγματική ανοχή του διαφορετικού.

Ποιο είναι το κίνητρό σας γι’ αυτή την τεράστια εργασία όλα αυτά τα χρόνια; Η αγανάκτηση;

Πράγματι, ποιο είναι το κίνητρο; Απλά και μόνο: η αδικία. Μια ανήκουστη αδικία, επί χιλιετίες, η οποία είναι πακεταρισμένη σε ψευδοευσεβή ρητά και σε ξεδιάντροπα ψεύδη. Θα τα βρείτε στις πολλές δεκάδες των βιβλίων μου...

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο χριστιανισμός είναι καλός, αλλά αυτό που δημιούργησε ο εκκλησιαστικός μηχανισμός είναι απορριπτέο;

Ναι, αυτό πιστεύουν πολλοί! Αλλά, πέρα από το γεγονός ότι στο χριστιανισμό δεν είναι τίποτα, απολύτως τίποτα, πρωτότυπο –από τη γιορτή των Χριστουγέννων, μέχρι την Ανάληψη: όλα αντιγραφή-, ήδη στον πρώτο τόμο της «Εγκληματικής Ιστορίας» περιγράφω σε 100 περίπου σελίδες τους αγώνες των Χριστιανών εναντίον των Εβραίων.

Εσείς είστε η καλύτερη απόδειξη για την ανεκτικότητα του χριστιανισμού. Στον μωαμεθανισμό θα είχατε προ πολλού πάνω σας μια φετφά.

Και παλαιότερα στο χριστιανισμό θα είχα έναν αφορισμό, μια θηλιά στο λαιμό ή φωτιά στα πισινά – για πολλούς αιώνες! Σήμερα, να μην έχουμε ψευδαισθήσεις, μόνο η σχετική αδυναμία εμποδίζει τον κλήρο να συνεχίσει να καίει τους αντιπάλους του.

Ζούμε σε μια λαϊκή κοινωνία ή θεωρείτε τη θρησκεία έναν ακόμα σημαντικό παράγοντα;

Αρκεί να κοιτάξει κάποιος στην τηλεόραση για να διαπιστώσει, πώς κάνουν διάφοροι τεμενάδες στην εκκλησία και στους κληρικούς, ιδίως στους πάπες, πόσο χρόνο τούς διαθέτει και ποια σχόλια ακούγονται! Σκεφτείτε τι συμβαίνει στα παρασκήνια…

Είναι δυνατόν να μετρηθούν τα θύματα του χριστιανισμού;

Αν προστεθούν στα άμεσα θύματα –εθνικοί, εβραίοι, μουσουλμάνοι, «αιρετικοί», «μάγισσες», ιθαγενείς κ.ά.- και όλα τα έμμεσα θύματα, π.χ. οι νεκροί των μεγάλων πολέμων του 20ου αιώνα, στους οποίους συνέβαλαν ενεργά όλοι οι εκκλησιαστικοί παράγοντες, σε όλες τις πλευρές, τότε πρέπει να καταλήξουμε σε ένα αριθμό της τάξης πολλών εκατοντάδων εκατομμυρίων.

(Aπό συνέντευξη του Karlheinz Deschner στην εφημερίδα "Weltwoche" της Ζυρίχης, τον Απρίλιο του 2008)

Πηγή: ιστολόγιο "Απελευθέρωση"