Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2008

Βιτσέντζο ή Βιτσέντζιο Ρούσο (Vincenzo ή Vincenzio Russo, 1770 – 1799).

Βιτσέντζο ή Βιτσέντζιο Ρούσο (Vincenzo ή Vincenzio Russo, Palma Campania 16 Ιουνίου 1770 – Napoli 19 Νοεμβρίου 1799). Ιταλός νομικός, Ιακωβίνος και δημοκράτης μάρτυρας, αφιερωμένος ψυχή τε και σώματι στην υπόθεση της δημοκρατικής Επανάστασης σε σημείο που αποκλήθηκε από κάποιους «Ναπολιτάνος Σαιν Ζυστ».

Γεννήθηκε στην Πάλμα Καμπανία, μία μικρή πόλη ανάμεσα στην Νάπολη και το Αβελίνο, υιός του δικηγόρου Nicola Russo και της Mariangela Visciano. Σε ηλικία 13 ετών εγκαταστάθηκε με τον αδελφό του στην Νάπολη για να σπουδάσουν νομικά και λίγα χρόνια μετά μυήθηκε στον Ελευθεροτεκτονισμό και άρχισε να ασχολείται με τις καινούργιες μεταρρυθμιστικές και δημοκρατικές κοινωνικοπολιτικές ιδέες, που στην Γαλλία ήδη οδηγούσαν προς την Γαλλική Επανάσταση, μελετώντας τα έργα του Πλάτωνος και των «Διαφωτιστών» Μοντεσκιέ, Ρουσώ και Λοκ αλλά και συχνάζοντας στις «Λέσχες» των δημοκρατών.

Το 1793, σε ηλικία μόλις 23 ετών, ίδρυσε με τους Μάριο Παγκάνο (Francesco Mario Pagano) και Φλαμίνιο Μας (Flaminio Mass) την «λέσχη» των ναπολιτάνων Ιακωβίνων με το όνομα «Πατριωτική Εταιρεία» («Societa Patriottica») και το 1794, έτος κατά το οποίο αυτή σφραγίστηκε από τις αρχές και μετασχηματίσθηκε στην παράνομη «Κεντρική Επαναστατική Λέσχη» («Club Rivoluzionario Centrale») ή «Romo» (από το «Repubblica o Morte» με 200 περίπου μέλη), γεύθηκε για πρώτη φορά την καταστολή των μοναρχικών, όταν κατηγορήθηκε με αρκετούς ακόμα δημοκρατικούς για «ιακωβινική συνωμοσία», στάθηκε όμως τυχερός και δεν οδηγήθηκε στην αγχόνη όπως οι πιο άτυχοι από αυτούς. Συνέχισε ωστόσο να ασχολείται με τις ανατρεπτικές ιδέες και μετά την αποφυλάκισή του, καταλήγοντας το 1797 να φύγει από την Ιταλία για να μην καταλήξει στην αγχόνη έπειτα από την εξάρθρωση από την αστυνομία μιας ακόμη συνωμοσίας των δημοκρατικών.

Στην Ελβετία όπου είχε καταφύγει, άρχισε την συγγραφή του βιβλίου του «Πολιτικές Σκέψεις» («Pensieri Politici»), το οποίο εκδόθηκε το 1798 και περιείχε 45 μικρά κεφάλαια με τις απόψεις του, πολύ κοντινές σε εκείνες του Ζαν – Ζακ Ρουσώ και των παριζιάνων «ροβεσπιεριστών», για το πώς πρέπει να οργανωθεί η μετεπαναστατική κοινωνία (όπου η Επανάσταση ορίζεται όχι μόνον ως εργαλείο κοινωνικής αλλαγής, αλλά και ως όργανο ποιοτικής βελτίωσης των ανθρώπων) στους τομείς της νομοθεσίας, της οικονομίας, της θρησκείας, της εκπαίδευσης κ.λπ. Το πολιτικό όραμά του συνοψίζεται σε μία αχρήματη κοινωνία πνευματικά καλλιεργημένων μικροπαραγωγών, που θα εργάζονται για το «κοινό καλό», μακριά από την διαφθορά που προκαλεί η συσσώρευση πλούτου και οι κοινωνικές διακρίσεις.

Στην Ελβετία ο Ρούσο ξεκίνησε επίσης σπουδές φαρμακευτικής, ωστόσο οι αναστατώσεις στην πατρίδα του τον έκαναν να επιστρέψει εκεί το 1798, αρχικά στο Μιλάνο και μετά στην Ρώμη όπου από τον Φεβρουάριο τις συγκεκριμένης χρονιάς είχε ανακηρυχθεί η «Ρωμαϊκή Ιακωβινική Δημοκρατία» («Repubblica Romana Giacobina»). Στην Ρώμη δημοσιογράφησε για λίγο στην εφημερίδα των δημοκρατικών «Monitore di Roma», παίρνοντας ριζοσπαστικές και αντικληρικαλιστικές θέσεις και όταν ο στρατός του βασιλιά τα Νάπολης Φερδινάνδου που προήλαυνε «για ν’ απελευθερώσει την Ρώμη» ηττήθηκε από τους Γάλλους, η βασιλική οικογένεια το έσκασε στην Σικελία και οι Ιακωβίνοι της Νάπολης ανακήρυξαν την βραχύβια «Παρθενόπια Δημοκρατία» («Repubblica Partenopea», 23 Ιανουαρίου 1799 – 13 Ιουνίου 1799), ο Ρούσο επέστρεψε στην Νάπολη και συμμετείχε ενεργά στην προσωρινή κυβέρνηση στον τομέα της λαϊκής ενημέρωσης, όπου αρίστευσε λόγω της εξαιρετικής ικανότητάς του στον προφορικό και γραπτό λόγο.

Η «Παρθενόπια Δημοκρατία» ανέθεσε στον Ρούσο την άμυνα απέναντι στον υπό τον καρδινάλιο Fabrizio Ruffo (1744 – 1827) χριστιανομοναρχικό «Χριστιανικό Στρατό της Αγίας Πίστης» («Esercito Cristiano della Santa Fede», επανδρωμένο στην Καλαβρία με πρώην κατάδικους, διάφορα λούμπεν και θρησκόληπτα στοιχεία και χωριάτες). Ο Ρούσο πολέμησε στην πρώτη γραμμή στην μάχη της Ponte della Maddalena έξω από την Νάπολη, όπου όμως οι δημοκρατικοί ηττήθησαν και ο ίδιος τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Δικάστηκε μαζί με χίλιους περίπου συμπολεμιστές του, καταδικάστηκε σε θάνατο ως ένοχος αντιμοναρχικής δράσης και απαγχονίστηκε δημόσια στις 19 Νοεμβρίου 1799 στην Piazza Mercato της Νάπολης φωνάζοντας «πεθαίνω ελεύθερος και για την Δημοκρατία!».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Cantimori Delio, «Utopisti e riformatori Italiani, 1794 - 1847», Florence, 1943

Cantimori Delio, «Giacobini Italiani», τόμοι 3, Bari, 1956 – 1964

Conforti Luigi, «Napoli nel 1799», Naples, 1889

Giglioli Constance H. D., «Naples in 1799. An account of the revolution of 1799 and the rise and fall of the Parthenopean Republic», London, 1903

Gutteridge H. C. ed., «Nelson and the Neapolitan Jacobins», London, 1903

Von Helfert Fr., «Fabrizio Ruffo, Revolution und Gegen - Revolution von Neapel, November 1798 bis August 1799», Wien, 1882

Πηγή: Βλ. Ρασσιάς: ΝΑΠΟΛΙΤΑΝΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (1799)

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2008

Πλωτίνος Κωνσταντίνος Ροδοκανάκης ή Ροδοκανάτης (1828 – περ. 1887)

Πλωτίνος Κωνσταντίνος Ροδοκανάκης ή Ροδοκανάτης (1828 – περ. 1887). Έλληνας φιλόσοφος, ακαδημαϊκός και αναρχικός οργανωτής του 19ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 14 Οκτωβρίου 1828 και σε λίγο, μετά τον θάνατο του πατέρα του, εγκαταστάθηκε με την Αυστριακή μητέρα του στην Βιέννη, όπου μετά από παρότρυνσή της σπούδασε Ιατρική.

Τις ιατρικές του σπουδές συνέχισε αργότερα στο Βερολίνο, μετά από μία σύντομη διακοπή το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του έτους 1848, όταν ταξίδεψε στην Βουδαπέστη για να συμμετάσχει στην συνταγματική επανάσταση κατά των Αυστριακών. Παράλληλα με τις ιατρικές σπουδές του στο Βερολίνο, μελέτησε επιμελώς Πολιτική Φιλοσοφία, επηρεάστηκε αρχικά από τον Χέγκελ και στην συνέχεια κατάληξε θαυμαστής του ουτοπιστή σοσιαλιστή Σαρλ Φουριέ (1772 - 1837) και του μουτουαλιστή - φεντεραλιστή αναρχικού Πιερ Zοζέφ Προυντόν (1809 - 1865). Το 1850 μάλιστα ταξίδεψε στο Παρίσι για να συναντήσει προσωπικά τον Προυντόν, του οποίου εκτιμούσε πολύ το έργο «Τι είναι ιδιοκτησία» («Qu'est-ce que la propriete? Recherche sur le principe du droit et du gouvernement», 1840).

Τα επόμενα χρόνια η οικογένειά του άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά και το 1857 επέστρεψε στην Βιέννη, ενώ ο ίδιος εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για να σπουδάσει Πολιτική Φιλοσοφία. Εκεί έμαθε επίσης ισπανικά και το 1858 συνέγραψε το πρώτο του φιλοσοφικό δοκίμιο με τίτλο «De la Naturaleza» («Για τη Φύση», που εκδόθηκε το 1860). Στο Παρίσι γνώρισε μεξικανούς σοσιαλιστές, από τους οποίους έμαθε για τις αγροτικές μεταρρυθμίσεις που είχε υποσχεθεί ο αντικληρικαλιστής πρόεδρος της χώρας Ιγνάθιο Κομονφόρτ (Ignacio Comonfort, 1812 – 1863), αλλά και για την πρόσκλησή του σε ξένους να μεταναστεύσουν εκεί προς δημιουργία ανεξάρτητων αγροτικών κοινοτήτων. Στα νέα αυτά, ο Ροδοκανάκης συνέλαβε το σχέδιο να οργανωθούν και να λειτουργήσουν οι κοινότητες αυτές ως σοσιαλιστικές ουτοπικές κομμούνες και συνειδητοποίησε ότι στο άμεσο μέλλον θα έπρεπε να ταξιδέψει στο Μεξικό. Καθώς όμως η κυβέρνηση του Κομονφόρτ έπεσε στις αρχές του 1858, εγκαταστάθηκε προσωρινά στην Ισπανία, επωφελούμενος από την αναμονή του, μέχρι να σταματήσει ο «εμφύλιος της μεταρρύθμισης» (1857 - 1861) στο Μεξικό, ώστε να τελειοποιήσει τα ισπανικά του.

Το έτος 1861 (κατά τον Τζων Χαρτ) ή 1863 (κατά τον Mαξ Nεττλώ) ο Ροδοκανάκης αναχώρησε τελικά από την Ισπανία για την Βέρα Κρουζ του Μεξικού (καθώς αναφέρεται αλλού ότι το 1862 βρισκόταν στην Αθήνα, όπου συμμετείχε στην αντι-οθωνική εξέγερση και επίσης προσπάθησε ανεπιτυχώς να συγκροτήσει μια αναρχική ομάδα με τον Εμμανουήλ Δαούδογλου, αληθέστερη φαίνεται η χρονολογία του Νεττλώ). Με την άφιξή του εκεί οργάνωσε την πρώτη αναρχική ομάδα του Μεξικού, την οποία κυρίως αποτελούσαν φοιτητές, μεταξύ των οποίων ήσαν οι Φραντσίσκο Zαλακόστα (Francisco Zalacosta), Σαντιάγκο Bιλλανουέβα (Santiago Villanueva), Xουάν δε Mάτα Pιβέρα (Juan de Mata Rivera) και Xερμενεγκίλδο Bιλαβιθένθιο (Hermenegildo Villavicencio), που όλοι θα εξελιχθούν αργότερα σε σημαντικές προσωπικότητες του μεξικανικού κινήματος.

Αμέσως μόλις έφθασε στο Μεξικό συνέγραψε και δημοσίευσε την μπροσούρα «Cartilla Socialista el catecismo elemental de la escuela de Carlos FourierEl Falansterio» («Σοσιαλιστικό Αλφαβητάρι της στοιχειώδους κατήχησης της Σχολής του Κάρολου Φουριέ – Το Φαλανστήριο»), επάνω στο με ποιόν τρόπο μπορεί να συγκροτηθεί, σύμφωνα με τις ιδέες του Φουριέ, μία ουτοπική αγροτική κοινότητα και, σε συμπλήρωσή του, συνέγραψε και δημοσίευσε το 1864 την μπροσούρα «Neopanteismo, consideracion sobre el hombre y la naturaleza» («Νεοπανθεϊσμός, εκτίμηση για τον άνθρωπο και τη φύση»). Στο «Σοσιαλιστικό Αλφαβητάρι», ο Ροδοκανάκης τόνιζε: «Ποιος είναι ο υψηλότερος και λογικότερος σκοπός στον οποίο πρέπει να αφιερωθεί το ανθρώπινο μυαλό; Στην επιτυχία μιας οικουμενικής αδελφότητας ανάμεσα και στα άτομα και στους λαούς, για την επιτυχία μιας γήινης ανθρώπινης μοίρας. Και ποια είναι η παρούσα κατάσταση της ανθρωπότητας; Οι άνθρωποι διαιρούνται παντού στη γη, όσον αφορά το οικονομικό τους επίπεδο, την τάξη, τα κόμματα, τις εθνικότητες κ.λπ. Η κατάσταση αυτή προκαλεί ανάμεσα στους ανθρώπους την καταστροφή καθενός ξεχωριστά και όλων μαζί, προκαλεί εχθρότητες και μίση, βία αρκετή ή λίγη, αντί για την αρμονία που έπρεπε να τους ενώνει, για την κοινή τους ευτυχία και για την εκπλήρωση της κοινής τους τύχης. Εξαιτίας της κατάστασης αυτής και παρά την εξαιρετική πρόοδο της ανθρωπότητας τους τελευταίους τρεις αιώνες, ειδικά στα ευρωπαϊκά έθνη, η ανθρωπότητα βρίσκεται ακόμα σε παγκόσμια κλίμακα κάτω από μια διαβολική εξουσία».

Το έτος 1865 ίδρυσε την μπακουνική «Kοινωνική Λέσχη των Σπουδαστών» («Club Socialista de Estudiantes»), η οποία συντόνισε τους εργάτες της υφαντουργίας να ιδρύσουν τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς το πρώτο μεξικανικό συνδικάτο με την επωνυμία «Sociedad Mutua del Ramo del Hilados y Tejidos del Valle de Mexico» («Αλληλοβοηθητικός Σύνδεσμος του Κλάδου των Υφαντουργών και των Εργατών της Πεδιάδας του Μεξικού»), που με την σειρά του οργάνωσε τον Ιούνιο την πρώτη ιστορικά καταγραμμένη μεξικανική εργατική απεργία. Tον Ιανουάριο του ίδιου έτους επίσης, ο Ροδοκανάκης είχε ήδη ιδρύσει στην πόλη Tσάλκο του νοτιοανατολικού Μεξικού ένα ελευθεριακό σχολείο, την «Escuela Moderna y Limbre» («Σύγχρονο και Eλεύθερο Σχολείο») ή «Escuela del Rayo y del Socialismo» («Σχολείο του Φωτός και του Σοσιαλισμού»), όπου διδασκόταν συστηματικά η θεωρία για μία διαφορετική κοινωνία, στηριγμένη αποκλειστικά στον αγροτικό κολλεκτιβισμό, με στόχο την διαμόρφωση μορφωμένων σοσιαλιστών αγροτών, ικανών ρητόρων και οργανωτών.

Tο 1869 ο σπουδαστής της «Escuela Moderna» Χουάν Tσάβες Λόπεζ (Juan Chavez Lopez) παρότρυνε σε εξέγερση τους αγρότες του Tσάλκο με σύνθημά του «soy socialista porque soy enemigo de todos los gobiernos y comunista porque mis hermanos quieren trabajar las tierras en comun» («είμαι σοσιαλιστής γιατί είμαι εχθρός όλων των κυβερνήσεων και είμαι κομμουνιστής γιατί θέλω να καλλιεργώ με τα αδέλφια μου την κοινή μας γη»). Η εξέγερση εξαπλώθηκε γρήγορα στις γύρω πόλεις και χωριά, ενώ σε υποστήριξή της οι Pοδοκανάτης (που φοβούμενος ωστόσο τα αποτελέσματα της βίας, είχε φύγει από το Τσάλκο το 1867) και Zαλακόστα βοήθησαν τον Τσάβες Λοπεζ να συντάξει και να εκδώσει στις 20 Απριλίου 1869 το «Manifesto a todos los optimidos y robres de Mexico y del universo» («Mανιφέστο προς όλους τους καταπιεσμένους και φτωχούς του Mεξικού και της οικουμένης»), με το οποίο καλούσε τον μεξικανικό λαό στα όπλα ενάντια στους μεγαλοτσιφλικάδες («μας έχουν μεταβάλλει σε αντικείμενα των μεγάλων τους καταχρήσεων, έχοντας δημιουργήσει ένα σύστημα εκμετάλλευσης, με το οποίο εννοείται ότι διαφοροποιούμαστε και με το οποίο μας αρνούνται τις πιο απλές απολαύσεις της ζωής») και την Εκκλησία («και ποιος είναι αυτός που έχει συντελέσει ώστε να μας κρατήσει άφωνους, ταπεινωμένους, σε κατάσταση άγνοιας και σκλαβιάς; Η Εκκλησία, ειδικά η Εκκλησία… Οι υποκριτικοί της ιεραπόστολοι… οι καλόγεροι που λένε ότι όλα είναι μάταια…»). Όταν οι επαναστάτες κατάλαβαν αρκετές πόλεις και χωριά και έκαψαν τα δημοτικά αρχεία και τις λίστες των χρεών, επενέβη τελικά ο στρατός της κυβέρνησης Μπενίτο Χουάρεζ, η εξέγερση πνίγηκε στο αίμα και ο ηγέτης της Τσάβες Λόπεζ πιάστηκε και τουφεκίστηκε στην αυλή της «Escuela del Rayo del Socialismo» το πρωί της 1ης Σεπτεμβρίου 1869.

Σύμφωνα με τον ιστορικό D. Tapizo, ο Ροδοκανάκης μετάφρασε στα ισπανικά (με το ψευδώνυμο «Jose Cosmos») ένα σημαντικό τμήμα του έργου του Προυντόν, που εκδόθηκε το 1870 στην Bαρκελώνη και το 1877 στο Mεξικό. Από τις 16 Απριλίου έως τις 10 Ιουνίου 1874 εξέδωσε την φιλοσοφική επιθεώρηση «Κρανιοσκόπιιο - Φρενολογικό και Επιστημονικό Περιοδικό» («El Craneoscopio - Periodico Frenologico y Cientifico»), στην οποία δημοσίευσε θεωρητικά άρθρα του με ύφος που διέφερε αισθητά από τα προγενέστερα δικά του που στόχευαν στο εργατικό και αγροτικό κοινό. Στοχεύοντας προφανώς στο να προσηλυτίσει στον Σοσιαλισμό τους πιο καλλιεργημένος αναγνώστες μέσω της Ιστορίας της ευρωπαϊκής Φιλοσοφίας, επέδειξε αξιοσημείωτη σειρά γνώσεων, παραθέτοντας από Οράτιο και Πασκάλ μέχρι Ντεκάρτ, Λέϊμπιτζ και Χέρμπερ. Ξεκινώντας αρχικά από τον μορμονικό χριστιανισμό κατέληξε τελικά σε έναν ιδιότυπο πανθεϊσμό, όπου ο Θεός περιγράφεται ως το σύνολο «των αιώνιων νόμων του Κόσμου»: «όχι άλλη ιδιωτική ιδιοκτησία, οι γυναίκες θα απελευθερωθούν, η άγνοια θα εξαλειφθεί, και αυτό επειδή απλώς κάθε τι είναι αντικείμενο των νόμων της προόδου. Ο κόσμος κατευθύνεται προς μια ολοκληρωτική ενότητα κάτω από ένα σύστημα ελευθερίας» («El Craneoscopio», 16, 22 και 29 Απριλίου 1874).

Tον Mάϊο του 1876 η μπακουνική αναρχική ομοσπονδία «La Social» («H Kοινωνία», που απετέλεσε το διάδοχο σχήμα της «Kοινωνικής Λέσχης των Σπουδαστών» και συντόνιζε 60 περίπου μεξικανικές ομάδες) των Pοδοκανάκη και Ζαλακόστα εξέδωσε την εφημερίδα «La International» («H Διεθνής»), όπου δημοσιεύθηκε ένα πρόγραμμα για την κατάργηση όλων των κυβερνήσεων, την κοινωνική επανάσταση και την αναρχική οργάνωση της κοινωνίας: «Η ομοσπονδία La Social έχει ως πρόγραμμά της την παγκόσμια ένωση. Δεν αναγνωρίζει εθνικότητα. Τα τρία σύμβολά της είναι ελευθερία, ισότητα και αδελφότητα. Η Ιερή Ιδέα» (εφημερίδα «El Hijo del Trabajo», 9 Μάη 1876).

Μετά τον θάνατο του στενότερου συντρόφου και συνεργάτη του Φραντσίσκο Zαλακόστα στην διάρκεια της μεγάλης αγροτικής εξέγερσης του κεντρικού Μεξικού (1878 - 1884), ο Ροδοκανάκης εγκατέλειψε την χώρα και επέστρεψε στην Ευρώπη το 1886. Το πού, πώς και πότε πέθανε αυτός ο μεγάλος Έλληνας επαναστάτης δεν είναι γνωστό.

Βιβλιογραφία:

-John Mason Hart «Anarchism and the Mexican Working Class 1860 - 1931», εκδόσεις «University of Texas Press», Austin, 1978

-Max Nettlau, «Ιστορία της Αναρχίας», εκδόσεις «Διεθνής Βιβλιοθήκη», Αθήνα, 1999

-Τέος Ρόμβος, «Πλωτίνος Ροδοκανάτης, ένας Έλληνας Αναρχικός», εκδόσεις «Ηλέκτρα», Αθήνα, 2005


Πηγή: KNOL για τον Πλωτίνο Ροδοκανάκη

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2008

Βίλχελμ Ραϊχ: ΑΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ!

Kραυγάζεις, Ανθρωπάκο, όταν κάποιος σου υπενθυμίζει την ψυχική σου δυσκοιλιότητα. Δε θέλεις να τ’ ακούσεις, δε θέλεις να το μάθεις, θέλεις απλώς να φωνάζεις, «ζήτω»! Εντάξει, αλλά γιατί δε μ’ αφήνεις να σου πω ήσυχα για ποιον λόγο δεν πρόκειται να ευτυχήσεις; Διακρίνω το φόβο στα μάτια σου. Η ερώτησή μου αυτή σε χτύπησε στην καρδιά. Υποστηρίζεις την «ανεξιθρησκία». Θέλεις να είσαι λεύτερος να λατρεύεις το Θεό σου. Πάει καλά. Όμως θέλεις κάτι περισσότερο. Θέλεις η Θρησκεία σου να είναι η μοναδική. Η ανεξιθρησκία να εφαρμόζεται μόνο για την δική σου Θρησκεία και όχι για τις άλλες. Γίνεσαι θηρίο όταν κάποιος, αντί να λατρεύει έναν προσωπικό Θεό, λατρεύει την Φύση και προσπαθεί να την καταλάβει.

Θέλεις οι σύζυγοι να κάνουν μήνυση ο ένας στον άλλον, να κατηγορεί ο ένας τον άλλο για ανηθικότητα ή βαναυσότητα, όταν δεν μπορούν πια να συμβιώσουν. Δεν αναγνωρίζεις το διαζύγιο με βάση την αμοιβαία συμφωνία, μικρέ απόγονε των μεγάλων επαναστατών. Γιατί φοβάσαι τον ίδιο σου τον ερωτισμό! Θέλεις την αλήθεια σ’ έναν καθρέφτη, όπου δεν μπορείς να την αγγίξεις. Ο σωβινισμός σου πηγάζει απ’ τη σωματική σου ακαμψία, την ψυχική σου δυσκοιλιότητα, Ανθρωπάκο. Δε στο λέω χλευαστικά, μα μόνο επειδή είμαι φίλος σου, έστω κι αν εσύ σκοτώνεις τους φίλους σου όταν σου λένε την αλήθεια. Ρίξε μια ματιά στους πατριώτες: δεν βαδίζουν, παρελαύνουν. Δε μισούν τον εχθρό. Αντίθετα, έχουν «κληρονομικούς εχθρούς» που τους αλλάζουν κάθε δέκα χρόνια περίπου, κάνοντάς τους κληρονομικούς φίλους και ξανά πάλι κληρονομικούς εχθρούς. Δεν τραγουδούν τραγούδια, κραυγάζουν πολεμικά άσματα. Δεν αγκαλιάζουν τις γυναίκες τους, τις «παίρνουν» και «το» κάνουν πολλές «φορές» την νύχτα.

...Ποθείς την αγάπη, αγαπάς τη δουλειά σου και κερδίζεις το ψωμί σου μ’ αυτήν και η δουλειά σου στηρίζεται στη γνώση την δική μου και άλλων ανθρώπων. Η αγάπη, η δουλειά και η γνώση δεν έχουν πατρίδα, δεν ξέρουν τελωνειακούς σταθμούς και δεν φοράνε στρατιωτικές στολές. Είναι διεθνείς κι αγκαλιάζουν όλη την ανθρωπότητα. Εσύ όμως φοβάσαι την γνήσια αγάπη, φοβάσαι ν’ αναλάβεις ευθύνη για τη δουλειά σου, φοβάσαι την γνώση. Γι’ αυτόν το λόγο μπορείς μόνο να εκμεταλλεύεσαι την αγάπη, την δουλειά και την γνώση των άλλων: δε θα μπορέσεις ποτέ να δημιουργήσεις κάτι μόνος σου. Γι’ αυτόν το λόγο προσπαθείς να αρπάξεις ευτυχία «ως κλέπτης εν νυκτί». Γι’ αυτόν το λόγο γίνεσαι πράσινος από φθόνο, όταν βλέπεις ευτυχισμένους ανθρώπους.

...Η ζωή σου θα γίνει ωραία και ασφαλής όταν η ζωντάνια σημαίνει για σένα περισσότερα απ’ την σιγουριά, η αγάπη περισσότερα απ’ το χρήμα, η ελευθερία σου περισσότερα απ’ την γραμμή του κόμματος ή την κοινή γνώμη, όταν η ψυχική διάθεση του Μπετόβεν ή του Μπαχ γίνει η ψυχική διάθεση του εαυτού σου (την έχεις μέσα σου αυτήν την διάθεση, Ανθρωπάκο, θαμμένη όμως βαθιά σε μια γωνιά της ψυχής σου), όταν οι σκέψεις σου είναι σε αρμονία και όχι σε διάσταση με τα αισθήματά σου, όταν θα είσαι σε θέση να καταλαβαίνεις νωρίς τα προτερήματά σου και να αναγνωρίζεις έγκαιρα τα γηρατειά σου, όταν θα κάνεις πρότυπο της ζωής σου τις σκέψεις των μεγάλων ανθρώπων και όχι τα εγκλήματα των μεγάλων πολεμιστών, όταν οι δάσκαλοι των παιδιών σου θα πληρώνονται καλύτερα απ’ τους πολιτικούς, όταν θα έχεις μεγαλύτερη εκτίμηση για τον έρωτα μεταξύ άντρα και γυναίκα παρά για την άδεια γάμου, όταν θ’ αναγνωρίζεις τα σφάλματά σου έγκαιρα κι όχι πολύ αργά όπως σήμερα, όταν θ’ ανυψώνεσαι πνευματικά ακούγοντας την αλήθεια και θα νιώθεις τρόμο για τις τυπικότητες, όταν θα έρχεσαι σε απ’ ευθείας επαφή με τους συναδέλφους σου σε ξένες χώρες και όχι με την βοήθεια διπλωματών, όταν η ερωτική ευτυχία της έφηβης κόρης σου θα σε γεμίζει με ευχαρίστηση κι όχι με λύσσα, όταν θα κουνάς μόνο το κεφάλι σου σε περιπτώσεις που άλλοτε τιμωρούσαν τα μικρά παιδιά επειδή άγγιζαν τα γεννητικά τους όργανα, όταν τα πρόσωπα των ανθρώπων στο δρόμο εκφράζουν ελευθερία, ζωντάνια κι ευχαρίστηση και όχι πια λύπη και αθλιότητα, όταν οι άνθρωποι δε θα περπατούν πια με συσπασμένη κι άκαμπτη μέση και νεκρωμένα σεξουαλικά όργανα.


Θέλεις και ζητάς οδηγίες και συμβουλές, Ανθρωπάκο. Χιλιάδες χρόνια τώρα σου δίνουν οδηγίες και συμβουλές, καλές και κακές. Δε φταίνε όμως οι κακές συμβουλές που είσαι ακόμα στην αθλιότητα, μα η μικρότητά σου. Θα μπορούσα να σου δώσω καλές συμβουλές, μα τέτοιος που είσαι και με τον τρόπο που σκέφτεσαι, δεν είσαι σε θέση να τις βάλεις σε εφαρμογή για το καλό όλων.

Πηγή: «Άκου Ανθρωπάκο», καλοκαίρι 1946

Sex Pistols: ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ Η ΑΝΑΡΧΙΑ!



Το πιο ανατρεπτικό τραγούδι του πανκ ροκ συγκροτήματος "Sex Pistols": "Δεν ξέρω τι θέλω, αλλά ξέρω πώς να το πετύχω...". Παρακάτω τα λόγια από το τραγούδι "Anarchy in the UK":

Right ! now ! ha ha ha ha ha

I am an antichrist
I am an anarchist
Dont know what I want but
I know how to get it
I wanna destroy the passer by cos i

I wanna be anarchy !
No dogs body

Anarchy for the u.k its coming sometime and maybe
I give a wrong time stop a trafic line
Your future dream is a shopping scheme cos i

I wanna be anarchy !
In the city

How many ways to get what you want
I use the best I use the rest
I use the enemy I use anarchy cos i

I wanna be anarchy !
The only way to be !

Is this the m.p.l.a
Or is this the u.d.a
Or is this the i.r.a
I thought it was the u.k or just
Another country
Another council tenancy

I wanna be an anarchist
Oh what a name
Get pissed destroy !

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2008

Νταίηβιντ Κούπερ: ΑΠΟΔΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΟΡΓΑΣΜΙΚΗ ΣΕΞΟΥΛΙΚΟΤΗΤΑ

Ο οργασμός είναι η «κατάργηση» του μυαλού στο υψηλότερο, ιερό σημείο της σεξουαλικής εμπειρίας. Στον οργασμό δεν υπάρχει πόθος, ένστικτο, πάθος, αγάπη, καθώς κατά την διάρκειά του δεν υπάρχουν 2 άτομα, μήτε καν 1. Δεν υπάρχει εμπειρία του οργασμού, διότι η στιγμή αυτή είναι η εκκένωση όλης της εμπειρίας.

Υπάρχει μία ολόκληρη μυθολογία σχετικά με τον «σύγχρονο οργασμό» ως το τελικά επιθυμητό σημείο. Αυτό είναι βέβαια κάτι που συμβαίνει κάποιες φορές ή που πολλοί υποκρίνονται από μία λανθασμένη αίσθηση γενναιοδωρίας προς τον ερωτικό σύντροφο. Αυτό που ενδιαφέρει είναι ότι κάποιος «δίνει τον εαυτό του» (πραγματικότητα), προϋποθέτοντας ότι και ο άλλος θα κάνει το ίδιο. Πιο βασικό από αυτό είναι η ανάγκη να δει ο άλλος το στάδιο της απώλειας του εαυτού και αυτό εκφράζει μία πιο συνολική και αμοιβαία επιβεβαίωση από τον περιβόητο «σύγχρονο οργασμό». Η εμπειρία της απώλειας του εαυτού είναι η αναγνώριση της μη ύπαρξης του εαυτού και είναι το κλειδί της από-μυστικοποίησης και του περιορισμού των απογειωμένων δομών του εαυτού που συνδέει την προσωπική με την μακροπολιτική συνείδηση…

…Πριν και μετά την στιγμή του «no mind», υπάρχει σίγουρα η πιο έντονη εμπειρία, ο πιο έντονος πόθος, αλλά αυτό είναι εμπειρία στην περιφέρεια του οργασμού, όχι μέσα σε αυτόν.

Όπως και το άλλο τίποτα που ο κόσμος αποκαλεί «εαυτό», ο οργασμός υπάρχει στην Ιστορία και έχει έναν τόπο, αλλά στερείται ουσίας, καθώς καθορίζεται μόνο από τις διευθύνσεις ορισμένων ενεργειών και εμπειριών. Ο οργασμός είναι η καταλληλότερη αντικειμενοποίηση του εαυτού ως ένα ειδικό τίποτα. Έτσι δεν είναι δυνατόν, ακόμα και με τα καλύτερα διαγράμματα και σχήματα, να μιλήσει κανείς «περίπου» για τον οργασμό με ψυχαναλυτικές θεωρήσεις του «εαυτού» ως ένα είδος θήκης μέσα στην οποία τοποθετούνται ή μέσα από την οποία παίρνονται αντικείμενα, ή με την βιολογική θεώρηση, στην οποία η ανθρώπινη οντότητα περιορίζεται σε έναν ουσιαστικά οργανισμό, στον οποίο οι «ενστικτώδεις τάσεις» πρέπει να αφεθούν ελεύθερες σ’ έναν οργασμό. Όλα αυτά συνδέονται με την κοινωνική μάζα.

Στην πραγματικότητα, πρέπει να χρησιμοποιούμε την γλώσσα με έναν τέτοιον τρόπο ώστε να υπονομεύεται η γλώσσα της κανονικής συνείδησης που είναι ανοργασμική. Για παράδειγμα, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την γλώσσα όχι τόσο για να πληροφορίες, αλλά με έναν τρόπο που στον διάλογο οι λέξεις να υπάρχουν για να σχηματίζουν εξαίρετες σιωπές. Αυτή είναι η οργασμική γλώσσα και κατά τον ίδιο τρόπο οι οργασμικές πράξεις καταστρέφουν τον χρόνο του συστήματος, τον «κανονικό» χρόνο, ώστε να μην καταστραφούν από αυτόν.

Στην καπιταλιστική κοινωνία, η κανονικότητα ορίζεται από εκείνους που κατέχουν τα μέσα παραγωγής και ορίζεται αποκλειστικά για το δικό τους ταξικό συμφέρον. Οι ορισμοί τους είναι παραδεκτοί μόνο από όσους είναι ζαλισμένοι και συγχυσμένοι από την συστηματική και, περισσότερο ή λιγότερο, πανούργα παραπληροφόρηση και από λαθεμένες κατευθύνσεις που δίνει ο ελεγχόμενος από τους καπιταλιστές Τύπος, το ραδιόφωνο και η τηλεόραση, αλλά και το εκπαιδευτικό σύστημα ακόμα, παρ’ όλο που δεν περιέχεται στα ενδιαφέροντά τους. Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν θα επαναστατήσουν ενάντια στο καπιταλιστικό μοντέλο και στις ανάλογες σχέσεις παραγωγής, όντας πια εθισμένοι στο να δέχονται την κατασταλτική άποψη της κανονικότητας που συμβαδίζει με αυτό το σύστημα.

Μαζί με αυτή την κατασταλτική κανονικότητα έχουμε την κατασταλτική χρήση του χρόνου. Ο καπιταλιστικός χρόνος, ολοκληρωτικά προσαρμοσμένος από το παραγωγικό σύστημα στην παραγωγή κέρδους, βασισμένος στην δυνατότητα παραγωγής κέρδους από την εργασία των ανθρώπων, φυλακίζει την σεξουαλική ζωή και καταστρέφει όλες τις συνθήκες που απαιτούνται για την οργασμική δυνατότητα. Η κύρια συνθήκη για την επίτευξη του οργασμού είναι η καταστροφή του χρόνου με την έννοια του ρολογιού, για να ανακαλύψουμε ξανά τα εσωτερικά «ρολόγια» των σωμάτων μας.

Ο άνθρωπος που γυρνάει σπίτι την ίδια ώρα κάθε μέρα μετά από 8 ώρες δουλειάς – ρουτίνας και περνάει το βράδυ του με έναν επίσης ρουτινιάρικο τρόπο (κουζίνα, τηλεόραση) μαζί με την οικογένειά του και κοιμάται με την γυναίκα του, στην καλύτερη περίπτωση βράζει από νεύρα για την καταπιεστική καθημερινή ρουτίνα που σκοπεύει στην καταστροφή της προσωπικότητας και της αυτονομίας του. Στην χειρότερη περίπτωση δέχεται παθητικά την καταπίεσή του...

Όλα αυτά υπηρετούν την λεγόμενη «αποδοτική σεξουαλικότητα» («procreative sexuality»), δηλαδή παραγωγή ανθρώπινου δυναμικού με την λιγότερη δυνατή ερωτική ευχαρίστηση. Παραγωγή ανδρικού δυναμικού για την αγορά εργασίας και γυναικείου για την διατήρηση του θεσμού της οικογένειας ως κύριο μεσολαβητή ανάμεσα στην κατασταλτική βία και στο άτομο που μέσα από την οικογένεια καλείται να υποταχθεί υπάκουα, να θάψει την αυτονομία του και να εγκαταλείψει κάθε όνειρο και ελπίδα. Οι καταπιεστές, αυτά τα μη παραγωγικά παράσιτα, κρύβονται πίσω από άλλα εξίσου μεσολαβητικά συστήματα καταστολής, όπως λ.χ τα νηπιαγωγεία, τα σχολεία, τους τυποποιημένους χώρους εργασίας με τους αποξενωμένους εργαζόμενους, τα τεχνολογικοποιημένα πανεπιστήμια, καθώς επίσης και πίσω από πιο εμφανείς πράκτορες της καταστολής, όπως λ.χ. γραφειοκράτες, αστυνομία, ψυχίατρους, ψυχολόγους, «ειδικούς» των ανθρωπίνων σχέσεων, σεξολόγους, εκπαιδευτικούς κ.ά. που αν και οι ίδιοι είναι θύματα της καταστολής, αποτελούν ωστόσο οργανικά και λειτουργικά μέλη της.

Η «αποδοτική σεξουαλικότητα» είναι μία πειθήνια σεξουαλικότητα που αξιωματικά έρχεται σε πλήρη ρήξη με την «οργασμική σεξουαλικότητα» («orgasmic sexuality»). Η πρώτη συνήθως εννοεί ένα ανδρικό μόριο που αυνανίζεται μέσα σε έναν γυναικείο κόλπο, του οποίου η κλειτορίδα πρακτικά μένει ανέγγιχτη. Γι’ αυτή την στερημένη μορφή σεξουαλικότητας, η κατάλληλη θέση έχει προ πολλού βρεθεί με τον άνδρα να ξαπλώνει επάνω στην γυναίκα. Ο άνδρας μπορεί έτσι να πετύχει εύκολα τον αυνανισμό του, ενώ η γυναίκα δεν μπορεί να κουνηθεί. Αντίθετα, η «οργασμική σεξουαλικότητα» δέχεται ότι υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε με δύο σώματα που έχουν μία κάποια σχέση. Η «οργασμική σεξουαλικότητα» είναι μία επαναστατική σεξουαλικότητα. Την στιγμή της έκστασης, το να απομακρύνεται κανείς από το μυαλό του και από το σύστημα του κατασταλτικού χρόνου, είναι μία επαναστατική στιγμή. Μία στιγμή που βασίζεται στην εμπιστοσύνη και είναι ένα κύριο σημείο τόσο της φύσης της αυτονομίας και της ελευθερίας στις ανθρώπινες σχέσεις, όσο και αυτής της ίδιας της επαναστατικής αλληλεγγύης. Δεν μου αρέσει η ηθική και οικονομική αλληλεξάρτηση της υποτιθέμενης «εμπιστοσύνης», η οποία στις λατινικές τουλάχιστον γλώσσες μεταφράζεται ως κάτι παραπλήσιο της πιστότητας ή της θρησκευτικής πίστης.

Η καταπίεση όσον αφορά τις υλικές ανάγκες, την τροφή, την ζεστασιά και την στέγη, δεν είναι αρκετή για να προκαλέσει την ολοκληρωτική επανάσταση. Πρέπει βέβαια να επαναστατήσουμε ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά πρώτα πρέπει να ρωτήσουμε «επανάσταση για τι ;». Και αυτό θα γίνει μόνο αφού προηγουμένως διαλύσουμε κάθε ταμπού, όλοι μαζί και με συμμετοχή όλου του κόσμου. Οι καινούργιοι απελευθερωμένοι τρόποι να απολαμβάνουμε τις σχέσεις μας, δεν δημιουργούν ωστόσο αυτόματα και μία αλλαγή στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, συνεπώς ο κατασταλτικός καπιταλιστικός χρόνος πρέπει επίσης να διαλυθεί, να καταστραφεί. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην «Κομμούνα του Παρισιού», το 1871, οι κομμουνάροι ενστικτωδώς πυροβολούσαν τα ρολόγια, που στα μάτια τους αντιπροσώπευαν τον καπιταλιστικό χρόνο…

…Με το να παράγουμε για τον εαυτό μας και όχι για να δημιουργήσουμε υπεραξία, δημιουργούμε χρόνο για τον εαυτό μας, χρόνο που μας χρειάζεται για να γνωριστούμε, να ζήσουμε, να παίξουμε και να δημιουργήσουμε σχέσεις, χωρίς την καταστολή της ώρας. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πολύ περισσότερα αγαθά παράγονται για να εξαπατήσουν τους ανθρώπους και να τους οδηγήσουν στην «παραίσθηση της ευτυχία», παρά για να υπηρετήσουν τις ελεύθερες και ειλικρινείς σχέσεις. Και όπως ακριβώς υπάρχει αυτός ο παραλογισμός των άχρηστων καταναλωτικών προϊόντων, έτσι υπάρχει και ο παραλογισμός των εκατομμυρίων εργαζομένων στα μεγάλα εμπορικά υπερκαταστήματα, στην διαφήμιση, στις τράπεζες και σε πολλούς άλλους ατελείωτους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, που δεν παράγουν ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΙΠΟΤΑ εκτός από κέρδη για τους εργοδότες και επίσης τρόπους διαιώνισης της κερδοφορίας αυτής.

Φρήντριχ Νίτσε: Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ

Ό, τι μας παρουσίασαν μέχρι σήμερα οι χριστιανοί σαν δήθεν «Αλήθεια», αποδείχθηκε το πιο επικίνδυνο, άθλιο και δηλητηριώδες ψέμμα: όταν κάποιος μπορέσει και ανασηκώσει το πέπλο της ιερής πρόφασης, της πρόφασης της δήθεν βελτίωσης τής ανθρωπότητας, θα αποκαλυφθεί μπροστά στα μάτια του μία απάτη, την οποίας μοναδικός σκοπός είναι να ρουφήξει το αίμα της ζωής μέχρι να την πεθάνει, μέχρι να την κάνει να σβήσει. Η ηθική του βρικόλακα.

Αυτός που αφαιρεί την μάσκα από το πραγματικό πρόσωπο της χριστιανικής ηθικής, ξεμασκαρεύει ταυτόχρονα και την απαξία όλων των δήθεν αξιών στις οποίες πιστεύουν έως σήμερα οι χριστιανοί, ή τουλάχιστον πίστευαν μέχρι τώρα. Δεν βλέπει πια τίποτε άξιο για σεβασμό, ακόμα και στους πιο αξιοσέβαστους ανθρώπινους τύπους ανάμεσά τους, και σε εκείνους ακόμα που κάποιοι θεώρησαν ως δήθεν αγίους, αφού δεν βλέπει πια σε αυτούς παρά το επικίνδυνο –γιατί δυστυχώς μπορεί ακόμα και γοητεύει αρκετούς- είδος των κακοφτιαγμένων όντων.

Επινοήσανε την έννοια του «Ενός Θεού», η οποία αποτελεί σαφή αντινομία της ζωής και με την έννοια αυτή ζυμώθηκε το εφιαλτικό αμάλγαμα όλων των αρνητικών στοιχείων, όλων των δηλητηρίων, όλων των συκοφαντιών και όλων των φρικαλεοτήτων που κατόρθωσαν να υψώσουν ενάντια στην ανθρώπινη ύπαρξη!

Επινοήσανε την έννοια του «επέκεινα», του δήθεν «αληθινού κόσμου», με προφανή σκοπό να εξευτελίσουν τον μοναδικό υπαρκτό κόσμο, να μην του αφήσουν κανέναν νόημα, κανέναν λόγο ύπαρξης, να μην αφήσουν κανέναν σκοπό στην γήϊνη πραγματικότητά μας.

Επινοήσανε την έννοια της ατομικής «ψυχής», την έννοια του «πνεύματος» και τελικά την έννοια της «αθανασίας της ατομικής ψυχής» για να επελάσει ασύδοτη η περιφρόνηση προς το σώμα, για να γίνει αυτό αποδεκτό μόνον ως αρρωστημένα «άγιο», για να αντιτάξουνε την χειρότερη αδιαφορία απέναντι σε όλα τα πραγματικά και σοβαρά ζητήματα της ζωής…

Αντικαταστήσανε την φυσιολογικότητα με την «σωτηρία της ψυχής», η οποία δεν είναι τίποτε περισσότερο από μία κυκλική παραφροσύνη, κινούμενη αενάως από τους σπασμούς της μετάνοιας την υστερία της λύτρωσης.

Επινοήσανε την έννοια της «αμαρτίας» και τους ενοχικούς μηχανισμούς που την συμπληρώνουν, επινοήσανε το υποτιθέμενο «αυτεξούσιο» του ανθρώπου για να υποβιβάσουνε τα ένστικτα και να καθιερώσουν ως δεύτερη ανθρώπινη φύση την καχυποψία.

Πηγή: Friedrich Nietzche, «Ecce Homo» («Ίδε ο Άνθρωπος»)

Αναδημοσίευση από το παγανιστικό blog "Pagan and Proud"