Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2009

Κορνήλιος Καστοριάδης: ΤΟ ΜΟΝΟΠΩΛΙΟ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ

«Πριν και επάνω από το μονοπώλιο της νόμιμης βίας υπάρχει το μονοπώλιο του νόμιμου λόγου. Και επάνω από το ίδιο το μονοπώλιο του νόμιμου λόγου δεσπόζει το μονοπώλιο της νόμιμης σημασίας. Ο Κυριος των Σημασιών έχει τον θρόνο του πιο ψηλά από τον Κύριο της Βιας… Ακόμα και ο ισχυρότερος στρατός του κόσμου δεν θα σας προστατεύσει εάν δεν σας είναι πιστός, και το έσχατο θεμέλιο της πίστης του αυτής είναι η φαντασιακή του πεποίθηση σχετικά με την φαντασιακή νομιμότητά σας και ισχύ»

Πηγή: Κορνήλιος Καστοριάδης, «Εξουσία, Πολιτική, Αυτονομία» («Οι ομιλιες στην Ελλαδα»)

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Λεό Φερρέ: ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΡΧΙΑΣ


Λεό Φερρέ (Léo Ferré, Monaco, 24 Αυγούστου 1916 – Castellina-in-Chianti Toscane, 14 Ιουλίου 1993). Γάλλος ποιητής του έρωτα και της αναρχίας, μουσικός συνθέτης και τραγουδιστής.

Γεννήθηκε στο Μονακό (Monaco) από Γάλλο πατέρα (τον Ζοζέφ Φερρέ, προσωπάρχη του εκεί καζίνου) και Ιταλίδα μητέρα (την Μαρία Σκότο). Πήρε αυστηρά χριστιανική παιδεία στο σχολείο «Ecole des Freres des Ecoles Chretiennes» και στο κολλέγιο «College Saint-Charles» της Bordighera και από μικρός έδειξε κλίση στην μουσική: επταετής ακόμα συμμετείχε στην χορωδία του καθεδρικού ναού του Μονακό, δύο χρόνια αργότερα, το 1925, άρχισε να συνθέτει μουσικά κομμάτια και την επόμενη χρονιά, το 1926, μελοποίησε ποιήματα του Πωλ Βερλαίν (Paul Verlaine, 1844 - 1896)

Σπούδασε από το 1935 νομικά στο Παρίσι, αλλά και πολιτικές επιστήμες στο «Ecole Libre de Sciences Politiques» μέχρι το 1939, υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία και το 1940, όταν παραδόθηκε το Παρίσι, επέστρεψε στο Μονακό, όπου από την επόμενη χρονιά άρχισε να συνθέτει τα πρώτα δικά του τραγούδια με το ψευδώνυμο «Forlane». Βρήκε εργασία στο τοπικό ραδιόφωνο «Radio Monte - Carlo», έκανε γάμο το 1943 και άρχισε ν’ απομακρύνεται σταθερά αλλά διακριτικά από το συντηρητικό και θρήσκο περιβάλλον των γονέων του.

Μετά από πρόσκληση του τραγουδοποιού και τραγουδιστή Σαρλ Τρενέ (Charles Trénet, 1913 - 2001) που τον γνώρισε σε ένα καμπαρέ του Μονακό, επέστρεψε στο μεταπολεμικό Παρίσι, όπου για αρκετό διάστημα έπαιξε μουσική στο καμπαρέ «Boeuf sur le toit», γράφοντας παράλληλα τραγούδια για μεγάλα ονόματα του τραγουδιού, όπως η Εντίθ Πιάφ (Edith Piaf, 1915 - 1963), η Ζυλιέτ Γκρεκό (Juliette Gréco, 1927 -), κ.ά. Εκεί γνωρίστηκε με σημαντικά ονόματα της γαλλικής διανόησης όπως ο Αραγκόν (Louis Aragon, 1897 - 1982), ο Πρεβέρ (Jacques Prevert, 1900 - 1977), κ.ά.

Το 1947, συγκινημένος από τα όσα είχε ακούσει και διαβάσει για τον προ μιας δεκαετίας Ισπανικό Εμφύλιο, έγραψε το πρώτο του αναρχικό τραγούδι με τίτλο «Mon général», το οποίο πολύ αργότερα, το 1962, θα λογοκριθεί ως «αντιμιλιταριστικό». Την δεκαετία του 1950, η οποία ξεκίνησε με το πρώτο του διαζύγιο και την γνωριμία του με την Madeleine Rabereau που θα γίνει η δεύτερή του σύζυγος, άρχισε πλέον να ηχογραφεί με το όνομά του και παρήγαγε δύο μουσικά άλμπουμς με ποίηση του Αραγκόν και του Μπωντλαίρ.

Την επόμενη δεκαετία συνεργάστηκε με μεγάλα ονόματα του τραγουδιού, όπως ο Ασναβούρ (Charles Aznavour) και η Δαλιδά (Dalida), έγραψε το 1969 το συγκλονιστικό «Η μοναξιά» («La solitude») επηρεασμένος από το αγγλικό συγκρότημα των «Moody Blues», ενώ αρκετά τραγούδια του, όπως τα «La mémoire et la mer», «Poètes, vos papiers», «Comme une fille», «L’ été 68», «Les temps sont difficiles», κ.ά, είχαν αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα.

Ο Φερρέ, που το 1967 αφιέρωσε ένα τραγούδι του στους «μπήτνικς» («Salut Beatnik»), μελοποίησε επίσης πολλά ποιήματα είτε «καταραμένων» είτε ιδιαίτερων Γάλλων ποιητών, όπως του λυρικού ποιητή και ληστή Βιγιόν (Francois Villon, περ. 1431 - 1463), του Βερλαίν, του Ρεμπώ (Arthur Rimbaud, 1854 - 1891), του Μπωντλαίρ (Charles Baudelaire, 1821 - 1867), του Αραγκόν και του Απολλιναίρ (Guillaume Apollinaire, 1880 - 1918), ενώ στην δική του ποίηση κατόρθωσε να ενώνει πάντα τον λυρισμό με την γλώσσα του δρόμου και τον έρωτα με τον Αναρχισμό. Η ενασχόλησή του με τον Αναρχισμό δεν ήταν βεβαίως μόνον ποιητική (ανάμεσα στα τραγούδια του φιγουράρει και το «Μήτε Θεός μήτε Αφέντης», «Ni Dieu ni Maitre»), στυλίστικη (είχε μακριά μαλλιά και φορούσε κατά κανόνα μαύρα) ή θεωρητική (αγαπούσε πολύ τα γραπτά του Κροπότκιν), αφού συμμετείχε ενεργά στον παρισινό ραδιοσταθμό «Radio Libertaire» της Γαλλικής Αναρχικής Ομοσπονδίας (F.A.F.) και μάλιστα έδωσε το 1983 μία συναυλία για την οικονομική υποστήριξή του, την οποία παρακολούθησαν 6.500 θεατές.

Ο Φερρέ υπήρξε επίσης μεγάλος φίλος των ζώων, τα οποία θεωρούσε ισότιμα των ανθρώπων. Πάντοτε συντηρούσε κατοικίδια ζώα, ακόμα και έναν χιμπαντζή κατά την δεκαετία του 1960, τον «Πεπέ» («Pépée»), τον οποίο όμως τού σκότωσε από απέχθεια «για την ζωώδη συμπεριφορά του» (…) η τότε σύζυγός του (Madeleine Rabereau) τον Απρίλιο του 1968, πράξη που στάθηκε η αιτία για το μεταξύ τους άμεσο διαζύγιο, το δεύτερο δικό του. Την επόμενη χρονιά, ο Φερρέ έγραψε για τον νεκρό του φίλο «Πεπέ» το ομώνυμο τραγούδι, μια συγκινητική νεκρολογία που έμοιαζε να απευθύνεται σε άνθρωπο.

Από την δεκαετία του 1980 η αναρχική πολιτική του θέση έγινε πιο εμφανής, όταν αρνήθηκε το 1981 και το 1988 να υποστηρίξει με την μουσική του την υποψηφιότητα του σοσιαλιστή προέδρου Μιτεράν (Francois Mitterrand), αρνήθηκε το 1985 να αναλάβει το πόστο του «Commandeur des Arts et Lettres», αρνήθηκε το 1987 να παραλάβει το βραβείο «Victoires de la Musique» που του είχε απονεμηθεί και έγραψε το τραγούδι «Thank you Satan» υπέρ των ένοπλων Ιρλανδών του IRA.

Το 1991 υπήρξε ανάμεσα στους διανοούμενους που κατήγγειλαν τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου και το 1992 προσπάθησε να διεθνοποιήσει την αντιπολεμική θέση του με μία μεγάλη πανευρωπαϊκή περιοδεία, η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε λόγω σοβαρών προβλημάτων με την υγεία του. Ακολούθησε μακρά νοσηλεία του σε νοσοκομείο των Παρισίων και τελικά επέστρεψε στο σπίτι του στην Castellina της Τοσκάνης, όπου είχε περάσει τα τελευταία 25 χρόνια του. Εκεί απεβίωσε την Τετάρτη 14 Ιουλίου 1993, σε ηλικία 76 ετών. Θάφτηκε στο Μονακό.

Πηγή: βιογραφία του Φερρέ από τον Βλάση Ρασσιά στο Knol της Google

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Λεκόντ Ντε Λιλλ: Η ΑΚΑΘΑΡΤΗ ΑΣΧΗΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΑΦΕΝΤΡΑ


«Ο αχρείος Γαλιλαίος σε χτύπησε και σε καταράστηκε, / αλλά εσύ έπεσες γινόμενη πιο υπέροχη! Και τώρα αλίμονο! / Το πνεύμα του Πλάτωνος και της Αφροδίτης το σώμα / αναχώρησαν για πάντα στα ψηλά ουράνια της Ελλάδος! / Κοιμήσου, ω άσπρο σα το χιόνι θύμα, στη ψυχή μας βαθιά, / με το άσπιλό σου πέπλο και εστεμμένη με τον λωτό. / Κοιμήσου! Η ακάθαρτη ασχήμια είναι του κόσμου η αφέντρα, / κι εμείς έχουμε λησμονήσει τον δρόμο για την Πάρο. / Οι Θεοί μέσα στην σκόνη είναι και η γη χωρίς λαλιά. / Τίποτα δεν θα λαλεί πλέον στον ερημωμένο ουρανό»

(από το ποίημα «Υπατία», «Hypatie», 1874 του Λεκόντ Ντε Λιλλ -προδημοσίευση από την διάλεξη του Βλάση Γ. Ρασσιά «Η αρχαιολατρία των Παρνασσιστών» που θα δοθεί στο "Φιλοσοφικό Αθήναιο Εκατηβόλος" το Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009, ώρα 20:00)

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Μισέλ Ονφρέ: ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ


«Κατά την γνώμη μου, υπάρχουν δύο τρόποι για να αντιληφθεί κανείς την ταυτότητα. Είναι η εξ αίματος ταυτότητα και η άλλη της λογικής και του πνεύματος. Έτσι λοιπόν θεωρώ θεμιτό να συζητήσει κανείς τι είναι η Γαλλία και πώς λειτουργεί. Και δεν σημαίνει ότι επειδή η Δεξιά και ή άκρα Δεξιά προσδιόρισαν μια κάποια ιδέα της γαλλικής ταυτότητας, πρέπει να τις αφήσουμε να έχουν μόνον αυτές λόγο για το θέμα. Είναι μια καλή ευκαιρία να πούμε πως η Γαλλία είναι η Γαλλική Επανάσταση, είναι μια κάποια αντίληψη του δημοκρατικού πολιτεύματος, το οποίο περιλαμβάνει ευρύτητα πνεύματος, αλληλεγγύης και αδελφότητας. Σήμερα η εθνική ταυτότητα δεν πάει πολύ καλά γιατί έχουμε αφήσει αυτό το ζήτημα στην Δεξιά και την άκρα Δεξιά, ενώ η Αριστερά θεωρεί πως και μόνο να μιλάς γι’ αυτό το θέμα ισοδυναμεί με ακροδεξιές αντιλήψεις, κάτι που δεν αληθεύει. Αν αρνηθούμε την συμμετοχή μας στην συζήτηση, δεν θα υπάρχει άλλος προσδιορισμός πέραν εκείνου της Ακροδεξιάς, δηλαδή ρατσιστικός. Δεν πιστεύω ότι το κράτος συμμετέχει στην δημιουργία της εθνικής ταυτότητας. Είναι δουλειά των πολιτικών κομμάτων, των πολιτών, των φιλοσόφων, των κοινωνιολόγων να ασχοληθούν με αυτή την συζήτηση».

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2009

Τόμας Σαζ: Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΟΡΙΣΜΩΝ


«Ο πόλεμος για τον έλεγχο του κόσμου είναι πόλεμος ορισμών… Ο αγώνας καθορισμού και ελέγχου των νοημάτων είναι αγώνας για επιβίωση… αυτός που πρώτος θα ορίσει το νόημα μιας κατάστασης, επιβάλλει στον άλλον την δική του πραγματικότητα και τον ορίζει, είναι ο νικητής... έτσι κυριαρχεί κι επιβιώνει. Εκείνος που ετεροκαθορίζεται, υποτάσσεται και ίσως ακόμα και εξοντώνεται...»

Πηγή: Thomas Szasz, «Το Δεύτερο Αμάρτημα» («The Second Sin»)

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009

Γκουστάβ Φλουράνς: ΜΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ


Γκουστάβ Φλουράνς (Gustave Flourens, Paris, 4 Αυγούστου 1838 – Paris, 3 Απριλίου 1871). Γάλλος δημοκράτης, μπλανκιστής και αντικληρικαλιστής συγγραφέας και επαναστάτης του 19ου αιώνα, με διεθνή δράση, μάρτυρας της ελευθερίας κατά την Κομμούνα του Παρισιού.

ΠΡΩΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Γεννήθηκε το 1838, υιός του ψυχολόγου Ζαν Πιέρ Φλουράνς (Marie Jean Pierre Flourens, 1794 – 1867), καθηγητή στο «Collège de France» και βουλευτή κατά την περίοδο 1838 – 1839, και μεγαλύτερος αδελφός του Εμίλ Φλουράνς (Émile Flourens, 1841 - 1920), υπουργού εξωτερικών κατά την περίοδο της «Τρίτης Δημοκρατίας» («la Troisième République»).

Σε ηλικία μόλις 25 ετών (το 1863) αναπλήρωσε ως λέκτορας τον πατέρα του στο «Collège de France» στο μάθημα της Ιστορίας και οι απόψεις του για την προέλευση της ανθρωπότητας συνάντησαν την έντονη αντίδραση των χριστιανών θεοκρατών, οι οποίοι κατόρθωσαν να σταματήσουν τις παραδόσεις του. Εξοργισμένος από αυτή την απροκάλυπτη παρέμβαση των θεοκρατών, ο Γκουστάβ πήγε στις Βρυξέλλες και εξέδωσε εκεί την ίδια χρονιά σε βιβλίο τις παραδόσεις του με τίτλο «Ιστορία του Ανθρώπου» («Histoire de l’ homme», 1863).

Όντας αρχικά οπαδός των ιακωβίνικων δημοκρατικών ιδεών και μετά των σοσιαλιστικών του Ωγκύστ Μπλανκί (Louis Auguste Blanqui, 1805 - 1881), άρχισε να δέχεται ενοχλήσεις και από την γαλλική αστυνομία, με αποτέλεσμα να παραμείνει τον περισσότερο καιρό στο Λονδίνο (όπου παρακολούθησε μαθήματα στο «Βρετανικό Μουσείο») και στο Βέλγιο μέχρι το 1865, οπότε έφυγε ανατολικά, στην Τουρκία.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΤΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ

Αφού έμεινε για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, πέρασε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε προσωρινά στην Αθήνα, όπου σε λίγο έφθασαν οι φήμες μιας επικείμενης επανάστασης των Κρητών κατά των Οθωμανών. Στις 25 Μαρτίου 1866 πραγματοποιήθηκε στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου της Αθήνας μία μεγάλη και δυναμική διαδήλωση αλληλεγγύης προς τους Κρήτες, η οποία πολύ γρήγορα κατέληξε σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Ανάμεσα στους συλληφθέντες κατά τα επεισόδια εκείνης της ημέρας ήταν και ο Γκουστάβ, επιβλητικός με την πρόωρη φαλάκρα του και την φουντωτή κόκκινη γενειάδα του.

Μόλις αφέθηκε ελεύθερος άρχισε προετοιμασίες για μετάβασή του στην Κρήτη, στην οποία τελικά έφθασε στις αρχές του καλοκαιριού και εντάχθηκε στους επαναστατικούς κύκλους του νησιού, όπου ήδη συμμετείχαν πολλοί ξένοι, κυρίως γαριβαλδινοί Ιταλοί και ευρωπαίοι σοσιαλιστές και αναρχικοί από διάφορες χώρες, καθώς και 100 περίπου εθελοντές από την Πάτρα με επικεφαλής τον Δήμο Σκαλτσογιάννη (η έναρξη της επανάστασης ανακυρήχθηκε «επίσημα» στις 21 Αυγούστου). Πριν φύγει από την Αθήνα πάντως, υπερασπίστηκε τον διωκόμενο από τους ορθόδοξους θεοκράτες 30χρονο τότε συγγραφέα Εμμανουήλ Ροϊδη (1836 - 1904) για το βιβλίο του «Η Πάπισσα Ιωάννα» με άρθρο του στην γαλλόφωνη εφημερίδα «L' independance Hellenique» της 3ης Απριλίου 1866.

Στην Κρήτη πήρε τον βαθμό του λοχαγού και αργότερα, το καλοκαίρι του 1868, η «Εθνοσυνέλευση της Κρήτης», που ήδη του είχε χορηγήσει τιμητική ιθαγένεια, τον όρισε επίσημο πρέσβη της απέναντι στο βασίλειο της Ελλάδος. Ζήτησε με τηλεγραφήματά του από την Γαλλική κυβέρνηση την προάσπιση των εθνικών δικαιωμάτων των Κρητών και έφυγε για την Αθήνα, προκειμένου να συνομιλήσει με τον μονάρχη, ο οποίος όμως όχι μόνον δεν το δέχθηκε, αλλά διέταξε επιπλέον την σύλληψή του, ενώ ο πρέσβης της Γαλλίας ζητούσε και την απέλασή του. Μετά από διαδηλώσεις συμπαράστασης από δημοκράτες και ριζοσπάστες, όπως λ.χ. ο βουλευτής Ρόκκος Χοϊδάς, αφέθηκε ελεύθερος, όμως μετά από λίγο συνελήφθη ξανά με αίτηση του πρέσβη της Γαλλίας και απελάθηκε στην Μασσαλία.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΓΑΛΛΙΑ

Μετά από διάφορες περιπέτειες στην νότια Γαλλία και την Ιταλία (όπου μάλιστα στην Νάπολη φυλακίστηκε για ένα μικρό διάστημα έπειτα από ένα «ανατρεπτικό» του άρθρο στην εφημερίδα «Popolo d’ Italia»), επέστρεψε στο Παρίσι στα τέλη του 1868, την ίδια εποχή με τους τέσσερις Ιταλούς αναρχικούς Greco, Trabucco, Imperatore και Maspoli, που όμως προτού επιτεθούν στον βασιλιά Ναπολέοντα τον Γ πιάστηκαν με τις βόμβες, τα περίστροφά και τα στιλέτα που μετέφεραν και καταδικάστηκαν οι δύο πρώτοι σε ισόβια εξορία στην Γαλλική Γουϊάνα και οι δύο άλλοι σε 20ετή φυλάκιση. Συνάντησε ξανά τους μπλανκιστές συντρόφους του και δόθηκε ολόψυχα στην επαναστατική προπαγάνδα, συνεργαζόμενος με την εβδομαδιαία αριστερή δημοκρατική εφημερίδα «Μασσαλιώτιδα» («La Marseillaise») του Ανρί Ροσφόρ (Victor Henri Rochefort, 1831 – 1913). Σχεδόν καθημερινά διέγειρε τους νέους και τους εργάτες με μία σχεδόν αυθάδη ρητορική (που το κόστιζε πρόστιμα επί προστίμων, αλλά και μία τρίμηνη φυλάκιση στην «Sainte-Pélagie» από τον Απρίλιο μέχρι τον Ιούνιο του 1869), αλλά και τηρώντας μία επιδεικτικά ασυμβίβαστη στάση ζωής, η οποία λίγο έλλειψε μάλιστα να του κοστίσει την ζωή όταν στις 5 Αυγούστου 1869 τραυματίστηκε σε μονομαχία με τον φανατικό βοναπαρτιστή δημοσιογράφο Paul de Cassagnac, εκδότη της εφημερίδας «Pays».

Στις 12 Ιανουαρίου 1870 ήταν ανάμεσα στους άλλους μπλανκιστές (Ροσφόρ, Σαρλ Ντελεκλύζ – Charles Delescluze, Ζιλ Βαλέ - Jules Valles) που προσπάθησαν να εξεγείρουν τους 100.000 διαδηλωτές που συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία τον δημοσιογράφο Βίκτορα Νουάρ (Victor Noir, 1848 – 1870), τον οποίο είχε σκοτώσει ο πρίγκιπας Πιέρ Βοναπάρτης (Pierre Bonaparte) –είχε μάλιστα ρίξει το σύνθημα «το 1848 ξεκίνησε μέ έναν νεκρό. Εμείς τώρα έχουμε τον Νουάρ!»-, ενώ στις 7 Φεβρουαρίου προσπάθησε ανεπιτυχώς με άλλους μπλανκιστές να προκαλέσουν, μέσω μιας «νύκτας οδοφραγμάτων», λαϊκή εξέγερση στην εργατική συνοικία Belleville στα βόρεια του Παρισιού. Καταζητούμενος τώρα για απόπειρα στάσης και συνωμοσία για δολοφονία του Ναπολέοντος του Γ, διέφυγε μέσω Ολλανδίας στο Λονδίνο, για να αποφύγει την σύλληψη, ενώ ο αστυνομικός του φάκελος διογκωνόταν ακόμα και ερήμην του: στις αρχές του καλοκαιριού η μυστική αστυνομία συνέλαβε μία ομάδα που κατά τις πληροφορίες των χαφιέδων της σχεδίαζε να δολοφονήσει τον βασιλιά. Αρχηγός της ομάδας φερόταν κάποιος Beaury, λιποτάκτης του στρατού και «οπαδός του διαβόητου Φλουράνς». Στην δίκη που έγινε στο Blois στις 9 Αυγούστου 1870 ανάμεσα στους καταδικασθέντες ήταν και ο Φλουράνς που εισέπραξε ερήμην μία ακόμη καταδίκη, αυτή την φορά σε φυλάκιση 6 ετών.

ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΟΦΡΟΥΡΑΣ

Μετά την στρατιωτική συντριβή του Ναπολέοντος του Γ στο Sedan και την παράδοσή του στους Πρώσους στις 2 Σεπτεμβρίου του 1870, ο Γκουστάβ, ενώ κατευθυνόταν προς την Ελλάδα, επέστρεψε στα τέλη του μηνός στο πολιορκημένο από τους Πρώσους Παρίσι και, αμνηστευμένος, τοποθετήθηκε επικεφαλής 500 «τυφεκιοφόρων» («tirailleurs») της Εθνοφρουράς στο γνώριμό του Belleville. Στις 5 Οκτωβρίου ωστόσο διαδήλωσε ένοπλα μαζί με τους εθνοφύλακές του μπροστά από το δημαρχείο του Παρισιού, απαιτώντας από την «Προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας» να λάβει μέσα θωράκισης της Δημοκρατίας και αποτελεσματικής αντιμετώπισης του ξένου εχθρού, η κυβέρνηση όμως απέρριψε όλα τα αιτήματα και απαγόρευσε στο εξής στους εθνοφύλακες να διαδηλώνουν ένοπλα δίχως προηγούμενη άδεια.

Στις 31 Οκτωβρίου 1870 οι «τυφεκιοφόροι» του Γκουστάβ, οι Ιακωβίνοι δημοκράτες και οι μπλανκιστές εργάτες αποπειράθηκαν μία ακόμη εξέγερση, αυτή την φορά κατά της «Προσωρινής Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας», όταν πληροφορήθηκαν ότι είχε εξουσιοδοτήσει τον Αδόλφο Θιέρσιο (Louis-Adolphe Thiers, 1797 – 1877) να έλθει σε διαπραγματεύσεις με τους Πρώσους. Φωνάζοντας «προδοσία!», οι εξεγερμένοι κατέλαβαν το δημαρχείο και ανακοίνωσαν την ίδρυση μιας επαναστατικής «Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας» («Comité du Salut Publique», κατά μίμηση εκείνης των «Ιακωβίνων» την περίοδο 1793 - 1794) με πρόεδρο τον ίδιον τον Μπλανκί. Αν και αρχικά η κυβέρνηση, φοβισμένη από την εξέγερση, υποσχέθηκε να κάνει δημοτικές εκλογές την επόμενη ημέρα, στην συνέχεια πήρε τον λόγο της πίσω και έστειλε τα πιστά σε αυτήν τμήματα της Εθνοφρουράς να επανακαταλάβουν του δημαρχείο και να αποκαταστήσουν την τάξη. Ο Γκουστάβ, παρ’ όλο που είχε με προσωπικές του παρεμβάσεις αποτρέψει την θανάτωση διαφόρων φιλο-κυβερνητικών από το πλήθος των εξεγερμένων και είχε διαπραγματευθεί με τους αντιπάλους ότι εάν παραδοθούν αναίμακτα θα υπάρξει αμνηστεία, κατέληξε για μία ακόμη φορά καταζητούμενος, αυτή την φορά για ένοπλη στάση.

Αν και στις δημοτικές εκλογές της 7ης Νοεμβρίου 1870 εξελέγη αντιδήμαρχος του Belleville, η εκλογή του ακυρώθηκε με το αιτιολογικό ότι ήταν καταζητούμενος. Ο «ήρωας του Belleville» εντοπίστηκε τελικά στις 7 Δεκεμβρίου, συνελήφθη και κλείστηκε αρχικά στην φυλακή στο Créteil, κοντά στο Vincennes και μετά στο Mazas, από όπου όμως τον απελευθέρωσαν μετά από μερικές εβδομάδες, με έφοδο την νύκτα της 21ης προς 22α Ιανουαρίου 1871 (λίγο πριν από την παράδοση του Παρισιού στους Πρώσους), οι πιστοί σε αυτόν εθνοφύλακές του, τους οποίους συντόνιζε ο Ιταλός αναρχικός Αμιλκάρε Τσιπριάνι (Amilcare Cipriani, 1844 – 1918), συμπολεμιστής του στην επανάσταση της Κρήτης.

ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΣΕ ΘΑΝΑΤΟ

Στην υπό τους Πρώσους νέα «Εθνοσυνέλευση», που για να μην καταστεί όμηρος του πλήθους είχε αρχίσει να συνέρχεται στο Μπορντώ (Bordeaux), ο λαός του Παρισιού και η Εθνοφρουρά απάντησαν με το να συγκροτήσουν στις 3 Μαρτίου επαναστατικά συμβούλια και με το να εκλέξουν στις 15 την δική τους ηγεσία, μια Κεντρική Επιτροπή, που σε λίγο, στις 18 Μαρτίου, θα εξελισσόταν στην ένδοξη «Κομμούνα του Παρισιού». Η ανταπάντηση της «Εθνοσυνέλευσης» ήταν ωμή καταστολή: στις 11 Μαρτίου ο ανώτατος στρατιωτικός διοικητής Βινουά (Joseph Vinoy, 1803 – 1880) απαγόρευσε την κυκλοφορία και των 6 δημοκρατικών εφημερίδων του Παρισιού («Cri du Peuple» του Ζιλ Βαλέ, «Mot d’ Ordre» του Ανρί Ροσφόρ, «Pere Duchesne» του Eugene Vermesch, «Vengeur» του Felix Pyat, «Bouche de Fer» του Paschal Grousset και «Caricature» του Georges Labadie Pilotell), από τις οποίες οι τέσσερις πρώτες είχαν ένα τιράζ που ξεπερνούσε τα 200.000 φύλλα, ενώ την ίδια ημέρα το στρατοδικείο που δίκαζε ερήμην τους κατηγορουμένους για την απόπειρα εξέγερσης της 31ης Οκτωβρίου, καταδίκασε τους περισσότερους σε θάνατο. Ανάμεσα στους καταδικασθέντες ήσαν και οι Βαλέ, Μπλανκί και Φλουράνς. Εκείνες τις ημέρες ήταν που κυκλοφορούσε στους δρόμους του Παρισιού χέρι με χέρι η καταγγελτική μπροσούρα του τελευταίου «Παραδομένο Παρίσι» («Paris livré»).

ΣΤΑ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΑΣ

Στις 26 Μαρτίου, ενώ ο Μπλανκί είχε συλληφθεί μετά από κατάδοση, ο Γκουστάβ Φλουράνς εξελέγη μέλος της «Επαναστατικής Επιτροπής» της «Κομμούνας» και τοποθετήθηκε στρατηγός. Επί δύο περίπου εβδομάδες πολέμησε σκληρά τους «βερσαλιέζους» (τον στρατό της «Εθνοσυνέλευσης», η οποία τώρα είχε μεταφέρει ξανά την έδρα της, από το Μπορντώ στις Βερσαλλίες - Versailles) μέχρι το άτυχο γι’ αυτόν πρωϊ της 3ης Απριλίου 1871. Μετά από μία μικρή μάχη εκ του σύνεγγυς, παγιδεύτηκε σε ένα πανδοχείο του Rueil, κοντά στο Malmaison, και, ενώ είχε ήδη παραδοθεί και ήταν άοπλος, θανατώθηκε από τον λοχαγό της «ζενταρμερίας» (gendarmerie, χωροφυλακής) Jean - Marc Démaret, ο οποίος τον εκτέλεσε εν ψυχρώ, κομματιάζοντάς τον με το ξίφος του. Την επόμενη ημέρα, ο Ουγκώ έγραψε στο ημερολόγιό του: «Χθες είχαμε μία συμπλοκή μπροστά από τα τείχη του Παρισιού. Σκοτώθηκε ο Φλουράνς. Πολύ γενναίος και ολίγον τρελός. Λυπάμαι για τον θάνατό του. Ήταν ο κόκκινος υππότης».

Έτσι, ως μάρτυρας της ελευθερίας, έφυγε τραγικά από την ζωή ο Γκουστάβ Φλουράνς σε ηλικία 33 ετών.

ΤΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ

Θάφτηκε στο νεκροταφείο «Περ Λασαίζ» («Pere Lachaise»), όπου ο τάφος του υπάρχει έως σήμερα. Γράφοντας στις 12 Μαϊου 1871 στον οικογενειακό φίλο Κούγκελμαν (Dr Ludwig Kugelmann), η σύζυγος τού Καρλ Μαρξ Τζένυ (Jenny Marx) εξέφρασε την βαθύτατη λύπη όλης της οκογενείας της για τον θάνατο του «γενναιότερου όλων των γενναίων» Γκουστάβ Φλουράνς, ενώ νεκρολόγιο γι’ αυτόν, παρ’ όλο που οι δύο άνδρες διαφωνούσαν ιδεολογικά για πολλά ζητήματα, ιδίως για το λεγόμενο «Ανατολικό Ζήτημα», έγραψε και ο Κάρλ Μαρξ και το δημοσίευσε στην εφημερίδα «Λαϊκό Κράτος» («Volkstaat»).

Κείμενα του Φλουράνς μετέφρασε στα ελληνικά ο επτανήσιος επαναστάτης σοσιαλιστής Παναγιώτης Πανάς (1832 - 1896), ο οποίος του αφιέρωσε επίσης και ένα ποίημα. Τέλος, σύμφωνα με τον ειδικό στον Ιούλιο Βερν (Jules Verne) Ουϊλιαμ Μπούτσερ (William Butcher), ο Βερν σχεδίασε τον ήρωά του καπταιν Νέμο (Nemo) στο γνωστό βιβλίο του «Είκοσι χιλιάδες λεύγες υπό την θάλασσα» με βάση την προσωπικότητα του Φλουράνς.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

«Histoire de l' home», «Ιστορία του Ανθρώπου», 1863

«Ce qui est possible», «Τι είναι δυνατόν να συμβεί», 1864

«Science de l' home», «Επιστήμη του Ανθρώπου», 1865

«Paris livré», «Παραδομένο Παρίσι», μπροσούρα, 1871

και διάφορες ανώνυμες επαναστατικές μπροσούρες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Λεωνίδας Φ. Καλλιβρετάκης, «Η ζωή και ο θάνατος του Γουσταύου Φλουράνς», Αθήνα, 1998

Charles Prolès, «Les Hommes de la revolution de 1871», Paris, 1898

Διάφορα περιοδικά και εφημερίδες από το Αρχείο Κοινωνικής Ιστορίας

Πηγή: ένα βιογραφκό KNOL από τον Βλάση Ρασσιά

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

Κατερίνα Γώγου: ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΠΟΥ ΚΑΙΓΕΤΑΙ ΑΠΟ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ


«Όπως και να ’χει, συνέντευξη ίσον λούμπα. Δεν είναι από αυτούς που πιστεύουν ότι μέσα από τις “επαναστατικές” απαντήσεις μου θα προκαλέσω ανατροπές. Αυτό το “μπες μέσα να τ’ αλλάξεις” δεν περνάει πια. Πολύ απλά, η συνέντευξη είναι στριπ-τηζ μπροστά σ’ αλοίθωρα μάτια μπανιστηριτζήδων αναγνωστών (ευτυχώς όχι όλων), μπροστά σ’ ανώμαλους σεξουαλικά “ειδικούς” που τα ξέρουν όλα και, τέλος, μπροστά στους ειδεχθείς κριτικούς τέχνης, που μη μπορώντας οι ίδιοι να κάνουν έργο και με το πρόσχημα της καλοπροαίρετης κριτικής, εξοντώνουν τους πραγματικούς δημιουργούς, που, ακριβώς επειδή είναι δημιουργοί, δεν έχουν πόστο, άρα δυνατότητα για αντίλογο…

…Στην γη είναι όλα παλιά. Έχουν ειπωθεί όλα. Εκείνο που σώνει τον άνθρωπο σε έναν βαθμό είναι η Τέχνη. Και η Τέχνη γίνεται από μια μικρή κάστα ανθρώπων, είτε “διανοούμενων”, είτε “λαϊκών”, που την καθοδηγεί, την εκφράζει και τελικά την λυμαίνεται, με το πρόσχημα ότι αυτοί είναι που ξέρουν κι όλοι οι άλλοι είναι πρόβατα… Για μένα όμως, δεν υπάρχει μεγαλύτερο έργο τέχνης από τον άνθρωπο που περπατάει ολομόναχος μέσα στον χρόνο, με οδυνηρές συγκρούσεις μέσα του. Πράξη και όνειρο, ατομικό και κοινωνικό, άσπρο και μαύρο. Μου μοιάζει ο άνθρωπος με έναν ήλιο, που καίγεται από μόνος του. Και η Τέχνη σαν άρρωστος και γιατρός μαζί»

Απόσπασμα από συνέντευξη της Κατερίνας Γώγου στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» της 16 Ιανουαρίου 1982, με τον χαζό τίτλο «Μιλάει η υπ’ αριθμόν 1 Αναρχική»

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2009

Ρολάν Μπαρτ για την ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ


«Η πραγματική λογοκρισία, η βαθιά λογοκρισία, δεν συναντάται στην απαγόρευση, τον τεμαχισμό, την αφαίρεση, την στέρηση, αλλά στην ακατάλληλη εκπαίδευση, την διατήρηση, την καταστολή, την συγκράτηση σε πνευματικά, μυθιστορηματικά και ερωτικά στερεότυπα, δίνοντας ως πνευματική τροφή μόνον την καθιερωμένη από τους άλλους έκφραση, την επαναληπτική ουσία της συνηθισμένης γνώσης» (Ρολάν Μπαρτ)

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

ΚΑΤΩ Η ΘΕΟΚΡΑΤΙΑ!


ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 2 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΣΤΙΣ 10.30πμ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΚΡΟΠΟΛΗΣ, ΠΟΛΙΤΕΣ ΚΑΙ ΟΜΑΔΕΣ ΘΑ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΗΘΟΥΜΕ ΕΙΡΗΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΥΠ.ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΕ ΒΙΝΤΕΟ ΤΟΥ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΚΩΣΤΑ ΓΑΒΡΑ ΥΣΤΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

Νταίηβιντ Κούπερ


Νταίηβιντ Κούπερ (Dr. David Graham Cooper, Cape Town, 1931 – Paris, 1986). Νοτιοαφρικανός ψυχίατρος, θεωρητικός και ηγέτης του λεγόμενου κινήματος της «Αντιψυχιατρικής», μαζί με τους Ρόναλντ Λαινγκ (R. D. Laing), Τόμας Σαζ (Thomas Szasz) και Μισέλ Φουκώ (Michel Foucault). Τον όρο χρησιμοποίησε πρώτος ο Κούπερ το έτος 1967.

VILLA 21 ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΕΥΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΛΑΙΝΓΚ

Αποφοίτησε το 1955 από το νοτιοαφρικανικό Πανεπιστήμιο του Καίηπ Τάουν (Cape Town) και στην συνέχεια πήγε στο Λονδίνο, όπου εργάστηκε σε πολλά νοσοκομεία και διηύθυνε μία πειραματική θεραπευτική μονάδα για σχιζοφρενείς, η οποία τιτλοφορείτο «Villa 21». Το 1965 υπήρξε συνιδρυτής με τον Ρόναλντ Λαινγκ της «Ένωσης Φιλαδέλφεια» («Philadelphia Association»), από την οποία όμως αποχώρησε το 1970, διαφωνήσας με την καθαρά «πνευματική» κατεύθυνση που είχε πάρει αυτή αντί της «πολιτικής» που αυτός επιθυμούσε. Υπήρξε επίσης διευθυντής του «Ινστιτούτου Φαινομενολογικών Μελετών» («Institute of Phenomenological Studies», IPS), στο οποίο συνεργάστηκε με τους ψυχίατρους Ρέντλερ (Leon Redler) και Μπερκ (Joseph Berke).

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ

Ο Κούπερ ενδιαφέρθηκε βασικά για την ανάπτυξη μιας «υπαρξιακής» Ψυχιατρικής και επεξεργάστηκε πάμπολλους τρόπους ξεπεράσματος των μεθοδολογικών δυσκολιών και του στείρου διαχωρισμού των διαφόρων Επιστημών. Αυτός και ο Ρέντλερ, ως εκπρόσωποι του «Ινστιτούτου Φαινομενολογικών Μελετών», ήσαν οι οργανωτές και κύριοι συντονιστές του περίφημου συνεδρίου «για την Διαλεκτική της Απελευθέρωσης» («Congress on the Dialectics of Liberation»), που έλαβε χώρα στο Λονδίνο από τις 15 έως τις 30 Ιουλίου 1967, στο οποίο συμμετείχαν ανάμεσα σε άλλους οι Ρόναλντ Λαινγκ, Πωλ Γκούντμαν (Paul Goodman), Άλλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg), Χέρμπερτ Μαρκούζε (Herbert Marcuse) και ο ηγέτης της «Μαύρης Δύναμης» Στόκελυ Καρμάϊκελ (Stokely Carmichael).

Αυτο-οριζόμενος ως «υπαρξιστής μαρξιστής», ο Κούπερ πίστευε ότι η τρέλα και η ψύχωση αποτελούσαν προϊόντα της συγκεκριμένης μορφής κοινωνίας που παράγει ο καπιταλισμός και ότι ο μόνος τρόπος να εκλείψουν είναι η επαναστατική ανατροπή.

Η ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΕΚΡΗΞΗΣ

Πιστός σε αυτήν του την θέση, ο Κούπερ ταξίδεψε κάποιον καιρό στην Αργεντινή, την οποία θεωρούσε ότι στις αρχές της δεκαετίας του 70 βρισκόταν στα πρόθυρα της επαναστατικής έκρηξης, αλλά πολύ σύντομα επέστρεψε στην Αγγλία και τελικά κατέληξε στο Παρίσι, όπου και έζησε μέχρι τον θάνατό του το 1986.

EΡΓΟΓΡΑΦΙΑ:

Κυριότερα έργα του είναι τα ακόλουθα (τα περισσότερα εξεδόθησαν στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Ράππα», «Καστανιώτη» και «Praxis» κατά την δεκαετία του ΄70):

«Reason and Violence: a decade of Sartre's philosophy» («Λόγος και Βία»), εκδόσεις «Tavistock» (1964) – μαζί με τον R. D. Laing

«Psychiatry and Anti-Psychiatry» (διευθ.) («Ψυχιατρική και Αντιψυχιατρική»), εκδόσεις «Paladin» (1967)

«The Dialectics of Liberation» (διευθ.) («Η Διαλεκτική της Απελευθέρωσης»), εκδόσεις «Penguin» (1968)

«The Death of the Family» («Ο Θάνατος της Οικογένειας»), εκδόσεις «Penguin» (1971)

«The Grammar of Living» («Η Γραμματική της Ζωής»), εκδόσεις «Penguin» (1974), αφιερωμένο «σε όλους εκείνους που θα επιζήσουν και σε κείνους που επιζούν μετά τον θάνατό τους. Σε όλους εκείνους τους αμέτρητους, ανώνυμους επαναστάτες, στους τρελούς ποιητές και στους ποιητές τρελούς αυτού του κόσμου».

«The Language of Madness» («Η Γλώσσα της Τρέλας»), εκδόσεις «Penguin» (1978)


Πηγή: ελληνικό KNOL για τον Κούπερ