Δευτέρα 9 Ιουνίου 2008

Πολίτης Λαπονεράϊγ: ΤΟ ΛΑΘΟΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ Ο ΡΟΒΕΣΠΙΕΡΟΣ

«Ο Ροβεσπιέρος είχε σταθερό χαρακτήρα, θέληση δυνατή και μία ακλόνητη πεποίθηση. Την ψυχική του ευαισθησία ισοφάριζε και μάλιστα ίσως ξεπερνούσε η ακαμψία των αρχών του. Χωρίς αμφιβολία γίνονταν μέσα του τρομερές μάχες, όταν το καλό του λαού ερχόταν σε αντίθεση με την κλίση της καρδιάς του προς την ηπιότητα και το έλεος. Χίλιες περιπτώσεις στην ζωή του υποστηρίζουν αυτόν τον ισχυρισμό. Πόσες φορές δεν τον είδαμε, στο πιο κρίσιμο σημείο της «τρομοκρατίας», να παίρνει το μέρος ενός υπόπτου που τον κατήγγειλαν στην «Επιτροπή της Δημόσιας Σωτηρίας» («Comite de Salut Public»), να τον δικαιολογεί, να του δίδει τα μέσα για την υπεράσπισή του, ή ακόμα και τελικά να τον σώζει;


Ο Ροβεσπιέρος είχε κατανοήσει όλο το εύρος της εντολής που είχε λάβει. Είχε κατανοήσει ότι όχι μόνο έπρεπε να φιμώσει την μοναρχία και να κόψει τα νύχια της Εκκλησίας και των ευγενών αλλά να τους αντικαταστήσει παντού με την μεσαία τάξη. Είχε κατανοήσει ότι έπρεπε να καλέσει την μεσαία και την κατώτερη τάξη, δηλαδή όλον τον λαό, να συμμετάσχει στην εθνική κυριαρχία. Για τον Ροβεσπιέρο, η κυριαρχία του λαού θα ήταν απατηλή εάν η ψηφοφορία δεν είναι καθολική και οι βουλευτές, οι δικαστές, οι νομάρχες και οι δημόσιοι ανώτεροι υπάλληλοι δεν εκλέγονταν από ενήλικες πολίτες που δεν είχαν απολέσει τα πολιτικά τους δικαιώματα. Εάν οι πολίτες δεν είχαν το δικαίωμα να εκφράζουν την γνώμη τους και να συνδέονται, να συνεταιρίζονται, όπως εκείνοι κρίνουν, και εάν ένα πρόσωπο που λέγεται βασιλιάς ήταν κάτοχος της ανώτατης εξουσίας και μπορούσε όπως εκείνος ήθελε να περιορίζει τις πολιτικές ελευθερίες και να εκμεταλλεύεται τριάντα εκατομμύρια ανθρώπους κάτω από την δεσποτική του θέληση, όσο θα υπήρχαν μονοπώλια, όσο θα υπήρχαν στην Γαλλία από την μία οι εκλεκτοί, παπάδες και ευγενείς, και από την άλλη οι διάφοροι αποκλεισμένοι, τότε η κυριαρχία του λαού θα ήταν απατηλή! Με την καρδιά γεμάτη από αυτές τις ιδέες, έφτασε λοιπόν στο Παρίσι για να λάβει μέρος στην Γενική Συνέλευση. Είχε μελετήσει σε βάθος την ελληνική και ρωμαϊκή Ιστορία. Είχε την υπερηφάνεια ενός Ρωμαίου και το φρόνημα ενός Σπαρτιάτη. Δυστυχώς δεν είχε μελετήσει αρκετά για την εποχή που ζούσε και για το έθνος που ήθελε να αναμορφώσει. Έκανε το λάθος όλων όσων απομονώνονται και ζουν περισσότερο με τα βιβλία τους παρά με τους σύγχρονούς τους ανθρώπους.


Το αποτέλεσμα ήταν, όταν θέλησε να εφαρμόσει έμπρακτα τις θεωρίες που συνέλαβε μέσα στο αναγνωστήριό του, να συναντήσει σφοδρές αντιδράσεις, οπότε υποχρεώθηκε να μεταχειριστεί ακραία μέσα. Θα μπορούσε να είχε αντιμετωπίσει ευκολότερα εκείνες τις αντιδράσεις εάν οι θεωρίες του ήσαν συμβιβασμένες με τα ήθη και τα έθιμα ή τις προκαταλήψεις του Γαλλικού Έθνους. Δεν υπάρχει κανένα έθνος σαν τον ακατέργαστο χρυσό τον οποίο ρίχνεις μέσα στην χοάνη για να τον καθαρίσεις, αλλά αργά - αργά, δια μέσου σταδιακών, συνετών αλλαγών στα διάφορα επίπεδα των θεσμών κατορθώνουμε να αφαιρέσουμε την διαφθορά και τα λάθη του λαού. Μόνο συνηθίζοντας τον λαό σιγά - σιγά στο καθεστώς της ελευθερίας τον κάνουμε τελικά άξιο να ζήσει ελεύθερος. Δέχομαι ωστόσο και συμμερίζομαι τις πολιτικές απόψεις του Ροβεσπιέρου. Απορρέουν από την Φύση. Οι πηγές τους είναι μέσα στην δικαιοσύνη, την αγάπη προς την ανθρωπότητα, πράγματα τα οποία επικρίνω διότι είναι απόλυτες αξίες και για να εφαρμοσθούν οδηγούν στην άμεση καταστροφή όλων όσων εναντιώνονται».


Πηγή
: Citoyen Laponneraye, «Oeuvres de Maximillien Robespierre avec une Notice Historique et Notes», Παρίσι, 1834

Βλάσης Ρασσιάς: ΝΑ ΘΕΣΟΥΜΕ ΣΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΜΥΑΛΑ

Το να είσαι επαναστάτης, δεν σημαίνει να κάνεις κάποια «επανάσταση», όσο το να κάνεις κι άλλους ανθρώπους ν’ ασπαστούν τις απόψεις σου. Το σύστημα γνωρίζοντάς το αυτό, από την αντίθετη βέβαια σκοπιά, έχει δώσει το μεγαλύτερο βάρος της δύναμής του στο να ελέγξει απόλυτα τα μαζικά μέσα πληροφόρησης, κίνησης ιδεών, προπαγανδισμού και κουλτούρας. Έτσι κάθε παιδί που γεννιέται, έχει να αντιμετωπίσει μια υποχρεωτική «γαλούχηση» από τα χοντρά ψέμματα του κρατικού συντονισμένου σύννεφου των Μαζικών Μέσων, με απώτερο στόχο να βιαστεί όσο γίνεται αποτελεσματικώτερα η ταυτότητά του, η συνείδησή του, ο τρόπος σκέψης του.

Οι ριζοσπαστικές πολιτικές κινήσεις, έχουν υποχρέωση να σύρουν άτομα, έξω από το τέλμα της κρετινοποίησης. Βασική γραμμή πρέπει να είναι το ξήλωμα του συστήματος «έτοιμων εξηγήσεων» που προωθείται από το σύστημα. Και αυτό το πράγμα δεν πετυχαίνεται με κανένα ετοιματζήδικο τρόπο «άμεσων αποτελεσμάτων», αλλά με την αποτελεσματική αντιπαράθεση του δικού μας συστήματος πληροφόρησης δηλαδή της δικής μας αλήθειας, απέναντι στα ψέμματα του συστήματος. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο πολύς κόσμος απεχθάνεται τις απότομες αλλαγές, εκτός δε ότι τις παρακολουθεί -ή έχει μάθει να τις παρακολουθεί- ως θεατής και μόνο. Πρέπει να προωθήσουμε ένα μονάχα σχέδιο: το να βάλουμε μπροστά, να θέσουμε δηλαδή σε λειτουργία, τα ανθρώπινα μυαλά, πληροφορώντας τα με αλήθεια, καλλιεργώντας τους την σωστή κρίση και αφήνοντάς τα μετά να κάνουν τις δικές τους εκτιμήσεις και επιλογές. Πρέπει να ΚΑΤΑΡΓΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΠΡΟ-ΚΑΤ ΑΛΗΘΕΙΕΣ και τις ετοιματζήδικες εξηγήσεις.

(Από κείμενο με τίτλο "ΚΕΝΤΡΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ" που δημοσιεύθηκε σε 3 μέρη στα τεύχη 1 - 3 της «Ανοιχτής Πόλης» 1980-1981. Το κείμενο συνέθεσε ο Βλάσης Ρασσιάς για λογαριασμό της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού)

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2008

Τζων Χολτ: Ο ΦΘΟΝΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

«Δεν υπάρχει επιστημονικός τρόπος απόδειξης ότι η ελευθερία είναι κάτι το καλό ή μία αξία που αξίζει τον τρόπο να διατηρηθεί… Η ελευθερία κινδυνεύει σοβαρά στις κοινωνίες μας επειδή ακριβώς πάρα πολλοί άνθρωποι δεν νοιώθουν ελεύθεροι, ούτε ένοιωσαν ποτέ, ούτε και περιμένουν να νοιώσουν και, επομένως, δεν έχουν γνώση του τι είναι η ελευθερία ή δεν έχουν γνώση του γιατί αξίζει τον κόπο να γίνεται τέτοιος θόρυβος στο όνομά της. Για πολλούς Αμερικανούς λ.χ., η ελευθερία ελάχιστα απέχει από το σύνθημα που δικαιολογεί την αντιπάθεια, το μίσος, ακόμα και την δολοφονία του όποιου ξένου που είναι τάχα λιγότερο ελεύθερος από όσο οι ίδιοι. Όταν, σπάνια μάλλον, συναντήσουν κάποιον που νοιώθει ελεύθερος, ενεργεί ελεύθερα και παίρνει στα σοβαρά την ελευθερία του, είναι πιθανόν ότι θα φοβηθούν ή θα εξοργισθούν και θα αναρωτηθούν εάν είναι τρελλός, ψυχοπαθής. Γιατί, αλίμονο, όταν ο άνθρωπος δεν έχει ή νομίζει ότι δεν έχει αληθινή ελευθερία, δεν σκέπτεται πώς να την κατακτήσει. Σκέπτεται πώς να την στερήσει από εκείνους που την έχουν.

Ο,τιδήποτε κάνει τους ανθρώπους να νοιώθουν λιγότερο ελεύθεροι, ακόμα και όταν δεν τους στερεί ένα ιδιαίτερο δικαίωμα ή μια ιδιαίτερη ελευθερία, ελαττώνει και απειλεί την ελευθερία όλων μας. Τι λογής πράγματα κάνουν άραγε τον άνθρωπο να νοιώθει μη ελεύθερος; Το ότι «άγεται και φέρεται». Το ότι είναι υποχρεωμένος να υποταχθεί στην θέληση ανθρώπων που δεν μπορεί να πλησιάσει, να δει ή να μιλήσει μαζί τους και που αισθάνεται πως δεν έχει κανέναν έλεγχο επάνω τους. Ένα άλλο είναι ότι αγνοεί τι συμβαίνει, ότι αισθάνεται πως δεν του λένε την αλήθεια και δεν μπορεί να την βρει ο ίδιος. Ένα άλλο ακόμα είναι το ότι δεν έχει να διαλέξει τίποτε που να αφορά την ζωή του. Ότι άλλοι παίρνουν, πίσω από τις πλάτες του, τις αποφάσεις που καθορίζουν αν θα ενεργήσει με τον α ή β τρόπο. Στην κοινωνία αυτή, ο μεγάλος κίνδυνος για την ελευθερία ενεδρεύει στο γεγονός ότι οι αντικειμενικές προϋποθέσεις που κάνουν τους ανθρώπους να αισθάνονται έτσι, διαρκώς αυξάνουν και ασφαλώς θα εξακολουθήσουν να αυξάνουν».

Πηγή: John Caldwell Holt, «Τhe Underachieving School», Νέα Υόρκη, 1970

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2008

Πλωτίνος Ροδοκανάκης: Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ

Από άρθρο του Έλληνα αναρχικού Πλωτίνου Ροδοκανάκη ή Ροδοκανάτη στην μεξικανική εφημερίδα «El Socialista», στις 28 Μαϊου 1876:


«Ο δρόμος του Σοσιαλισμού σήμερα είναι αυτός της Γαλλικής Επανάστασης του 1793 – Ελευθερία, Ισότης, Αδελφότης, στα οποία εμείς προσθέτουμε την Ενότητα.

Ελευθερία σημαίνει ανάπτυξη όλων των ειδικοτήτων ή των τεχνών και όλων των ατομικών ταλέντων χωρίς περιορισμό. Ελευθερία σημαίνει δικαίωμα στην εξάσκηση όλων των ειδικοτήτων, χωρίς απόκτηση επίσημων τίτλων και αδειών και δίχως το μονοπώλιό τους από τα πανεπιστήμια. Ελευθερία σημαίνει απελευθέρωση και χειραφέτηση των γυναικών και ελευθερία όλων μας από κάθε είδους απαγορεύσεις.

Ισότης σημαίνει ίσα δικαιώματα απέναντι στον νόμο, ισότητα των κοινωνικών θέσεων μέσα σε ένα έθνος, ίση κατανομή του πλούτου και ίση ποιότητα συνειδήσεων πριν η οικουμενική ηθική τάξη επικρατήσει σε όλη την ανθρωπότητα. Αυτό αποτελεί το αξίωμα του κοινού νόμου.

Αδελφότης σημαίνει αλληλεγγύη, η οποία επιτυγχάνεται με την φιλία και τον αλτρουϊσμό να επικρατούν σε όλα τα μέλη της μεγάλης ανθρώπινης οικογένειας. Όχι άλλες συγκρούσεις, όχι άλλο μίσος ανάμεσα σε πολιτικές παρατάξεις, όχι άλλες θρησκευτικές σταυροφορίες ή καταδιώξεις, σαν εκείνες που έχουμε ήδη δει από κλίκες που ενώ διεκδικούν μια θέση στους Ουρανούς, εδώ στη Γη έχουν εκδηλώσει την χειρότερη παλιανθρωπιά σε βάρος όλης της ανθρωπότητας.

Ενότης, τέλος, είναι η σύγκλιση όλων των ατομικών ενδιαφερόντων με εκείνα της γενικής ευημερίας».

Τρίτη 3 Ιουνίου 2008

Ρόναλντ Λαινγκ: ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΣΤΟΥΣ «ΚΟΜΠΟΥΣ»

Υπάρχει ελάχιστη σχέση ανάμεσα στην αλήθεια και την κοινωνική «πραγματικότητα». Υπάρχουν γύρω μας ψευδογεγονότα, στα οποία εμείς προσαρμοζόμαστε με την κατάλληλη γι’ αυτό ψευδή συνείδηση, που μας επιτρέπει να θεωρούμε αυτά τα ψευδογεγονότα σαν τάχα αληθινά και πραγματικά, πολλές φορές μάλιστα ακόμα και σαν τάχα ωραία.

Στην ανθρώπινη κοινωνία η αλήθεια βρίσκεται πλέον λιγότερο σε αυτό που όντως είναι τα πράγματα και περισσότερο σε αυτό που δεν είναι. Πρόκειται για μία κοινωνική πραγματικότητα εξαιρετικά απεχθή, από την στιγμή που κάποιος την κοιτάξει κάτω από το φως της εκτοπισμένης αλήθειας. Ακόμα και η ίδια η ομορφιά σχεδόν δεν είναι πια υπαρκτή, εκτός και εάν αποτελεί και αυτή ένα ψέμα.

Τι πρέπει άραγε να πράξουμε εμείς, εμείς που είμαστε νεκροζώντανοι, εμείς που ζούμε στην τακτικά κλονιζόμενη ενδοχώρα μίας γερασμένης κεφαλαιοκρατίας, Μπορούμε άραγε να πράξουμε τίποτε περισσότερο από το να αντικαθρεφτίζουμε απλώς την παρακμή που επικρατεί γύρω μας και μέσα μας, Μπορούμε άραγε να κάνουμε τίποτε περισσότερο από το να τραγουδάμε τα πικρά και λυπητερά άσματα της απογοήτευσης και της ήττας.

Τόσο οι απαιτήσεις του παρόντος, όσο και η αποτυχία του παρελθόντος, είναι μία και η αυτή: απαιτείται η σύνταξη μίας στο έπακρο αυτοσυνειδητής και αυτοκριτικής ανθρώπινης έκθεσης της ανθρωπότητας

Τώρα πια, κανείς και καμμία δεν μπορεί να στοχάζεται, να αισθάνεται ή να πράττει, εάν προηγουμένως δεν θέσει ως αφετηρία την δική του ή την δική της αλλοτρίωση… Είμαστε όλοι μας δολοφόνοι και πόρνες, ανεξάρτητα από την κουλτούρα, την κοινωνία, την τάξη και το έθνος όπου ανήκουμε, ανεξάρτητα από το πόσο «ομαλούς», «ηθικούς» ή «ώριμους» θεωρούμε τους εαυτούς μας.

Η ανθρωπότητα είναι ολότελα αποξενωμένη από τις αυθεντικές της δυνατότητες. Η παραμορφωμένη μας οπτική, μας εμποδίζει να τηρήσουμε κάποια σαφή θέση απέναντι στην υγεία του κοινού νοός ή απέναντι στην παραφροσύνη του αποκαλούμενου τρελλού. Και οπωσδήποτε, εκείνο που απαιτείται είναι κάτι περισσότερο από κάποιο παθιασμένο ξέσπασμα μίας εξαγριωμένης ανθρωπότητας.

Η αλλοτρίωσή μας έχει ισχυρότατες ρίζες. Για κάθε σοβαρή θεώρηση οποιασδήποτε πλευράς του τωρινού διανθρώπινου βίου, βασικότατο κίνητρο αποτελεί η συνείδηση αυτού του γεγονότος. Θεωρημένη από διαφορετικές προοπτικές, ερμηνευμένη μέσα από διαφορετικές μεθόδους, ή εκφρασμένη με διαφορετικά ιδιώματα, αυτή η συνείδηση είναι που συνενώνει στοχαστές τόσο διαφορετικούς, όπως ο Μάρξ, ο Κίρκεγκαρντ, ο Νίτσε, ο Χάϊντεγκερ, ο Τίλλιχ και ο Σαρτρ.

Είμαστε αποβλακωμένες και παραφρονημένες υπάρξεις, ξένοι απέναντι στους αληθινούς εαυτούς μας, ξένοι ο ένας απέναντι στον άλλον και απέναντι στον υλικό και πνευματικό κόσμο, αποξενωμένοι ακόμα και από μία ιδανική πλευρά τρέλλας, την οποία μπορούμε ίσως να αντιληφθούμε αλλά όχι και να υιοθετήσουμε.

Γεννιόμαστε δίχως να το έχουμε επιλέξει, σε έναν κόσμο όπου υποχρεωτικώς μας περιμένει η αλλοτρίωση. Είμαστε όχι μόνον δυνητικά άνθρωποι, αλλά επιπροσθέτως σε κατάσταση πλήρους αλλοτρίωσης, μία κατάσταση η οποία σαφώς δεν αποτελεί την λογική κατάληξη κάποιας φυσικής διαδικασίας. Η αλλοτρίωση σαν παρούσα μοίρα μας, έχει επιτευχθεί αποκλειστικά με την χρήση μίας εξωφρενικής ποσότητας βίας, την οποία επί αιώνες έχουν επιβάλει ανθρώπινα όντα επάνω σε άλλα ανθρώπινα όντα.

(Κείμενο από το βιβλίο toy Ronald David Laing «Η Πολιτική της Εμπειρίας και το Παραδείσιο Πουλί»)

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

Τζων Σινκλαίρ

Η φυλάκιση του ιδρυτή του "Κόμματων Άσπρων Πανθήρων" ποιητή John Sinclair

Πώλ Άβριτς: ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ "ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ" ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ

Το «Θεός και Κράτος» έχει γίνει το πιο πολυδιαβασμένο και συχνά μνημονευόμενο έργο του Μπακούνιν. Ο βασικός ίσως λόγος της δημοτικότητας του είναι ότι εκθέτει, με ζωντανή γλώσσα και σχετικά συνοπτικά, τα βασικά στοιχεία του αναρχικού πιστεύω του Μπακούνιν.

Το βασικό χαρακτηριστικό του «Θεός και Κράτος» είναι η απόρριψη κάθε μορφής εξουσίας κι επιβολής απʼ τον Μπακούνιν. Σε μια συγκλονιστική παράγραφο, αφήνει να ξεσπάσει η οργή του ενάντια «σε όλους τους βασανιστές, όλους τους καταπιεστές κι όλους τους εκμεταλλευτές της ανθρωπότητας — παπάδες, μονάρχες, κρατικούς, αξιωματούχους, στρατιωτικούς, δημόσιους κι ιδιωτικούς, χρηματιστές, κάθε λογής επίσημους, αστυνόμους, χωροφύλακες, δεσμοφύλακες και δήμιους, καπιταλιστές κι αγιογδύτες, συμβολαιογράφους και μεγαλοκτηματίες, δικηγόρους, οικονομολόγους, πολιτικούς κάθε απόχρωσης, μέχρι τον πιο μικρό εμποράκο που πουλάει ζαχαρωτά». Αλλά οι κύριοι θεσμοί της ανθρώπινης υποδούλωσης — «οι δυο εφιάλτες μου», όπως τους αποκαλεί — είναι η εκκλησία και το κράτος. Κάθε κράτος είναι το όργανο με το οποίο μια προνομιούχα μειονότητα έχει αποκτήσει εξουσία πάνω στην τεράστια πλειονότητα. Και κάθε εκκλησία είναι πιστός σύμμαχος του κράτους στην καθυπόταξη της ανθρωπότητας. Σ' όλη την πορεία της ιστορίας, οι κυβερνήσεις χρησιμοποίησαν τη θρησκεία τόσο σα μέσο για να κρατήσουν τους ανθρώπους στην άγνοια όσο και σαν «ασφαλιστική δικλείδα» της ανθρώπινης εξαθλίωσης κι απογοήτευσης. Επιπλέον, η ίδια η ουσία της θρησκείας είναι ο υποβιβασμός της ανθρωπότητας προς μεγαλύτερη δόξα του θεού. «Όντας ο θεός το παν», γράφει ο Μπακούνιν, «ο πραγματικός κόσμος κι ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα. «Όντας ο θεός η αλήθεια, η δικαιοσύνη, το καλό, η ομορφιά, η δύναμη κι η ζωή, ο άνθρωπος είναι το ψέμα, η αδικία, το κακό, η ασχήμια, η αδυναμία, κι ο θάνατος. Όντας ο θεός ο αφέντης, ο άνθρωπος είναι δούλος». Συνακόλουθα, όχι λιγότερο απʼ το κράτος, η θρησκεία είναι η άρνηση της ελευθερίας και της ισότητας. Έτσι, αν ο θεός υπήρχε πραγματικά, καταλήγει ο Μπακούνιν αντιστρέφοντας ένα περίφημο απόφθεγμα του Βολταίρου, «θα έπρεπε να τον καταργήσουμε».

Ο Μπακούνιν κήρυξε έναν αδιάλλακτο πόλεμο ενάντια στην Εκκλησία και το Κράτος. Αν οι άνθρωποι θέλουν να είναι ελεύθεροι, πρέπει νʼ απαλλαγούν απʼ το διπλό ζυγό της θρησκευτικής και της κοσμικής εξουσίας. Για να το πετύχουν αυτό θα πρέπει νʼ αφυπνίσουν τις δυο «πιο πολύτιμες ιδιότητες», με τις οποίες είναι προικισμένοι: τη δύναμη της σκέψης και την επιθυμία της εξέγερσης. Η ίδια η ανθρώπινη ιστορία άρχισε με μια πράξη σκέψης κι εξέγερσης. Αν ο Αδάμ κι η Εύα υπάκουαν στο θεό, όταν τους απαγόρεψε νʼ αγγίξουν το δέντρο της γνώσης, η ανθρωπότητα θα ήταν καταδικασμένη σε αιώνια δουλεία. Όμως ο Σατανάς — «ο αιώνιος εξεγερμένος, το πρώτο ελεύθερο πνεύμα κι απελευθερωτής του κόσμου» — τους έπεισε να δοκιμάσουν τον καρπό της γνώσης και της ελευθερίας. Τα ίδια αυτά όπλα — η λογική κι η εξέγερση — πρέπει τώρα να στραφούν ενάντια στη θρησκεία και το κράτος. Και μόλις ανατραπούν, θ' ανατείλει μια νέα Εδέμ για την ανθρωπότητα, μια νέα εποχή ελευθερίας κι ευτυχίας.

Όμως το καθήκον της απελευθέρωσης, προειδοποιεί ο Μπακούνιν, δε θα είναι εύκολο. Γιατί έχει ήδη εμφανιστεί μια νέα τάξη που επιδιώκει να κρατήσει τις μάζες στην άγνοια, για να τις εξουσιάζει. Αυτοί οι επίδοξοι καταπιεστές είναι οι διανοούμενοι και πάνω απʼ όλους ο Μαρξ κι οι οπαδοί του «ιερείς της επιστήμης», χειροτονημένοι σε μια νέα προνομιούχα εκκλησία ανώτερης εκπαίδευσης. Η κυβέρνηση των διανοούμενων, σύμφωνα με τον Μπακούνιν, δε θα 'ταν λιγότερο καταπιεστική απʼ την κυβέρνηση των βασιλιάδων ή των παπάδων ή των ιδιοκτητών. Η διακυβέρνηση μιας μορφωμένης ελίτ, σαν τους χειρότερους θρησκευτικούς και πολιτικούς δεσποτισμούς του παρελθόντος, «δεν μπορεί παρά να είναι αδύναμη, γελοία, απάνθρωπη, σκληρή, καταπιεστική, εκμεταλλευτική, ολέθρια».

Μʼ αυτή την προειδοποίηση ο Μπακούνιν πρόβλεψε τη «νέα τάξη», μια ετικέτα που οι μεταγενέστεροι κριτικοί έμελλε να κολλήσουν στους κληρονόμους του Μαρξ στον 20ό αιώνα. Επιτέθηκε στους θεωρητικούς και τους ιδρυτές συστημάτων, που η λεγόμενη «επιστήμη της κοινωνίας» τους θυσίαζε την πραγματική ζωή στο βωμό σχολαστικών αφαιρέσεων. Αρνήθηκε να ξεφορτωθεί τις φαντασιώσεις της θρησκείας και της μεταφυσικής απλά και μόνο για να τις δει ν' αντικαθίστανται απʼ ότι θεωρούσε νέες φαντασιώσεις της ψευδο-επιστημονικής κοινωνιολογίας. Συνακόλουθα, διακήρυξε μιαν «εξέγερση της ζωής ενάντια στην επιστήμη ή μάλλον ενάντια στη διακυβέρνηση της επιστήμης». Γιατί η αληθινή αποστολή της επιστήμης και της μάθησης, επέμενε, δεν ήταν να κυβερνάνε τους ανθρώπους, αλλά να τους σώσουν απ' τη δεισιδαιμονία, το μόχθο και την αρρώστια. «Κοντολογής», γράφει στο θεός και Κράτος, «η επιστήμη είναι η πυξίδα της ζωής, όχι όμως η ίδια η ζωή». Πώς μπορεί όμως ν' αποφευχθεί αυτή η νέα μορφή δεσποτισμού; Ο Μπακούνιν απαντάει ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί αν αφαιρεθεί η εκπαίδευση απʼ τη μονοπωλιακή αρπάγη των προνομιούχων τάξεων και γίνει προσιτή στον καθένα με ίσους όρους. Σαν το κεφάλαιο, η μάθηση πρέπει να πάψει νʼ αποτελεί κληρονομιά των λίγων και να γίνει κληρονομιά όλων «ώστε οι μάζες, παύοντας να είναι κοπάδια που τα οδηγούν και τα κουρεύουν οι προνομιούχοι παπάδες, να πάρουν στα χέρια τους τη μοίρα τους».

Αυτό ήταν το μεγάλο μήνυμα του «Θεός και Κράτος». Ωστόσο, δεν εκδόθηκε παρά το 1882, 6 χρόνια μετά το θάνατο του Μπακούνιν. Γιατί μόνον τότε βρήκαν, ανάμεσα στα χαρτιά του, αυτό το χειρόγραφο δυο πολύ γνωστοί αναρχικοί, ο Κάρλο Καφιέρο κι ο Ελυζέ Ρεκλΰ, που ήταν στενά συνδεμένοι μαζί του στα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν η ελευθεριακή θεωρία του γνώρισε την πιο πλήρη της άνθηση. Το χειρόγραφο τελειώνει στη μέση μιας πρότασης κι ο Καφιέρο κι ο Ρεκλύ, όπως διηγούνται στον Πρόλογό τους, πιστεύοντας ότι είναι μέρος ενός γράμματος ή έκθεσης, αναλάβανε να ψάξουν για να βρουν το υπόλοιπο. Οι προσπάθειες τους, όμως, υπήρξαν μάταιες κι έτσι εκδώσανε το κουτσουρεμένο κείμενο στη Γενεύη, με μορφή μπροσούρας, δίνοντας του τον τίτλο Θεός και Κράτος, με τον οποίο έμελλε να γίνει γνωστό. Δεν υποπτεύθηκαν — ούτε έμαθαν ποτέ — ότι το χειρόγραφο ήταν στην πραγματικότητα ένα αδημοσίευτο κομμάτι του έργου «Η Κνουτογερμανική Αυτοκρατορία κι η Κοινωνική Επανάσταση», ενός έργου φιλόδοξου για το οποίο ο Μπακούνιν δούλεψε απʼ το 1870 ώς το 1872, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να ολοκληρώσει.

(Απόσπασμα από κείμενο του Paul Avrich, που δημοσιεύθηκε το 1970 στην Νέα Υόρκη)

Δευτέρα 26 Μαΐου 2008

Βασίλης Ραφαηλίδης: ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΣΜΟ

Η αναρχία είναι μια κατάσταση φυσική. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να νιώθει άσχημα όταν κάποιος ή κάποιοι προσπαθούν να περιορίσουν την φυσική για κάθε άνθρωπο τάση να φέρεται φυσικά. Η εξουσία είναι κάτι το παρά φύση. Στην φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Ηγέτης είναι αυτός που ηγείται, που προηγείται και δείχνει τον δρόμο στους άλλους για να μη χαθούν. Το κριάρι δεν ασκεί εξουσία στο κοπάδι, απλώς ηγείται του κοπαδιού.

Μια μικρή ή μεγάλη ομάδα ανθρώπων εύκολα δέχεται ως φυσικό ηγέτη αυτόν που αναδεικνύεται φυσικά, μέσα από φυσικές, μη καταναγκαστικές, αυτόματες διαδικασίας. Οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν δεν το δείχνουν, πάντα δυσφορούν όταν ο ηγέτης έρχεται έτοιμος απ' έξω ή πέφτει με αλεξίπτωτο από πάνω.

Αναρχία, λοιπόν, είναι η άρνηση κάθε μορφής εξουσίας που δεν είναι φυσική και κοινά αποδεκτή από όλους και όχι μόνον από την πλειοψηφία. Η αναρχία πάει σταθερά κόντρα σε κάθε είδους αρχή, σε κάθε μορφή εξουσίας, θρησκευτική, πολιτική, κομματική.

Η αναρχία και η ελευθερία είναι σχεδόν συνώνυμα. Οι προσπάθειες των φιλοσόφων να τοποθετήσουν τα όρια της ατομικής ελευθερίας ενός ανθρώπου δίπλα στα όρια της ατομικής ελευθερίας του κάθε ανθρώπου δεν είναι παρά μια θεωρητική επιβεβαίωση του κύριου αιτήματος του αναρχισμού για σεβασμό της ατομικότητας και της προσωπικότητας του καθένα.

Αρκεί, βέβαια, τούτη η προσωπικότητα να μην είναι χονδροειδώς ετεροκαθορισμένη και με τον ψυχολογικό μηχανισμό της "ψευδούς συνειδήσεως" να γίνεται αντιληπτή από το άτομο σαν αβίαστα αυτοκαθορισμένη. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει πως είναι άνθρωπος με προσωπικότητα, όταν είναι καταφάνερο πως το συνειδησιακό περιεχόμενο της προσωπικότητάς του δεν δημιουργήθηκε κάτω από μια πολύ μεγάλη δέσμη ανεμπόδιστων επιδράσεων αλλά μπήκε στην συνείδηση με "μετάγγιση" από μια κοινή δεξαμενή, ας πούμε από τον Θεό, από την κομματική ιδεολογία, από την συλλογική "εθνική ψυχή", από τον Αρχηγό.

Το αναρχικό κίνημα, με τις πολλές και ποικίλες παραλλαγές του, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση στην κοινωνία καθεστώτος πραγματικής ισότητας, πραγματικής αδελφοσύνης, πραγματικής δικαιοσύνης, έξω και πέρα από κάθε καταναγκασμό που βάζει όρια και στην ισότητα, και στην αδελφοσύνη, και στην δικαιοσύνη. Ο αναρχισμός, η απόρριψη της Αρχής, της εξουσίας σε όλες της τις μορφές, είναι ένα ιδανικό για την αβίαστα και ελεύθερα αυτορυθμιζόμενη προσωπικότητα.

Μια συγκεκριμένη "κοινωνία ζώων" δεν αλληλοσπαράσσεται. Τα μέλη της ανακαλύπτουν την αξία της φυσικής κοινωνικότητας μόνα τους, με βάση το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο της ζούγκλας. Γίνεται, όμως, δίκαιο της ζούγκλας όσον αφορά τις "εξωτερικές σχέσεις". Μια ομάδα ζώων του ίδιου είδους μπορεί να βρίσκεται σε σταθερά εχθρικές σχέσεις με μια άλλη ομάδα ζώων διαφορετικού είδους.

Αν αντιμετωπίζουμε τις ανθρώπινες φυλές σαν διαφορετικά ζωικά είδη που αλληλοσπαράσσονται μέχρι εξοντώσεως, τότε δεν είμαστε μόνο ρατσιστές, είμαστε ζώα, αφού ξέρουμε πως όλοι οι άνθρωποι, ασχέτως φυλής, ανήκουν στο ίδιο βιολογικό είδος.

Κανένας άνθρωπος δεν διαφέρει από τον άλλο όσον αφορά τις βιολογικές λειτουργίες. Κάθε διαφορά στην εξωτερική εμφάνιση έχει σχέση μάλλον με το περιβάλλον παρά με την βιολογία. Όταν ζεις στην διακεκαυμένη ζώνη είναι σαν να κάνεις μια διαρκή, καταναγκαστική ηλιοθεραπεία. Το δέρμα σου μαυρίζει και το επίκτητο χαρακτηριστικό γίνεται κληρονομικό με την εγγραφή του στο DNA. Κάθε λευκός θα μαυρίσει ύστερα από χίλιες γενιές απογόνων αν εγκατασταθεί σήμερα στην Νιγηρία, για παράδειγμα. Κάθε διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα σε φυλές είναι διαφορά ανάμεσα σε συμφέροντα και όχι σε αίματα.

Ο εθνικισμός είναι πολιτιστικό δεδομένο. Στηρίζεται στην διαφορετικότητα των πολιτισμών, ή μάλλον στην ιεράρχηση των πολιτισμών, αν δεχτούμε πως θα ήταν δυνατό να υπάρξει μια τέτοια ιεράρχηση, πράγμα που ο μεγάλος εθνολόγος και δημιουργός του δομισμού (στρουχτουραλισμού) Λεβί-Στρός το απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο.

Δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος πολιτισμός, λέει ο Λεβί-Στρος. Κάθε πολιτισμός υπάρχει «καθ' εαυτόν και διά τον εαυτό του», όπως θα έλεγαν οι υπαρξιστές. Μόνο η τερατώδης αλαζονεία του αποικιοκράτη Ευρωπαίου θα κάνει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό μέτρο σύγκρισης για όλους τους άλλους.

Γιατί οι Ινδιάνοι της Αμερικής να μη βλέπουν σαν κατώτερο του δικού τους τον εξοντωτικό ευρωπαϊκό πολιτισμό που τους καθυπόταξε; Και τι θα μπορούσε να σημαίνει η νοσταλγία του "πολιτισμένου" για τον "χαμένο παράδεισο", αν όχι μια αναγνώριση της αξίας πολιτισμών που δεν μοιάζουν με τον δικό του; Ο αναρχισμός πριν απ' όλα είναι μια αποδοχή της ετερότητας, ένας σεβασμός του διαφορετικού, μια συνεργασία με το «όλως άλλο», όπως θα έλεγε ο Κροπότκιν.

Ο αναρχισμός, δίνοντας έμφαση στην αυτοκαθοριζόμενη προσωπικότητα, είναι φυσικό να απεχθάνεται κάθε αγελαία συμπεριφορά ακόμα και την εθνικιστική, πολύ περισσότερο την ρατσιστική. Ωστόσο, κάθε τόσο εμφανίζονται αγέλες "αναρχικών".

Βέβαια, δεν πρόκειται για κλασικού τύπου αναρχικούς, αλλά για "αναρχοαυτόνομους", που είναι το ακριβώς αντίθετο των αναρχικών. Οι αναρχικοί είναι εξόχως κοινωνικοποιημένα άτομα. Κύριος στόχος τους είναι η δημιουργία μιας όσο το δυνατόν πιο φυσικής κοινωνίας, χωρίς καταναγκασμούς και καταπίεση. Οι αναρχοαυτόνομοι, αντίθετα, είναι τέρατα εγωισμού, επιδεικτικά εχθρικοί όχι μόνο προς τον αντιφρονούντα αλλά και προς τον ομοϊδεάτη τους. Είναι αυτοί ακριβώς που γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το αναρχικό κίνημα με την ίδια περίπου έννοια που οι γραφειοκράτες κομμουνιστές γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το κομμουνιστικό κίνημα.

Πηγή: Βασίλης Ραφαηλίδης, "Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού"

Βασίλης Ραφαηλίδης: Η ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΦΑΙΔΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ (ΧΡΙΣΤΙΑΝ)ΕΛΛΗΝΙΚΟΤΗΤΑΣ


«Δεν υπάρχει κοινότης προβλημάτων και κοινωνικών κατανοήσεων στην νεοελληνική λογοτεχνία, διότι δεν υπάρχει ενιαία εθνική συνείδηση. Ο καθένας κατανοεί την Ελλάδα όπως του κατέβει και αυτό κρατάει την ελληνική λογοτεχνία μόνιμα στο επίπεδο της ηθογραφίας. Αφού η κάθε γενιά προσπαθεί να επιβάλει τις δικές της περί έθνους αντιλήψεις, ουδεμία σχέση έχουσες με τις περί έθνους αντιλήψεις μιας άλλης, σημαίνει πως καμιά από απ’ τις αλληλοσπαρασσόμενες γενιές δεν ξέρει τι θα μπορούσε να είναι η ελληνική εθνική συνείδηση. Και γι’ αυτό, όλες οι γενιές καταφεύγουν τελικά είτε στη… μετεωρολογία και σ’ ό,τι αυτή συνεπάγεται, είτε στην Ορθοδοξία, που από μόνη της δεν συνιστά ελληνικότητα, όπως δολιότατα λέγεται κατά κόρον στην Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών.

Η νεοελληνική λογοτεχνία είναι γεμάτη από ηλιοβασιλέματα, από λουλούδια των αγρών, από θάλασσα, από ανοιξιάτικες βροχούλες, από γραφικούς γεωργούς, από ξωκλήσια, από γραφικούς παπάδες, από ταπεινούς χριστιανούς, από βοσκοπούλες, από αγριοκάτσικα, από κοπανιστή, από γάλα, από μέλι – κι όλα αυτά και χίλια άλλα μαζί, προτείνονται ως ελληνικότητα, την στιγμή που δεν είναι παρά μεσογειακότητα ή θρησκευτικότητα. Πού’ ναι η ελληνικότητα μέσα σ’ όλα αυτά;

Τις καταστροφές που προκάλεσε η περίφημη γενιά του ’30, δεν τις προκάλεσαν όλες οι άλλες μαζί. Είναι αυτή που εισηγήθηκε, και εν πολλοίς επέβαλε, την ελληνολατρία ερήμην κάθε προσπάθειας ουσιαστικής κατανόησης της ελληνικότητας, είναι αυτή που επέβαλε την ελληνική λεβεντιά ως ελληνικότητα, το λιτοδίαιτον της φυλής ως ελληνικότητα, το ελληνικό δαιμόνιο ως ελληνικότητα, και χίλια άλλα, αναλόγως βλακώδη. Κατόπιν τούτου, διόλου δεν είναι παράδοξο το γεγονός πως οι περισσότεροι απ’ τους εκπροσώπους αυτής της γενιάς συνεργάστηκαν τόσο καλά με τον Μεταξά. Η περί εθνικότητας κλιματολογική και θρησκευτική αντίληψη οδηγεί κατ’ ευθείαν στον Φασισμό.

Για να υπάρξει η γενιά του ’30 ως η κατ’ εξοχήν ελληνική γενιά που έκανε τα περισσότερα για την ελληνικότητα, και στην πραγματικότητα μετέτρεψε την ελληνικότητα σε φουστανέλλα – τσαρούχι – φούντα – φέσι, είχε ανάγκη από σκηνικό, λέει ο Γεράσιμο Κακλαμάνης. Αφού δεν είχε πού αλλού να στηρίξει την ελληνικότητά της, έπρεπε να κάνει τον Θεόφιλο, έναν πολύ αξιόλογο πριμιτίφ ζωγράφο, μέτρο της ελληνικότητας και της ελληνικής ζωγραφικής, και τον Μακρυγιάννη, μέτρο της ελληνικότητας της ελληνικής λογοτεχνίας – και όχι μόνο».

Πηγή: Βασίλης Ραφαηλίδης, «Ιστορία (Κωμικοτραγική) του Ελληνικού Κράτους», Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 1993

Τρίτη 13 Μαΐου 2008

ΠANAΓIΩTHΣ ΣOΦIANOΠOYΛOΣ (1786 - 1856)

O Παναγιώτης Σοφιανόπουλος γεννήθηκε το 1786, στο χωριό Σοπωτό Kαλαβρύτων και όπως όλοι οι συγχωριανοί του καταγόταν από το Σοπώτ της Φιλιππούπολης, όπου το 1770 μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση ενάντια στην οθωμανική κυριαρχία το χωριό καταστράφηκε από τον στρατό του σουλτάνου.

Tο 1807 σπούδαζε Iατρική στην Iταλία και έπειτα βρέθηκε ως φοιτητής μετεκπαιδευόμενος στο Παρίσι, αλλά και στην Bιέννη και το Λονδίνο, όπου επηρεάστηκε από τις επαναστατικές ιδέες της εποχής.

Tο 1813 επέστρεψε στην Eλλάδα και συμμετείχε σε μια εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση της Πάτρας και τρία χρόνια αργότερα, το έτος 1816, εγκαταστάθηκε στα Λαγκάδια Γορτυνίας, ως γιατρός και διδάσκαλος των παιδιών της οικογένειας του προεστού Δεληγιάννη. Όταν όμως μαθεύτηκαν οι επαναστατικές του δραστηριότητες, κατέφυγε για ένα μικρό διάστημα στην Ύδρα και έπειτα στην Xίο, όπου φοίτησε στη σχολή του Nεόφυτου Bάμβα και μυήθηκε στην Φιλική Eταιρία από τον Aριστείδη Παππά.

Κατά το διάστημα 1821 - 1827 υπήρξε γραμματέας και σύμβουλος του οπλαρχηγού Γκούρα, ενώ ασκούσε παράλληλα και το ιατρικό επάγγελμα και είχε επίσης αρχίσει ήδη να ασχολείται με το γλωσσικό ζήτημα. Συνδέθηκε ακόμα και με τον Δημήτριο Yψηλάντη, το 1827 ταξίδεψε στη Γαλλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, συνδέθηκε με την επαναστατική οργάνωση των Eλλήνων του Παρισιού, την ονομαζόμενη «Eλληνική Eταιρία», ενώ το 1831, ενώ ακόμη βρισκόταν στην Μολδοβλαχία, στιγμάτισε την πολιτική του Φαναρίου σχετικά με το λεγόμενο «εθνικό ζήτημα» μέσα από τις στήλες της αθηναϊκής εφημερίδας «Xρόνος». O Σοφιανόπουλος είχε επηρεασθεί από τις ιδέες των Bολταίρου και Pουσσώ αρχικά και των Σαιν Σιμόν και Σαρλ Φουριέ αργότερα και μαζί με κάποιες κοινωνιστικές απόψεις του Πλάτωνος και του Σωκράτους, προσπάθησε να εισαγάγει μια δική του κοσμοθεωρία, με βασικό πρόταγμα την αταξική κοινωνία. Πίστευε στη διαρκή εξέλιξη των πάντων, ήταν πολέμιος της στασιμότητας και οπαδός της διαρκούς μεταβολής της κοινωνίας, φανατικός πολέμιος του παλατιού, της μοναρχίας και των κοινωνικών προνομίων.

Tο 1834 επέστρεψε στην Eλλάδα, σε μια εποχή που ο Iωάννης Kαποδίστριας είχε ήδη δολοφονηθεί και η εξουσία του Όθωνα είχε αρχίσει να εδραιώνεται, ενώ ο ελλαδικός χώρος συγκλονιζόταν από αλλεπάλληλες αγροτικές εξεγέρσεις. Στις 3 Iουνίου 1836 εξέδωσε το ουτοπικό – σοσιαλιστικό περιοδικό «Πρόοδος», στο οποίο συνεργάστηκε με τον υποστηρικτή των ιδεών του Σαιν Σιμόν Φραγκίσκο Πυλαρινό, ο οποίος πίστευε ότι η κοινωνία θα πρέπει να ξεπεράσει τα στενά όρια των εθνών και των κρατών και να πάρει μια παγκόσμια μορφή.

Tον Σεπτέμβριο του 1838 καταδικάσθηκε σε 7μηνη φυλάκιση για ένα αντιοθωνικό άρθρο του σε ένα τεύχος της «Προόδου» που είχε κατασχεθεί από την αστυνομία. Εξέτεισε τους 4 μήνες στις φυλακές του Mεντρεσέ και τους υπόλοιπους 3 στο Παλαμίδι του Ναυπλίου. Ενώ βρισκόταν ακόμα στην φυλακή, εξέδωσε με συντρόφους του στις 15 Δεκεμβρίου 1838 ένα άλλο περιοδικό, τον «Σωκράτη», το οποίο σε μερικά ειδικά τεύχη είχε μετονομασθεί σε «Iσοκράτη» και «Eι Σωκράτη». Tον Ιανουάριο του 1839 καταδικάσθηκε για τις δημοσιεύσεις στον «Σωκράτη» για μία ακόμη φορά, όμως επειδή βρισκόταν ήδη στη φυλακή, η καταδίκη έπεσε επάνω στον αρχισυντάκτη του περιοδικού Nικόλαο Δρυμωνιάδη.

Tο 1840 εξέδωσε σε 2 τόμους τα «Άπαντα» του αρχαίου Έλληνα ρήτορα Iσοκράτους, ενώ το 1842 μετέφρασε και εξέδωσε το έργο του Iταλού διαφωτιστή Tζέζαρε Mπεκαρία «Περί αδικημάτων και ποινών», στο οποίο ο συγγραφέας αποδείκνυε ότι για τα διάφορα εγκλήματα και παραβάσεις ευθύνονται τελικά οι κοινωνικές συνθήκες και όχι οι άνθρωποι. Εν τω μεταξύ κατασχέθηκε ένα ακόμα τεύχος της «Προόδου», εξαιτίας της δημοσίευσης ενός νέου αντιοθωνικού άρθρου με αποτέλεσμα η έκδοση του περιοδικού να σταματήσει για έναν περίπου χρόνο.

Στις εκολογές του 1844, που διήρκεσαν 4 ολόκληρους μήνες μέσα σε κλίμα άγριας τρομοκρατίας, ο Σοφιανόπουλος ήταν υποψήφιος με το «γαλλικό» κόμμα του Kωλέττη στην επαρχία Kαλαβρύτων. Καθώς οι εκλογές κρίθηκαν άκυρες, ακολούθησαν νέες το 1845, στις οποίες εκλέχθηκε, αλλά και αυτές κρίθηκαν τελικά άκυρες. Ο Σοφιανόπουλος είχε ήδη αρχίσει να δέχεται απροκάλυπτες επιθέσεις τόσο από το κράτος του Όθωνος, όσο και από τους θεοκράτες της Εκκλησίας, οι οποίοι σε εγκύκλιό τους που διαβάστηκε στις εκκλησίες τον χαρακτήρισαν για το έργο του «Ευαγγελισμός της Προόδου» ως «επικίνδυνο αιρετικό» μαζί με τους Θεόφιλο Kαϊρη (που ήταν προσωπικός του φίλος) και Xριστόδουλο Aκαρνάνα.

Tο 1848, ενώ ολόκληρη η Eυρώπη συνταρασσόταν από επαναστατικά κινήματα, ο Σοφιανόπουλος εξέδωσε την δισεβδομαδιαία εφημερίδα «Νέος Κόσμος», που εξέφραζε τις αρχές της «κοινωνικής δημοκρατίας», στην οποία αναφέρθηκε το πρώτο πραγματικό πολιτικό κόμμα στην Ελλάδα, το «Ριζοσπαστικό» που έδρασε κυρίως στα Ιόνια νησιά και ιδιαίτερα στην Κεφαλλονιά. Κατά την διάρκεια της αγγλογαλλικής κατοχής των Αθηνών το ίδιο έτος, προς στήριξη του πρωθυπουργού Mαυροκορδάτου, ο Σοφιανόπουλος φυλακίσθηκε για μια ακόμα φορά, αλλά λόγω του ότι ήταν πλέον γέρος και άρρωστος, αποφυλακίσθηκε μετά από λίγο.

Το 1849 ο «Νέος Κόσμος» εισήγαγε για πρώτη φορά στην κυρίως Ελλάδα τον όρο «Σοσιαλισμός», όταν ο Σοφιανόπουλος αναδημοσίευσε από την «Εφημερίδα της Σμύρνης» του Σκυλίτση ένα άρθρο για τους σοσιαλιστές Φουριέ, Όουεν, κ.ά. Αυτός ο χαλκάντερος οπαδός της κοινωνικής αλλαγής, που ανάμεσα στα τόσα άλλα υπήρξε και ο πρώτος στον ελλαδικό χώρο που ζήτησε την πλήρη εξίσωση των δύο φύλων, πέθανε τελικά τον Μάϊο 1856.